Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7760-7780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6864αρτο- & αρτ-: α' συνθετικό ουσιαστικών που αναφέρονται στο ψωμί: αρτο-βιομηχανία/~κλασία/~ποιείο. Αρτ-εργάτης.
6865αρτοβιομηχανία[ἀρτοβιομηχανία] αρ-το-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία παρασκευής ψωμιού και αρτοσκευασμάτων. Βλ. -βιομηχανία.
6866αρτοζαχαροπλαστείο[ἀρτοζαχαροπλαστεῖο] αρ-το-ζα-χα-ρο-πλα-στεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα όπου πωλούνται ή/και παρασκευάζονται είδη αρτοζαχαροπλαστικής.
6867αρτοζαχαροπλαστική[ἀρτοζαχαροπλαστική] αρ-το-ζα-χα-ρο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): παρασκευή ψωμιού, αρτοσκευασμάτων και γλυκών: εργαστήριο/πρατήριο ~ής.
6868αρτοκλασία[ἀρτοκλασία] αρ-το-κλα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. τελετή κατά την οποία ο ιερέας ευλογεί πέντε άρτους, οι οποίοι μοιράζονται στο εκκλησίασμα μετά την απόλυση: ~ υπέρ υγείας. Θεία Λειτουργία/πανηγυρικός εσπερινός μετ' ~ας.|| (συνεκδ., οι ευλογημένοι άρτοι) Αντίδωρα/πρόσφορα και ~ες. [< μεσν. αρτοκλασία]
6869αρτοκλίβανος[ἀρτοκλίβανος] αρ-το-κλί-βα-νος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικός φούρνος που χρησιμοποιείται για την παρασκευή ψωμιού και αρτοσκευασμάτων.
6870αρτοπαρασκευαστής[ἀρτοπαρασκευαστής] αρ-το-πα-ρα-σκευ-α-στής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα παρασκευής ψωμιού και αρτοσκευασμάτων για οικιακή κυρ. χρήση.
6871αρτοποιείο[ἀρτοποιεῖο] αρ-το-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): εργαστήριο ή/και κατάστημα όπου παρασκευάζονται ή/και πωλούνται ψωμί, αρτοσκευάσματα και συνήθ. γλυκά: παραδοσιακό ~. ~-ζαχαροπλαστείο. ~α και πρατήρια άρτου. Βλ. -ποιείο. ΣΥΝ. αρτοπωλείο, φούρνος (2) [< μτγν. ἀρτοποιεῖον]
6872αρτοποιήματα[ἀρτοποιήματα] αρ-το-ποι-ή-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): αρτοσκευάσματα.
6873αρτοποίηση[ἀρτοποίηση] αρ-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παρασκευή ψωμιού. Βλ. -ποίηση. [< μεσν. αρτοποίησις]
6874αρτοποιήσιμος, η, ο [ἀρτοποιήσιμος] αρ-το-ποι-ή-σι-μος επίθ. (επίσ.): κατάλληλος για παρασκευή ψωμιού: ~ος: σίτος. ~ο: δημητριακό. Βλ. -ιμος.
6875αρτοποιητικός, ή, ό [ἀρτοποιητικός] αρ-το-ποι-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αρτοποιία: ~ή: βιομηχανία/τέχνη. Βλ. -ποιητικός. [< μτγν. ἀρτοποιητικός]
6876αρτοποιία[ἀρτοποιία] αρ-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παρασκευή ψωμιού, αρτοσκευασμάτων ή και ειδών ζαχαροπλαστικής από αλεύρι δημητριακών· συνεκδ. αρτοποιείο ή αρτοποιητική βιομηχανία: Ζύμη/μαγιά/πρώτες ύλες ~ας.|| ~ες με ντόπια παραδοσιακά γλυκά. Βλ. -ποιία. [< αρχ. ἀρτοποιία]
6877αρτοποιός[ἀρτοποιός] αρ-το-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): πρόσωπο που παρασκευάζει ή/και πουλά είδη αρτοποιίας: ~-ζαχαροπλάστης. Βλ. -ποιός. ΣΥΝ. φούρναρης, ψωμάς (1) [< αρχ. ἀρτοποιός]
6878αρτοπωλείο[ἀρτοπωλεῖο] αρ-το-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): αρτοποιείο. Βλ. -πωλείο. ΣΥΝ. φουρνάρικο [< μτγν. ἀρτοπωλεῖον]
6879άρτος[ἄρτος] άρ-τος ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) ψωμί: άζυμος ~. Παρασκευή/πρατήριο/προϊόντα (= αρτοσκευάσματα) ~ου. 2. ΕΚΚΛΗΣ. το ψωμί της Θείας Λειτουργίας: ο άγιος ~. ~ και οίνος (βλ. Μετάληψη). Σφραγίδα για ~ους. Πβ. αντίδωρο, πρόσφορο. Βλ. αρτοκλασία, όστια. ● Υποκ.: αρτίδιο (το) {συνήθ. στον πληθ.}: βλ. -ίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: άρτος ο επιούσιος (λόγ.): τα καθημερινώς απαραίτητα για να ζήσει κανείς: Εξασφαλίζω τον ~ο τον ~ο. Δουλεύει σκληρά για τον ~ο τον ~ο. Πβ. το καθημερινό ψωμί. Βλ. μεροκάματο., ο άρτος της ζωής & (σπάν.) ο ουράνιος άρτος: ΕΚΚΛΗΣ. ο άρτος της Θείας Κοινωνίας, το σώμα του Ιησού, ο Χριστός. ● ΦΡ.: άρτος και θεάματα (ειρων.): υλικές απολαύσεις και εντυπωσιακές εκδηλώσεις, χαμηλής συνήθ. ποιότητας, που προσφέρονται κυρ. στον λαό, για να εξασφαλιστεί η εύνοιά του: Παρέχουν ~ο ~, για να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο από τα καίρια προβλήματα. [< γαλλ. du pain et des jeux] , ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος (ΚΔ): ο άνθρωπος εκτός από υλικές ανάγκες έχει και πνευματικές. [< αρχ. ἄρτος]
6880αρτοσκευάσματα[ἀρτοσκευάσματα] αρ-το-σκευ-ά-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αρτοσκεύασμα} & (σπανιότ.) αρτοπαρασκευάσματα (λόγ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. προϊόντα που παρασκευάζονται όπως και το ψωμί, με αλεύρι δημητριακών και άλλες πρώτες ύλες, π.χ. αβγά, γάλα, αρωματικές ουσίες, γλυκαντικά. Πβ. βουτήματα. Βλ. κουλούρι, κριτσίνι, κρουασάν, παξιμάδι, τσουρέκι, φρυγανιά.
6881αρτοφόριο[ἀρτοφόριο] αρ-το-φό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {αρτοφορί-ου | -ων} & (λαϊκό) αρτοφόρι: ΕΚΚΛΗΣ. ιερό σκεύος πάνω στην Αγία Τράπεζα, μέσα στο οποίο φυλάσσεται ο άγιος άρτος για τη Μετάληψη όσων είναι βαριά άρρωστοι: ~ σε σχήμα μικρού ναού. [< μεσν. αρτοφόριον]
6882άρτσι μπούρτσιβλ. άρτζι μπούρτζι
6883αρτύθηκαβλ. αρταίνω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.