Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7720-7740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6822αρσακειάδα[ἀρσακειάδα] αρ-σα-κει-ά-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) αρσακειάς (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α) 1. (μτφ.-ειρων.) χαρακτηρισμός για συντηρητική ή και σεμνότυφη κοπέλα. Βλ. μιξοπαρθένα. 2. μαθήτρια των Αρσακείων σχολείων.
6823αρσανάςβλ. ταρσανάς
6824αρσενικικός, ή, ό [ἀρσενικικός] αρ-σε-νι-κι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το αρσενικό: ~ό: άλας/οξύ. Βλ. αρσενικούχος. ΣΥΝ. αρσενικός (5) [< γαλλ. arsénique, αγγλ. arsenic]
6825αρσενικό[ἀρσενικό] αρ-σε-νι-κό ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άοσμο χημικό στοιχείο (σύμβ. As, Ζ 33), αδιάλυτο στο νερό, με μεταλλική λάμψη· τόσο το ίδιο όσο και οι ενώσεις του αποτελούν δραστικά δηλητήρια. Τριοξείδιο του ~ (σύμβ. As2O3 ή As4O6). [< αρχ. ἀρσενικόν, αγγλ.-γαλλ. arsenic]
6826αρσενικοθήλυκος, η, ο [ἀρσενικοθήλυκος] αρ-σε-νι-κο-θή-λυ-κος επίθ. (προφ.): αρσενικός και θηλυκός μαζί. ΣΥΝ. ανδρόγυνος, ερμαφρόδιτος (1)
6827αρσενικός, ή/ιά, ό [ἀρσενικός] αρ-σε-νι-κός επίθ. & (λαϊκό) σερνικός 1. ΒΙΟΛ. που ανήκει στο φύλο που παράγει σπερματοζωάρια: ~ό: παιδί (= αγόρι). ~οί: απόγονοι. Πβ. άρρην.|| ~ός: σκύλος.|| ~ός: γαμέτης. ~ές: ορμόνες.|| (ΒΟΤ.) Το ~ό αναπαραγωγικό όργανο του άνθους (= στήμονας). ΑΝΤ. θηλυκός (1) 2. ανδρικός: ~ός: εγκέφαλος/πληθυσμός. ~ή: φύση.|| ~ή: συμπεριφορά. ΑΝΤ. θηλυκός (2) 3. που διαθέτει προεξοχή, ώστε να εφαρμόζεται σε αντίστοιχη εσοχή: ~ό: βύσμα/φις.|| (ως ουδ. ουσ.) Καλώδιο με ~ό. ΑΝΤ. θηλυκός (3) 4. ΓΡΑΜΜ. αρσενικού γένους: ~ά: επίθετα/ουσιαστικά. ΑΝΤ. θηλυκός (4) 5. ΧΗΜ. αρσενικικός. ● Ουσ.: αρσενικό (το) ΑΝΤ. θηλυκό 1. άνθρωπος, ζώο αρσενικού γένους· κατ' επέκτ. το ανδρικό φύλο. 2. (προφ.) άνδρας συνήθ. αρρενωπός: γνήσιο/ωραίο ~. Το απόλυτο ~. 3. ΓΡΑΜΜ. όνομα αρσενικού γένους: ~ά σε -ας/-ος. Οι καταλήξεις των ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: αρσενικό (γένος) ΑΝΤ. θηλυκό (γένος) 1. ΓΡΑΜΜ. το γένος των ονομάτων με το άρθρο "ο". 2. (μτφ.) οτιδήποτε αναφέρεται ή αποδίδεται στους άνδρες: χόμπι ~ού ~ους/γένους αρσενικού. [< 1,2: αρχ. ἀρσενικός 3: ίσως μεσν. σημ., γαλλ. mâle 4: μτγν.]
