| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6904 | αρχαιοζωικός | , ή, ό [ἀρχαιοζωϊκός] αρ-χαι-ο-ζω-ι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας: ΓΕΩΛ. η αρχαιότερη γεωλογική εποχή, που μεσολάβησε ανάμεσα στον σχηματισμό του στερεού φλοιού της Γης και την εμφάνιση ζωής. ΣΥΝ. αζωικός αιώνας/αζωική περίοδος [< γαλλ. ère archéozoïque/archéenne] | |
| 6905 | αρχαιοζωολογία | [ἀρχαιοζωολογία] αρ-χαι-ο-ζω-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΖΩΟΛ. -ΠΑΛΑΙΟΝΤ. παλαιοζωολογία. | |
| 6906 | αρχαιόθρησκος | [ἀρχαιόθρησκος] αρ-χαι-ό-θρη-σκος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΘΡΗΣΚ. πρόσωπο που πιστεύει στην αρχαία (ελληνική) θρησκεία. Βλ. αρχαιολάτρης, δωδεκαθεϊστής, νεοειδωλολάτρης, νεοπαγανιστής. | |
| 6907 | αρχαιοκαπηλία | [ἀρχαιοκαπηλία] αρ-χαι-ο-κα-πη-λί-α ουσ. (θηλ.): κλοπή και παράνομη εμπορία αρχαιοτήτων: κύκλωμα ~ας. Πάταξη της ~ας. | |
| 6908 | αρχαιοκαπηλικός | , ή, ό [ἀρχαιοκαπηλικός] αρ-χαι-ο-κα-πη-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αρχαιοκαπηλία: ~ή: δράση/δραστηριότητα. | |
| 6909 | αρχαιοκάπηλος | [ἀρχαιοκάπηλος] αρ-χαι-ο-κά-πη-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που διαπράττει αρχαιοκαπηλία. σπείρα ~ων. Βλ. -κάπηλος. | |
| 6910 | αρχαιόκλιτος | , η, ο [ἀρχαιόκλιτος] αρ-χαι-ό-κλι-τος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που ακολουθεί το κλιτικό σύστημα της Αρχαίας Ελληνικής: ~α: επίθετα (: διαφανής, οξύς)/ουσιαστικά (: μέθοδος). | |
| 6911 | αρχαιολάτρης | [ἀρχαιολάτρης] αρ-χαι-ο-λά-τρης ουσ. (αρσ.): λάτρης της αρχαιότητας. Πβ. αρχαιό-θρησκος, -φιλος. Βλ. -λάτρης. | |
| 6912 | αρχαιολατρία | [ἀρχαιολατρία] αρ-χαι-ο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. αρχαιολατρεία): θαυμασμός και εξιδανίκευση της αρχαιότητας. Βλ. -λατρία, αρχαιο-μανία, -πληξία. | |
| 6913 | αρχαιολατρικός | , ή, ό [ἀρχαιολατρικός] αρ-χαι-ο-λα-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αρχαιολατρία. ~ές ομάδες (= αρχαιολάτρες). | |
| 6914 | αρχαιολογία | [ἀρχαιολογία] αρ-χαι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. επιστήμη που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη και κατανόηση του ανθρώπινου παρελθόντος (πολιτισμικού, κοινωνικού, θρησκευτικού), μέσα από την ανάλυση και διερεύνηση υλικών πολιτιστικών υπολειμμάτων, οικοδομημάτων, λειψάνων και άλλων ευρημάτων: προϊστορική/κλασική/ρωμαϊκή/(μετα)βυζαντινή/μεσαιωνική ~. Ιστορία-~. Δημόσια ~ (: που απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό). Βλ. ανασκαφή.|| (προφ., η Αρχαιολογική Υπηρεσία:) Έχω προβλήματα με την ~. Βλ. -λογία. 2. {σπανιότ. στον πληθ.} (μειωτ.) χαρακτηρισμός προσώπου μεγάλης ηλικίας ή συνήθ. πολύ παλιού, ξεπερασμένου, φθαρμένου πράγματος. Πβ. αντίκα, κουρελαρία, παλιατζούρα. ● ΣΥΜΠΛ.: βιομηχανική αρχαιολογία: κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τη διάσωση και καταγραφή βιομηχανικών μνημείων. [< αγγλ. industrial archaeology, 1951] , πειραματική αρχαιολογία: που στοχεύει στην ερμηνεία και επιβεβαίωση αρχαιολογικών μαρτυριών, μέσω της διεξαγωγής ελεγχόμενων πειραμάτων. [< αγγλ. experimental archaeology] , περιβαλλοντική αρχαιολογία: που έχει ως αντικείμενο την ανασύνθεση των περιβαλλοντικών συνθηκών παλαιότερων εποχών και την κατανόηση της επίδρασης του ανθρώπου σε αυτές. [< αγγλ. environmental archaeology] , ψηφιακή αρχαιολογία: διαδικασία ανάκτησης πληροφοριών από απαρχαιωμένες και κατεστραμμένες πηγές δεδομένων. [< αγγλ. digital archaeology] , ενάλια αρχαιολογία βλ. ενάλιος [< 1: αρχ. ἀρχαιολογία, γαλλ. archéologie, γερμ. Archäologie, αγγλ. archaeology 2: γαλλ. antique, antiquité] | |
