Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7820-7840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6924αρχαιοπρέπεια[ἀρχαιοπρέπεια] αρ-χαι-ο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.): το σύνολο των χαρακτηριστικών που καθιστούν κάτι αρχαιοπρεπές: μεγαλοπρέπεια και ~ των μνημείων.
6925αρχαιοπρεπής, ής, ές [ἀρχαιοπρεπής] αρ-χαι-ο-πρε-πής επίθ. (λόγ.): που θυμίζει, μιμείται τον αρχαίο τρόπο ζωής και έκφρασης: ~ές: ένδυμα/όνομα/ύφος. ~ή: αγάλματα.|| ~είς εκφράσεις ή αρχαϊσμοί (λ.χ. κατά το εικός, κυάμων απέχεσθαι)/λέξεις (π.χ. αγλαός, αδολεσχία, ειμαρμένη, κεχηνώς). Βλ. -πρεπής. ΣΥΝ. αρχαΐζων, αρχαϊκός (2) ● επίρρ.: αρχαιοπρεπώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀρχαιοπρεπής]
6926αρχαιοπτέρυγας[ἀρχαιοπτέρυγας] αρ-χαι-ο-πτέ-ρυ-γας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) αρχαιοπτέρυξ (ο/η): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. απολιθωμένο γένος πτηνών της Ιουρασικής περιόδου που διατηρεί κάποια χαρακτηριστικά των ερπετών από τα οποία προήλθε. [< γαλλ. archéoptéryx, αγγλ. archaeopteryx]
6927αρχαιοπωλείο[ἀρχαιοπωλεῖο] αρ-χαι-ο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κατάστημα που πουλά κινητά αρχαία αντικείμενα ή απομιμήσεις τους: Εφορεία ~ων και Ιδιωτικών Αρχαιολογικών Συλλογών. Βλ. αντικερί, παλαιοπωλείο, -πωλείο.
6928αρχαιοπώλης[ἀρχαιοπώλης] αρ-χαι-ο-πώ-λης ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που έχει τη νόμιμη κατοχή ή κυριότητα κινητών αρχαίων αντικειμένων και το δικαίωμα πώλησής (μεταβίβασής) τους: Σωματείο ~ών και Εμπόρων Έργων Τέχνης. Συλλέκτες και ~ες. Πβ. αντικέρ, παλαιοπώλης. Βλ. -πώλης.
6929αρχαίος, α, ο [ἀρχαῖος] αρ-χαί-ος επίθ. {συγκρ. αρχαιό-τερος, υπερθ. -τατος): που χρονολογείται σε πολύ πρώιμη εποχή, πριν από τον Μεσαίωνα και ειδικότ. από την αρχή των ιστορικών χρόνων (1100 π.Χ.) μέχρι τη διάλυση του Δ. ρωμαϊκού κράτους (395 ή 476 μ.Χ): ~ος: κόσμος/ναός/οικισμός/πολιτισμός/τάφος. ~α: αγορά/γραμματεία/Ελλάδα/κωμωδία. ~ο: θέατρο. ~α: κείμενα. ~α Εκκλησία (= πρωτοχριστιανική). Οι ~οι ημών πρόγονοι.|| ~τατο έθιμο (= πανάρχαιο).|| (προφ.-ειρων.) Πού το βρήκες αυτό το ~ο (= παμπάλαιο) φόρεμα (βλ. αρχαιολογία); ● Ουσ.: αρχαία (τα): (προφ.) ενν. ευρήματα, μνημεία: Βρέθηκαν ~. Πβ. αρχαιότητες., Αρχαίοι (οι): ενν. Έλληνες (και Ρωμαίοι)., ο αρχαιότερος: ο παλαιότερος σε έναν χώρο (π.χ. εργασίας) και συνήθ. ανώτερος ιεραρχικά: ~ στη δουλειά/στον στρατό. [< αγγλ. senior] ● ΣΥΜΠΛ.: Αρχαία Ελληνική & Αρχαία Ελληνικά (συντομ. ΑΕ) & (προφ.) Αρχαία (τα) & (σπάν.) Αρχαία (η): η ελληνική γλώσσα από το 2000 π.Χ. ως το 300 περ. π.Χ.· ειδικότ. η Ελληνική των κλασικών χρόνων (5ου και 4ου αι. π.Χ.): γραμματική/συντακτικό της ~ας (~ής).|| (συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα, Αρχαία (Ελληνικά):) ~ από μετάφραση/το πρωτότυπο. Πόσο πήρες στα ~; ● ΦΡ.: από αρχαιοτάτων χρόνων (λόγ.) & από τα πανάρχαια χρόνια: από πολύ παλιά: Η περιοχή κατοικείται ~ ~. Πβ. ανέκαθεν, από καταβολής κόσμου. [< αρχ. ἀρχαῖος, γαλλ. antique, ancien]