6828αρσενικούχος, ος/α, ο [ἀρσενικοῦχος] αρ-σε-νι-κού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει αρσενικό: ~ο: γάλλιο. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ.-αγγλ. arsenical]
6829άρση[ἄρση] άρ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-επίσ.) παύση της ισχύος, ακύρωση, κατάργηση: μερική/ολική ~ (των κυρώσεων). Οριστική/προσωρινή ~ (των μέτρων). ~ της απαγόρευσης/της απόφασης/του ασύλου/του βέτο/του εμπάργκο/των εμποδίων (πβ. υπέρβαση)/του περιορισμού. Συζήτηση για την ~ της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Πβ. ανάκληση, διακοπή. 2. (λόγ.) ανύψωση. 3. ΜΟΥΣ. -ΦΙΛΟΛ. το ασθενές τμήμα κατά τη ρυθμική ανάγνωση μουσικού κομματιού· η άτονη συλλαβή του μετρικού ποδός. ΑΝΤ. θέση (11) ● ΣΥΜΠΛ.: άρση βαρών: ΑΘΛ. ολυμπιακό άθλημα κατά το οποίο οι αθλητές καλούνται να σηκώσουν μια σιδερένια μπάρα με μεταλλικούς δίσκους ποικίλου βάρους προσαρμοσμένους στα άκρα της· άσκηση για την εκγύμναση αθλητών ή αθλουμένων. Βλ. αρασέ, ζετέ.|| Δυναμική ~ ~ (: των Ειδικών Ολυμπιακών Αγώνων). ~ ~ σε πάγκο (: των Παραολυμπιακών Αγώνων). [< αγγλ. weight lifting] , άρση (του) απορρήτου βλ. απόρρητο [< 1,2: αρχ. ἄρσις, γαλλ. levée 3: levé]
6830αρσιβαρίστας[ἀρσιβαρίστας] αρ-σι-βα-ρί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. αρσιβαρίστρια}: ΑΘΛ. αθλητής της άρσης βαρών. Βλ. -ίστας. [< αγγλ. weight lifter]
6831αρτ-βλ. αρτο-
6832αρταίνω[ἀρταίνω] αρ-ταί-νω ρ. (μτβ.) {άρτυ-σα, -εται, αρτύ-θηκε, αρτυ-μένος}: ΜΑΓΕΙΡ. (απαιτ. λεξιλόγ.) προσθέτω αρτύματα σε φαγητό: έδεσμα ~μένο με λαδόξιδο/πιπέρι. Πβ. καρυκεύω. ● Παθ.: αρταίνομαι (λόγ.): καταλύω τη νηστεία. ΑΝΤ. νηστεύω (1) [< μεσν. αρτώ]
6833αρτάνη[ἀρτάνη] αρ-τά-νη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ιμάντας ή ισχυρό σχοινί (π.χ. συρματόσχοινο) που συγκρατεί κάτι: ~ες αιώρησης/αλεξίπτωτου/ανύψωσης/λέμβων.|| (ειδικότ. στην ιππασία) Οι αναβολείς της σέλας στηρίζονται με ~ες (: δερμάτινες λωρίδες). [< αρχ. ἀρτάνη, γαλλ. élingue]
6834αρτεμισία[ἀρτεμισία] αρ-τε-μι-σί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος αρωματικών φυτών ή θάμνων (γένος Artemisia) με σκουροπράσινα ή πρασινωπά φύλλα και μικρά άνθη με χρήση στη φαρμακευτική και την ποτοποιία. Πβ. αψιθιά, εστραγκόν. Βλ. μόξα. [< μτγν. ἀρτεμισία, αγγλ. artemisia]
6835αρτέμονας[ἀρτέμονας] αρ-τέ-μο-νας ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. φλόκος. [< μτγν. ἀρτέμων]
6836αρτεργάτης[ἀρτεργάτης] αρ-τερ-γά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αρτεργάτρια} (λόγ.): εργαζόμενος σε αρτοποιία ή αρτοποιείο. Πβ. ζυμωτής.
6837αρτεσιανός, ή, ό [ἀρτεσιανός] αρ-τε-σι-α-νός επίθ.: ΥΔΡΟΓΕΩΛ. συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αρτεσιανό φρέαρ/πηγάδι & αρτεσιανή πηγή: από το οποίο το νερό αναβλύζει με φυσικό τρόπο, χωρίς άντληση. [< γαλλ. puits artésien]
6838άρτζι μπούρτζι[ἄρτζι] άρ-τζι μπούρ-τζι {άκλ.} επιρρ. φρ. (προφ.): χωρίς τάξη, άνω κάτω: Όλα έγιναν βιαστικά, ~ ~. Πβ. ανάκατα, φύρδην μίγδην. Συνήθ. στη ● ΦΡ.: άρτζι μπούρτζι και λουλάς βλ. λουλάς [< μεσν. αρτζιβούρτζιος, Aρτζιβούριος]
6840αρτηριακός, ή, ό [ἀρτηριακός] αρ-τη-ρι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται ή βρίσκεται στις αρτηρίες: ~ός: σφυγμός. ~ή: θρόμβωση/κυκλοφορία/υπέρταση. ~ό: αίμα. ~ά: τοιχώματα. Η μεσογειακή δίαιτα μειώνει την ~ή πίεση. [< μτγν. ἀρτηριακός, γαλλ. artériel, αγγλ. arterial]
6841αρτηριογραφία[ἀρτηριογραφία] αρ-τη-ρι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφία αρτηρίας με έγχυση σκιαγραφικού. Βλ. αγγειογραφία, -γραφία. [< γαλλ. artériographie, 1907, αγγλ. arteriography, 1928]
6842αρτηριοπάθεια[ἀρτηριοπάθεια] αρ-τη-ρι-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε νόσος των αρτηριών: αποφρακτική/διαβητική/περιφερική ~. ~ των κάτω άκρων. Βλ. διαλείπουσα χωλότητα, -πάθεια. [< γαλλ. artériopathie, αγγλ. arteriopathy]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.