| 6915 | αρχαιολογικός | , ή, ό [ἀρχαιολογικός] αρ-χαι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την αρχαιολογία, τον αρχαιολόγο ή τα αρχαία μνημεία: ~ός: θησαυρός/νόµος/οδηγός/πλούτος/τουρισμός/χάρτης. ~ή: κληρονομιά/σκαπάνη/συλλογή. ~ές: ανασκαφές/έρευνες. ~ά: εκθέματα/ευρήματα. Η εν Αθήναις ~ή Εταιρεία. ~ό Μουσείο. Αγάλματα ανεκτίμητης ~ής αξίας. Περιοχή με μεγάλο ~ό ενδιαφέρον. ● επίρρ.: αρχαιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαιολογική θέση/αρχαιολογικός τόπος: με αρχαιολογικά ευρήματα (π.χ. οικισμούς, κτίσματα, εργαλεία). Πβ. αρχαιολογικός χώρος., Αρχαιολογική Υπηρεσία: δημόσια υπηρεσία που υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και είναι υπεύθυνη για την ανεύρεση και προστασία των αρχαιοτήτων. Πβ. αρχαιολογία. Βλ. Εφορεία Αρχαιοτήτων., αρχαιολογική σχολή βλ. σχολή, αρχαιολογικό πάρκο βλ. πάρκο, αρχαιολογικός χώρος βλ. χώρος [< μτγν. ἀρχαιολογικός ‘αυτός που μελευτά την αρχαιότητα’, γαλλ. archéologique, αγγλ. archaeological, γερμ. archäologischer] | |
| 6916 | αρχαιολόγος | [ἀρχαιολόγος] αρ-χαι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο μελέτης την αρχαιολογία: ιστορικός-~. Βλ. αρχαιοδίφης, -λόγος. [< μτγν. ἀρχαιολόγος ‘ηθοποιός, αντιγραφέας αρχαίων κειμένων», μεσν. ~, γαλλ. archéologue, γερμ. Archäologe, αγγλ. archaeologist] | |
| 6917 | αρχαιομάθεια | [ἀρχαιομάθεια] αρ-χαι-ο-μά-θει-α ουσ. (θηλ.): γνώση του αρχαίου ελληνικού κυρ. πολιτισμού και ειδικότ. της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Πβ. αρχαιογνωσία, ελληνομάθεια. Βλ. -μάθεια. | |
| 6918 | αρχαιομαθής | , ής, ές [ἀρχαιομαθής] αρ-χαι-ο-μα-θής επίθ./ουσ. (λόγ.): πρόσωπο που διαθέτει αρχαιομάθεια. Πβ. αρχαιογνώστης. Βλ. -μαθής. | |
| 6919 | αρχαιομανία | [ἀρχαιομανία] αρ-χαι-ο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): υπερβολικό πάθος, εμμονή με την αρχαιότητα και ιδ. με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Πβ. αρχαιοπληξία. Βλ. -μανία. | |
| 6920 | αρχαιομετρία | [ἀρχαιομετρία] αρ-χαι-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. διεπιστημονικός κλάδος που χρησιμοποιεί μεθόδους και τεχνικές των θετικών επιστημών για τη χρονολόγηση, ανάλυση και εντοπισμό αρχαιολογικών ευρημάτων από την παλαιολιθική εποχή και για την ανασύσταση του οικοσυστήματος των πρώτων ανθρώπων. Βλ. χρονολόγηση με άνθρακα-14, -μετρία. [< γαλλ. archéométrie, 1952, αγγλ. arch(a)eometry, 1958] | |
| 6921 | αρχαιομετρικός | , ή, ό [ἀρχαιομετρικός] αρ-χαι-ο-με-τρι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την αρχαιομετρία: ~ές: διασκοπήσεις/εφαρμογές. Ελληνική ~ή Εταιρεία. [< αγγλ. archaeometric, 1972] | |
| 6922 | αρχαιόπληκτος | , η, ο [ἀρχαιόπληκτος] αρ-χαι-ό-πλη-κτος επίθ./ουσ. {σπάν. στο θηλ. κ. ουδ.} (αρνητ. συνυποδ.): που χαρακτηρίζεται από αρχαιοπληξία. Πβ. προγονόπληκτος. Βλ. -πληκτος. | |
| 6923 | αρχαιοπληξία | [ἀρχαιοπληξία] αρ-χαι-ο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): υπερβολική αγάπη για την αρχαιότητα και συνήθ. απόρριψη καθετί μοντέρνου. Πβ. αρχαιομανία, προγονοπληξία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