6930αρχαιότητα[ἀρχαιότητα] αρ-χαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. {χωρ. πληθ.} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α) η αρχαία εποχή: κλασική/πρώιμη/ύστερη ~. Τα κείμενα/μνημεία της ~ας. Κατά την ~. Κέντρον Ερεύνης της ~ος (της Ακαδημίας Αθηνών). 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. {χωρ. πληθ.} παλαιότητα: προακτέοι κατ' ~ (= με κριτήριο την ~) και όχι κατ' εκλογήν. Προαγωγή κατά σειρά ~ας (κυρ. για δημόσιους υπαλλήλους).|| ~ τίτλου σπουδών. Βλ. -ότητα.αρχαιότητες (οι) (επίσ.-περιληπτ.): κινητά ή ακίνητα μνημεία παλαιότερων πολιτισμών με αρχαιολογική αξία: βυζαντινές/ελληνιστικές/ενάλιες/κλασικές/μινωικές ~. Ανακαλύφθηκαν/εκλάπησαν/εκτίθενται ~. Πβ. αρχαία (τα). [< γαλλ. antiquités] ● ΣΥΜΠΛ.: Εφορεία Αρχαιοτήτων βλ. εφορεία ● ΦΡ.: τα επτά θαύματα του κόσμου/της αρχαιότητας βλ. θαύμα [< 1: αρχ. ἀρχαιότης, γαλλ. antiquité 2: γαλλ. ancienneté]
6931αρχαιότροπος, η, ο [ἀρχαιότροπος] αρ-χαι-ό-τρο-πος επίθ.: που γίνεται σύμφωνα με τα αρχαία ήθη, έθιμα ή πρότυπα. [< αρχ. ἀρχαιότροπος]
6932αρχαιόφιλος, η, ο [ἀρχαιόφιλος] αρ-χαι-ό-φι-λος επίθ./ουσ. {γεν. αρσ. -ου (λόγ.) -ίλου}: θαυμαστής της αρχαιότητας, ιδ. του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Πβ. αρχαιολάτρης, φιλάρχαιος, φιλέλληνας. Βλ. -φιλος.
6933αρχαιοφύλακας[ἀρχαιοφύλακας] αρ-χαι-ο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.): φύλακας αρχαιολογικού χώρου ή μουσείου. Βλ. -φύλακας. [< μτγν. ἀρχαιοφύλαξ 'γραμματέας']
6934αρχαιρεσίες[ἀρχαιρεσίες] αρ-χαι-ρε-σί-ες ουσ. (θηλ.) (οι): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εκλογή για την ανάδειξη προέδρου ή Διοικητικού Συμβουλίου: ~ συνδικάτου/συνεδρίου/σωματείου. Αποτελέσματα/διεξαγωγή/πρακτικά ~ών. Βλ. δημαιρεσίες. [< αρχ. ἀρχαιρεσία ‘εκλογή αρχόντων’]
6935αρχαϊσμός[ἀρχαϊσμός] αρ-χα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: χρήση αρχαίων ή αρχαιοπρεπών γλωσσικών στοιχείων· (συνεκδ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες λέξεις ή εκφράσεις: στόμφος και ~.|| Κείμενο γεμάτο ~ούς. Βλ. νεολογισμός. [< μτγν. ἀρχαϊσμός ‘μίμηση των αρχαίων’]
6936αρχαϊστής[ἀρχαϊστής] αρ-χα-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που υποστηρίζει και μιμείται τον αρχαίο τρόπο έκφρασης. Βλ. δημοτικιστής. [< γαλλ. archaïste, αγγλ. archaist]
6937αρχαϊστί[ἀρχαϊστί] αρ-χα-ϊ-στί επίρρ. (λόγ.): στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Βλ. -ιστί.
