Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7700-7720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6802αρρενογονία[ἀρρενογονία] αρ-ρε-νο-γο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γέννηση αγοριών: συγγενής κατ' ~. Βλ. -γονία. [< αρχ. ἀρρενογονία]
6803αρρενοποίηση[ἀρρενοποίηση] αρ-ρε-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. ανάπτυξη δευτερογενών ανδρικών χαρακτηριστικών σε γυναίκα: δασυτριχισμός και ~. 2. φυσιολογική ανάπτυξη των χαρακτηριστικών του ανδρικού φύλου: πρώιμη ~. Βλ. -ποίηση. [< 1: γαλλ. virilisation, 1945 2: γαλλ. masculinisation]
6804αρρενωπός, ή, ό [ἀρρενωπός] αρ-ρε-νω-πός επίθ.: που έχει έντονα ανδρικά χαρακτηριστικά ή αποτελεί γνώρισμα του άνδρα: Είναι πολύ ~.|| ~ή: εμφάνιση/φωνή. ~ό: άρωμα/πρόσωπο. Πβ. ανδροπρεπής. Βλ. -ωπός. [< αρχ. ἀρρενωπός]
6805αρρενωπότητα[ἀρρενωπότητα] αρ-ρε-νω-πό-τη-τα ουσ. (θηλ.): το να είναι κάποιος αρρενωπός. Πβ. ανδρ-ισμός, -οπρέπεια. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. θηλυκότητα [< μεσν. αρρενωπότης, γαλλ. virilité, masculinité]
6806άρρηκτος, η, ο [ἄρρηκτος] άρ-ρη-κτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.-μτφ.): που δεν μπορεί να σπάσει· ανθεκτικός, γερός, στέρεος: ~ος: δεσμός/κοινωνικός ιστός. ~η: ενότητα/σύνδεση/συνοχή/σχέση. ~ο: σύνολο (= ενιαίο, συμπαγές). ΣΥΝ. αδιάσπαστος, αρραγής ● επίρρ.: άρρηκτα & (λόγ.) αρρήκτως [< αρχ. ἄρρηκτος]
6807άρρην, ην, εν [ἄρρην] άρ-ρην επίθ. {άρρ-ενος, -ενα | -ενες (ουδ. -ενα), -ένων} (επίσ.): αρσενικός, ανδρικός: ~ην: απόγονος/πληθυσμός. ~εν: τέκνο. ~ενες: πολίτες.|| (ως ουσ., παρωχ., άνδρας, αγόρι) Σχολείο ~ένων (= αρρεναγωγείο). ΑΝΤ. θήλυς ● ΣΥΜΠΛ.: μητρώο αρρένων: δημοτικός κατάλογος στον οποίο εγγράφεται κάθε άρρεν νέο μέλος οικογένειας, με τη ληξιαρχική πράξη γέννησής του. Βλ. δημοτολόγιο. ● βλ. άρρεν [< αρχ. ἄρρην]
6808άρρητος, η, ο [ἄρρητος] άρ-ρη-τος επίθ. (λόγ.) 1. ανείπωτος: ~η: χαρά. Πβ. άφατος, άφραστος. 2. που δεν λέγεται στους άλλους, που παραμένει μυστικός: ~ος: λόγος. ~η: γνώση. ~ο: μυστήριο. ΑΝΤ. ρητός ● επίρρ.: άρρητα ● ΣΥΜΠΛ.: άρρητος αριθμός: ΜΑΘ. κάθε πραγματικός αριθμός που δεν μπορεί να εκφραστεί ως λόγος (πηλίκο) δύο ακέραιων αριθμών. Βλ. π. ● ΦΡ.: άρρητα (και) αθέμιτα (λόγ.-συνήθ. ειρων.): ασυναρτησίες, ανοησίες: Γράφει/λέει ~ ~., άρρητα ρήματα (ΚΔ): λόγια που δεν μπορούν να αποκαλυφθούν. [< αρχ. ἄρρητος]
