| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6843 | αρτηριοσκλήρυνση | [ἀρτηριοσκλήρυνση] αρ-τη-ρι-ο-σκλή-ρυν-ση ουσ. (θηλ.) & αρτηριοσκλήρωση 1. ΙΑΤΡ. χρόνια παθολογική κατάσταση, κατά την οποία η προοδευτική αύξηση του πάχους, η σκλήρυνση και η απώλεια της ελαστικότητας των αρτηριακών τοιχωμάτων, συνήθ. λόγω εναπόθεσης λίπους, δυσχεραίνουν την κυκλοφορία του αίματος: εγκεφαλική/στεφανιαία ~. Πβ. αθηρ-ωμάτωση, -οσκλήρωση. Βλ. έμφραγμα, χοληστερίνη. 2. (κυρ. ως αρτηριοσκλήρωση, μτφ.) οπισθοδρομική νοοτροπία, προσκόλληση σε απαρχαιωμένες αντιλήψεις και αδυναμία προσαρμογής σε νεωτερισμούς: ιδεολογική/πνευματική/πολιτική ~. Πβ. αναχρον-, συντηρητ-ισμός. [< γαλλ. artériosclérose, αγγλ. arteriosclerosis] | |
| 6844 | αρτηριοσκληρωτικός | , ή, ό [ἀρτηριοσκληρωτικός] αρ-τη-ρι-ο-σκλη-ρω-τι-κός επίθ. & αρτηριοσκληρυντικός 1. ΙΑΤΡ. (κυρ. στον τ. αρτηριοσκληρυντικός) που σχετίζεται με την αρτηριοσκλήρυνση: ~ές: αλλοιώσεις. 2. (κυρ. στον τ. αρτηριοσκληρωτικός, μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) αναχρονιστικός, ξεπερασμένος: ~ή: νοοτροπία. ~ό: σύστημα. ~ές: αντιλήψεις/ιδέες (: σκουριασμένες).|| Πβ. στενόμυαλος, συντηρητικός. ● επίρρ.: αρτηριοσκληρωτικά: στη σημ. 2. [< γαλλ. artérioscléreux, αγγλ. arteriosclerotic] | |
| 6845 | αρτηρίτιδα | [ἀρτηρίτιδα] αρ-τη-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των αρτηριών. Βλ. -ίτιδα, περι~. [< γαλλ. artérite, αγγλ. arteritis] | |
| 6846 | άρτι | [ἄρτι] άρ-τι επίρρ. {+ παθ. μτχ.} (λόγ.): μόλις, πρόσφατα: ~ εκδοθέν (βιβλίο)/εκλεγείς. ● ΦΡ.: άρτι αφιχθείς βλ. αφιχθείς [< αρχ. ἄρτι] | |
| 6847 | αρτι- & αρτί- | (λόγ.) α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών που δηλώνουν ότι κάτι 1. έχει μόλις συμβεί: αρτι-γέννητος/~σύστατος. 2. είναι άρτιο, πλήρες: αρτι-μέλεια. | |
| 6848 | αρτιγέννητος | , η, ο [ἀρτιγέννητος] αρ-τι-γέν-νη-τος επίθ. (λόγ.): που έχει γεννηθεί ή δημιουργηθεί πρόσφατα: ~ο: βρέφος (= νεογέννητο).|| (μτφ.) ~η: επιχείρηση (= νεοσύστατη). [< μτγν. ἀρτιγέννητος] | |
| 6849 | αρτικαΐνη | [ἀρτικαΐνη] αρ-τι-κα-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΦΑΡΜΑΚ. ενέσιμο τοπικό αναισθητικό αμιδικού τύπου, που χρησιμοποιείται στην οδοντιατρική για επώδυνες επεμβάσεις: υδροχλωρική ~. [< γερμ. (c)articaine, 1969] | |
| 6850 | αρτιμέλεια | [ἀρτιμέλεια] αρ-τι-μέ-λει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σωματική ακεραιότητα: ~ του εμβρύου. Ιατρική βεβαίωση υγείας και ~ας. Πβ. φυσική καταλληλότητα. Βλ. αναπηρία. | |
| 6851 | αρτιμελής | , ής, ές [ἀρτιμελής] αρ-τι-με-λής επίθ./ουσ. (λόγ.): που έχει όλα τα μέλη του σώματός του ακέραια: ~είς: αθλητές (βλ. Παραολυμπιάδα). Σώος/υγιής και ~. Γεννήθηκε ~. Βλ. ανάπηρος, -μελής. [< αρχ. ἀρτιμελής] | |
