Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7780-7800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6884άρτυμα[ἄρτυμα] άρ-τυ-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. αρτύμ-ατα} (λόγ.) 1. κάθε φυσική ουσία που προστίθεται στο φαγητό, για να του χαρίσει άρωμα και ευχάριστη γεύση: ~ λεμονιού. ~ατα σαλάτας (βλ. ντρέσινγκ). Φυτικά ~ατα (= καρυκεύματα, μπαχαρικά, μυρωδικά). 2. (σπάν.) μη νηστίσιμο φαγητό. [< 1: αρχ. ἄρτυμα 2: μεσν. ~]
6885αρτυματικός, ή, ό [ἀρτυματικός] αρ-τυ-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που χρησιμοποιείται ως άρτυμα: ~ό: παρασκεύασμα/συστατικό. ~ά: φυτά (βλ. αρωματικά). ● ΣΥΜΠΛ.: αρτυματικές ύλες/ουσίες: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αρτύματα. Βλ. πρόσθετα (τροφίμων). [< μεσν. αρτυματικός]
6886αρτύσιμος, η, ο [ἀρτύσιμος] αρ-τύ-σι-μος επίθ. (λόγ., για τροφή): που δεν είναι νηστίσιμος. [< μεσν. αρτύσιμος]
6887αρύβαλλος[ἀρύβαλλος] α-ρύ-βαλ-λος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρό, σφαιρικό ή ωοειδές αγγείο, με στενό λαιμό και μια λαβή, για τη φύλαξη λαδιού και σπανιότ. αρώματος· το χρησιμοποιούσαν κυρ. οι αθλητές, για να αλείφουν το σώμα τους. Βλ. ασκός, μυροδοχείο. [< αρχ. ἀρύβαλλος]
6888αρύομαι[ἀρύομαι] α-ρύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {αρυσθεί, συνήθ. στο γ' πρόσ., κυρ. στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.-μτφ.): αντλώ: Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να αρυσθούν πληροφορίες από ...|| Πόθεν ~εται το δικαίωμα να ... [< αρχ. ἀρύω]
6889αρχ-βλ. αρχι- & αρχ- & αρχί-
6890αρχαγγελικός, ή, ό [ἀρχαγγελικός] αρ-χαγ-γε-λι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τους Αρχαγγέλους: ~ές: δυνάμεις. ~ά: τάγματα. [< μτγν. ἀρχαγγελικός]
6891Αρχάγγελος[Ἀρχάγγελος ] Αρ-χάγ-γε-λος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία κυρ. των αγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ ως αρχηγών των αγγελικών ταγμάτων. ΣΥΝ. ταξιάρχης1Αρχάγγελοι (οι): ένα από τα αγγελικά τάγματα, στο οποίο ανήκουν οι αρχηγοί και καθοδηγητές των αγγέλων. Βλ. άγγελος. [< μτγν. Ἀρχάγγελος]
6892αρχαΐζων, ουσα, ον [ἀρχαΐζων] αρ-χα-ΐ-ζων επίθ. (λόγ.): που μιμείται τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό ή την αρχαία ελληνική γλώσσα: ~ουσα: τεχνοτροπία. ~ουσες: εκφράσεις/λέξεις (= αρχαϊσμοί). Βλ. αττικίζων. ΣΥΝ. αρχαϊκός (2), αρχαιοπρεπής ● Ουσ.: αρχαΐζουσα (η): ΓΛΩΣΣ. μορφή της ελληνικής γλώσσας που δανείζεται ή αντιγράφει μορφολογικά, συντακτικά, λεξιλογικά και υφολογικά στοιχεία της Αρχαίας Ελληνικής. Πβ. καθαρεύουσα. Βλ. δημοτική. [< μτγν. ἀρχαΐζων]