6809άρριζος, η, ο [ἄρριζος] άρ-ρι-ζος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει ρίζες. ΑΝΤ. έρριζος [< αρχ. ἄρριζος]
6810αρρυθμία[ἀρρυθμία] αρ-ρυθ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. διαταραχή του καρδιακού ρυθμού: (προφ.) Έχει ~ες. Βλ. κολπική μαρμαρυγή, ταχυ~. 2. έλλειψη ρυθμού: (μτφ.) κοινωνική/οικονομική ~. Πβ. αταξία.|| Κυβερνητική ~ (= έλλειψη συντονισμού).|| (κυριολ.) ~ες κατά την εκτέλεση μουσικών κομματιών. ΑΝΤ. ευρυθμία [< αρχ. ἀρρυθμία, γαλλ. arythmie, αγγλ. arrhythmia]
6811αρρυθμιογόνος, ος, ο [ἀρρυθμιογόνος] αρ-ρυθ-μι-ο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί ή επιδεινώνει την καρδιακή αρρυθμία: ~ος: δυσπλασία/μυοκαρδιοπάθεια. Βλ. -γόνος. [< αγγλ. arrhythmogenic]
6812αρρύθμιστος, η, ο [ἀρρύθμιστος] αρ-ρύθ-μι-στος επίθ. 1. που δεν έχει διευθετηθεί, τακτοποιηθεί: ~α: ζητήματα (= εκκρεμή). Το πρόβλημα παραμένει ~ο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ος: διαβήτης (ΑΝΤ. ρυθμισμένος). ~η: αρτηριακή πίεση. 2. (για συσκευή, μηχάνημα) που δεν έχει ρυθμιστεί (η λειτουργία του): ~α: φώτα. [< αρχ. ἀρρύθμιστος, αγγλ. unregulated]
6813άρρυθμος, η, ο [ἄρρυθμος] άρ-ρυθ-μος επίθ.: που δεν έχει κανονικό, φυσιολογικό ρυθμό: ~η: αναπνοή (βλ. λαχάνιασμα)/λειτουργία/ταχυκαρδία (βλ. αρρυθμία, κολπική μαρμαρυγή). Βλ. αρμονικός. ΑΝΤ. εύρυθμος, ρυθμικός ● επίρρ.: άρρυθμα [< αρχ. ἄρρυθμος]
6814αρρυτίδωτοςβλ. αρυτίδωτος
6815αρρωσταίνω[ἀρρωσταίνω] αρ-ρω-σταί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αρρώστ-ησα, -ημένος} 1. προσβάλλομαι από ασθένεια: ~ άσχημα/βαριά/σοβαρά. ~ με ίωση/με πυρετό (πβ. κρεβατώνομαι, κρυολογώ). ~ησε από πνευμονία. Πρόσεχε, θ' ~ήσεις! Πβ. ασθενώ, νοσώ. 2. (μτφ.) ενοχλούμαι ή στενοχωριέμαι σε μεγάλο βαθμό· προκαλώ υπερβολική ενόχληση ή στενοχώρια: ~ει και μόνο με τη/στη σκέψη ότι ... Πβ. πάσχω, υποφέρω.|| Με ~ει η ιδέα ότι ... (: με τρελαίνει). ● ΦΡ.: δεν θα (πέσω να) πεθάνω (κιόλας) βλ. πεθαίνω [< 1: αρχ. ἀρρωστῶ 2: sicken]
6816αρρωστημένος, η, ο [ἀρρωστημένος] αρ-ρω-στη-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) διεστραμμένος· νοσηρός: ~ος: εγκέφαλος (πβ. διαστροφικός)/εγωισμός. ~η: αγάπη/ζήλια (= παθολογική)/συμπεριφορά/σχέση/φαντασία. ~ο: μυαλό (= διεφθαρμένο, πειραγμένο). ~ες: σκέψεις. ~α: πάθη.|| ~η: κατάσταση. ~ο: κλίμα/περιβάλλον. ΣΥΝ. άρρωστος (2) 2. ασθενικός, άρρωστος: ~ο: σώμα. ~α: δέντρα. Πβ. αρρωστιάρικος. ● επίρρ.: αρρωστημένα [< μεσν. ηρρωστημένος, αγγλ. sick]