| 6852 | αρτινός | , ή, ό [ἀρτινός] αρ-τι-νός επίθ.: που σχετίζεται με την Άρτα ή/και τους Αρτινούς. | |
| 6853 | Αρτινός, Αρτινή | [Ἀρτινός] Αρ-τι-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Άρτα. | |
| 6854 | άρτιο | [ἄρτιο] άρ-τι-ο ουσ. (ουδ.) ΟΙΚΟΝ. 1. ονομαστική αξία (χρεογράφων): έκδοση μετοχών υπέρ το ~. 2. αξία νομίσματος σε πολύτιμο μέταλλο. [< γαλλ. pair] | |
| 6855 | αρτιοδάκτυλα | [ἀρτιοδάκτυλα] αρ-τι-ο-δά-κτυ-λα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. τάξη θηλαστικών ζώων με οπλές (επιστ. ονομασ. Artiodactyla), τα οποία έχουν ζυγό αριθμό δαχτύλων σε κάθε τους πόδι: μηρυκαστικά ~. Οι χοίροι ανήκουν στα ~. Βλ. περιττοδάκτυλα. [< γαλλ. artiodactyles, αγγλ. artiodactyla] | |
| 6857 | αρτιότητα | [ἀρτιότητα] αρ-τι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ακεραιότητα, πληρότητα, τελειότητα: αισθητική/γλωσσική/επιστημονική/καλλιτεχνική/τεχνική ~. ~ της διοργάνωσης/του έργου. ~ (= ακρίβεια) στην εκτέλεση των ασκήσεων/κινήσεων. ~ και ποιότητα. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: αρτιότητα (οικοπέδου): καταλληλότητα οικοπέδου για δόμηση, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις: ~ κατά παρέκκλιση. [< μτγν. ἀρτιότης] | |
| 6858 | αρτίστας, αρτίστα | [ἀρτίστας] αρ-τί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.) 1. καλλιτέχνης που διασκεδάζει το κοινό: ~ του μουσικού θεάτρου. ~ες του τσίρκου. Πβ. διασκεδαστής, θεατρίνος.|| (μτφ.) ~ της μπάλας. Πβ. βιρτουόζος. 2. (στο θηλ., μειωτ.) γυναίκα που εμφανίζεται σε νυχτερινά κέντρα: ~ του καμπαρέ. Πβ. καμπαρετζού, ντιζέζ. [< ιταλ. artista, γαλλ. artiste] | |
| 6859 | αρτίστικος | , η, ο [ἀρτίστικος] αρ-τί-στι-κος επίθ. & (προφ.) αρτιστίκ {άκλ.}: καλλιτεχνικός: ~ος: χώρος. Βλ. -ίστικος. [< γαλλ. artistique] | |
| 6860 | αρτισύστατος | , η, ο [ἀρτισύστατος] αρ-τι-σύ-στα-τος επίθ. (λόγ.): νεοσύστατος. [< μτγν. ἀρτισύστατος] | |
| 6861 | αρτιφισιέλ | [ἀρτιφισιέλ] αρ-τι-φι-σι-έλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΔ. σοβάς κυρ. εξωτερικών τοίχων, που σχηματίζει ανώμαλη επιφάνεια. Βλ. σαγρέ. [< γαλλ. artificiel] | |
| 6862 | αρτιώνω | [ἀρτιώνω] αρ-τι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {-εται, αρτιω-μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθιστώ κάτι άρτιο· ολοκληρώνω, τελειοποιώ: Εκπαιδευτικό σύστημα που ~ει τις δεξιότητες του μαθητή. Η γνώση ~εται με την πράξη. ~μένο: έργο τέχνης. [< μεσν. αρτιώνω] | |
| 6863 | αρτίωση | [ἀρτίωση] αρ-τί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): τελείωση: ~ της προσωπικότητας. [< μεσν. αρτίωσις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