6938αρχαϊστικός, ή, ό [ἀρχαϊστικός] αρ-χα-ϊ-στι-κός επίθ.: που ακολουθεί, μιμείται αρχαία πρότυπα: ~ή: γλώσσα. ~ά: κείμενα/στοιχεία. Πβ. αρχαΐζων, αρχαιοπρεπής. [< γαλλ. archaï stique, αγγλ. archaistic]
6939αρχάνθρωπος[ἀρχάνθρωπος] αρ-χάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): ΑΝΘΡΩΠ. πρώιμη μορφή ανθρώπου της παλαιολιθικής εποχής, πρόγονος του homo sapiens. Βλ. άνθρωπος του Νεάντερταλ. [< νεολατ. archanthropinae, μτγν. ἀρχάνθρωπος 'ο Αδάμ']
6940αρχάριος, α, ο [ἀρχάριος] αρ-χά-ρι-ος επίθ./ουσ. {-ιου (λόγ.) -ίου}: που μαθαίνει ή κάνει κάτι για πρώτη φορά· κατ' επέκτ. άπειρος: ~ος: οδηγός/παίκτης. ~ στο βιολί (ΣΥΝ. ατζαμής, πρωτάρης, πρωτόπειρος).|| (ως ουσ.) ~οι και προχωρημένοι. Επίπεδο/τάξη ~ίων. Βιβλία/τμήματα για ~ιους. ● ΦΡ.: η τύχη του πρωτάρη βλ. πρωτάρης, πρωτάρα [< μτγν. ἀρχάριος, γαλλ. novice]
6941αρχέ-& αρχε- βλ. αρχι- & αρχ- & αρχί-
6942αρχέγονος, η, ο [ἀρχέγονος] αρ-χέ-γο-νος επίθ.: που υπάρχει ήδη από το πρωταρχικό στάδιο της εξέλιξης του κόσμου, της γένεσης των όντων: ~ος: μύθος (= πανάρχαιος, προαιώνιος). ~η: ανάγκη/αντίληψη/επιθυμία/φυλή (= πρωτόγονη). ~ο: αίσθημα. ~ες: δοξασίες/μνήμες. ~α: αντανακλαστικά (: με τα οποία γεννιέται το μωρό)/γονίδια/ένστικτα (= ζωώδη). Βλ. -γονος. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχέγονα κύτταρα: ΒΙΟΛ. που δημιουργούν και ανανεώνουν τον μυελό των οστών, συνθέτουν το αίμα του οργανισμού (ερυθρά, λευκά αιμοσφαίρια, αιμοπετάλια) και αποτελούν τη βάση του ανοσοποιητικού συστήματος., αρχέγονη σούπα βλ. σούπα [< μτγν. ἀρχέγονος, γαλλ. primitif, primordial]
6943αρχειακός, ή, ό [ἀρχειακός] αρ-χει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το αρχείο: ~ός: θησαυρός/κατάλογος/πλούτος. ~ή: βιβλιοθήκη/συλλογή/υπηρεσία. ~ό: υλικό. ~ές: πηγές. ~ά: τεκμήρια.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.