6893αρχαϊκός, ή, ό [ἀρχαϊκός] αρ-χα-ϊ-κός επίθ. (επιστ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την αρχαϊκή εποχή: ~ός: λυρισμός/ναός. ~ή: επιγραφή/τέχνη. ~ό: άγαλμα. Βλ. προκλασικός. 2. αρχαΐζων· κατ' επέκτ. απαρχαιωμένος, ξεπερασμένος: ~ά: (γλωσσικά) στοιχεία (= αρχαϊσμοί). ΣΥΝ. αρχαιοπρεπής.|| ~ές: αντιλήψεις. ● επίρρ.: αρχαϊκά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαϊκή εποχή/περίοδος & αρχαϊκοί χρόνοι: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. η οποία εκτείνεται περ. από το τέλος των γεωμετρικών χρόνων (8ος αι. π.Χ.) μέχρι τη λήξη των Περσικών πολέμων (479 π.Χ.)· κατ' επέκτ. ο πολιτισμός και τα υλικά κατάλοιπα της συγκεκριμένης εποχής. Πβ. προκλασικός., αρχαϊκό μειδίαμα: ΑΡΧΑΙΟΛ. χαρακτηριστικό ελαφρύ χαμόγελο των κούρων και των κορών της αρχαϊκής γλυπτικής., αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας βλ. αρχαιοζωικός [< αρχ. ἀρχαϊκός, γαλλ. archaïque, αγγλ. archaic]
6894αρχαϊκότητα[ἀρχαϊκότητα] αρ-χα-ϊ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα του αρχαϊκού ή του απαρχαιωμένου. Βλ. νεωτερισμός, -ότητα.
6895αρχαιο- & αρχαιό-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στην αρχαιότητα και τον αρχαίο πολιτισμό, κυρ. τον ελληνικό και ρωμαϊκό: αρχαιο-δίφης/~καπηλία/~λογικός. Αρχαιό-φιλος.
6896αρχαιοαστρονομία[ἀρχαιοαστρονομία] αρ-χαι-ο-α-στρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. μελέτη των αστρονομικών πεποιθήσεων, πρακτικών και ανακαλύψεων των αρχαίων πολιτισμών και ειδικότ. διερεύνηση της σχέσης των αρχαίων μνημείων ή οργάνων με τη θέση των ουράνιων σωμάτων. [< αγγλ. arch(a)eoastronomy, 1971]
6897αρχαιοβακτήρια[ἀρχαιοβακτήρια] αρ-χαι-ο-βα-κτή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αρχαιοβακτήριο}: ΒΙΟΛ. κατηγορία βακτηρίων, εξαιρετικά ανθεκτικών σε ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες. [< αγγλ. archaebacterium, 1977, γαλλ. archébactéries, 1984]
6898αρχαιοβοτανική[ἀρχαιοβοτανική] αρ-χαι-ο-βο-τα-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΒΟΤ. -ΠΑΛΑΙΟΝΤ. παλαιοβοτανική.
6899αρχαιογνωσία[ἀρχαιογνωσία] αρ-χαι-ο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): γνώση του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού πολιτισμού, ιδ. μέσα από τις επιστήμες της φιλολογίας, της αρχαιολογίας και της ιστορίας. Πβ. αρχαιομάθεια. Βλ. -γνωσία. [< γερμ. Altertumskunde]
6900αρχαιογνώστης[ἀρχαιογνώστης] αρ-χαι-ο-γνώ-στης ουσ. (αρσ.): γνώστης του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού πολιτισμού. Πβ. αρχαιο-δίφης, -μαθής. Βλ. -γνώστης.
6901αρχαιογνωστικός, ή, ό [ἀρχαιογνωστικός] αρ-χαι-ο-γνω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αρχαιογνωσία: ~ή: παιδεία. ~ές: επιστήμες.
6902αρχαιοδίφης[ἀρχαιοδίφης] αρ-χαι-ο-δί-φης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): γνώστης, ερευνητής και μελετητής της αρχαιότητας. Πβ. αρχαιογνώστης. Βλ. ιστοριοδίφης. [< γερμ. Altertumsforscher]
6903αρχαιοελληνικός, ή, ό [ἀρχαιοελληνικός] αρ-χαι-ο-ελ-λη-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αρχαία Ελλάδα: ~ός: πολιτισμός. ~ή: γλώσσα/γραμματεία/παράδοση/τέχνη/φιλοσοφία. ~οί: θεοί/ναοί. ~ά: αγάλματα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.