6817αρρώστια[ἀρρώστια] αρ-ρώ-στια ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) αρρώστεια 1. (προφ.) ασθένεια, νόσος, πάθηση: βαριά/επικίνδυνη/κακιά (: επάρατη)/σοβαρή/σπάνια/ύπουλη ~. Χτυπημένος από ~.|| Το άγχος είναι η ~ της εποχής μας (βλ. μάστιγα). 2. (μτφ.) διαστροφή: ~ του μυαλού/της ψυχής. 3. (μτφ.) μανία, πάθος: η ~ του καταναλωτισμού. Το ποτό/ο τζόγος τού έγιναν ~. Έχει ~ με τα αυτοκίνητα (= τρέλα). Πβ. εμμονή. ● ΣΥΜΠΛ.: παιδική ασθένεια/αρρώστια βλ. ασθένεια [< 1: μεσν. αρρώστια 2,3: γαλλ. maladie]
6818αρρωστιάρης, α, ικο [ἀρρωστιάρης] αρ-ρω-στιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): ασθενικός, αδύναμος: ~ικο παιδί (ΣΥΝ. φιλάσθενο). Καχεκτικός/χλομός και ~ (ΑΝΤ. γερός, δυνατός). Πβ. ευπαθής. Βλ. -ιάρης. ΑΝΤ. υγιής (1) [< μεσν. αρρωστάρης]
6819αρρωστιάρικος, η/ια, ο [ἀρρωστιάρικος] αρ-ρω-στιά-ρι-κος επίθ. 1. που διακρίνει τον αρρωστιάρη: ~η: όψη. 2. (μτφ.) νοσηρός: ~η: ατμόσφαιρα. Πβ. αρρωστημένος, άρρωστος.
6820άρρωστος, η, ο [ἄρρωστος] άρ-ρω-στος επίθ. 1. που έχει αρρωστήσει: διανοητικά/πνευματικά/σωματικά/ψυχικά ~. Βαριά/σοβαρά ~. ~ από/με γρίπη. Αισθάνομαι ~. Έπεσε ~ στο κρεβάτι (βλ. κρεβατωμένος). Στο πλευρό των ~ων παιδιών.|| ~ος: οργανισμός. ~ο: σώμα.|| ~ο: ζώο.|| ~ο: δέντρο. ΣΥΝ. ασθενής ΑΝΤ. γερός (1), υγιής (1) 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) αρρωστημένος: ~ος: νους. ~η: ατμόσφαιρα/εμμονή. Πβ. διαστροφικός, διεστραμμένος.|| ~ο: σύστημα. Πβ. νοσηρός. 3. (μτφ.-εμφατ.) που ασχολείται μανιωδώς με κάτι: Είναι ~ (= παθιασμένος, τρελός και παλαβός) με το ποδόσφαιρο. ● Ουσ.: άρρωστος, άρρωστη {αρσ. -ώστου} (ο/η): αυτός που δεν νιώθει καλά από φυσική ή ψυχολογική άποψη, ο μη υγιής: Η φροντίδα των ~ώστων. Ο γιατρός επισκέφθηκε τον ~ο. ● Υποκ.: αρρωστούλης , α, ικο, αρρωστούτσικος , η/ια, ο ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου βλ. κτίριο. ● ΦΡ.: παρηγοριά στον άρρωστο (μέχρι/ώσπου να βγει η ψυχή του) βλ. παρηγοριά [< αρχ. ἄρρωστος]
6821αρρωστοφοβία[ἀρρωστοφοβία] αρ-ρω-στο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. διαταραχή που χαρακτηρίζεται από συνεχή ενασχόληση (του πάσχοντα) με υποτιθέμενες σωματικές ενοχλήσεις και από υπερβολικό φόβο για τις ασθένειες που μπορεί να προκύψουν από αυτές· υποχονδριακή νεύρωση. Βλ. κατά φαντασία(ν) ασθενής, -φοβία. ΣΥΝ. νοσοφοβία

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.