| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6944 | αρχείο | [ἀρχεῖο] αρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. συλλογή συνήθ. ταξινομημένου υλικού, που φυλάσσεται για διοικητικούς, ιστορικούς, επιστημονικούς, πρακτικούς ή συναισθηματικούς λόγους· κατ' επέκτ. ο χώρος φύλαξής του: κινηματογραφικό/λαογραφικό/λεξικογραφικό/μουσικό/φωτογραφικό ~. Ψηφιακό ~. ~ άρθρων/δεδομένων/δελτίων τύπου/δημοσιευμάτων/εγγράφων/εικόνων/ήχου/ταινιών (βλ. ταινιοθήκη)/χειρογράφων. Διάσωση/δημιουργία/ενημέρωση/ευρετηρίαση/τήρηση ~ου. Απόρρητα/δημόσια/εθνικά/οικογενειακά/συμβολαιογραφικά ~α. Κρατώ (προσωπικό) ~ (βλ. αποδελτιώνω).|| ~ εφημερίδας/μουσείου. Πλάνα ~ου (: σε δελτίο ειδήσεων). Τα ~α της Ασφάλειας/των μυστικών υπηρεσιών. Βλ. αρχειο-, βιβλιο-θήκη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο σχετικών μεταξύ τους δεδομένων ή προγραμμάτων που αποθηκεύονται ως ενιαία μονάδα στην περιφερειακή μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή: αποθήκευση/αποστολή/δημιουργία/επεξεργασία/επισύναψη/λήψη/μορφή/συμπίεση ~ου. Εκτελέσιμα/επισυναπτόμενα/συνημμένα ~α. Διακομιστής/πρωτόκολλο μεταφοράς/ταξινόμηση ~ων. Το μέγεθος/η μορφή/το όνομα ενός ~ου. Βλ. φάκελος. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχείο εντολών: ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο αποθηκευμένων εντολών και προγραμμάτων. [< αγγλ. command file] , αρχείο συστήματος: ΠΛΗΡΟΦ. που περιέχει κώδικα ή δεδομένα, απαραίτητο/α για τη λειτουργία του υπολογιστή. [< αγγλ. system file] , Γενικά Αρχεία του Κράτους (ακρ. ΓΑΚ): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. δημόσια υπηρεσία, αρμόδια για τη συγκέντρωση, ταξινόμηση και συντήρηση του αρχειακού υλικού της χώρας (εγγράφων και χειρογράφων) με ιστορική, πολιτιστική, διοικητική, οικονομική και κοινωνική σημασία., κρυμμένο αρχείο: ΠΛΗΡΟΦ. που ανήκει στο λειτουργικό συνήθ. σύστημα υπολογιστή και έχει την ιδιότητα να μην είναι εμφανές στους καταλόγους στους οποίους έχουν πρόσβαση οι χρήστες. [< αγγλ. hidden file] ● ΦΡ.: στο αρχείο: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν αποτελεί πια αντικείμενο έρευνας ή/και ενδιαφέροντος: Έβαλαν/έστειλαν την υπόθεση ~ ~. Η αίτηση/ο φάκελος μπήκε/τέθηκε ~ ~. Βλ. χρονοντούλαπο της ιστορίας. [< 1: μτγν. ἀρχεῖον, γαλλ. archives, αγγλ. archive 2: αγγλ. file] | |
| 6945 | αρχειοθέτης | [ἀρχειοθέτης] αρ-χει-ο-θέ-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αρχειοθέτρια}: υπάλληλος υπεύθυνος αρχειοθέτησης. ~-βιβλιοθηκονόμος. Πβ. αρχειοφύλακας. Βλ. -θέτης, παλαιογράφος. [< γαλλ. archiviste, αγγλ. archivist] | |
| 6946 | αρχειοθέτηση | [ἀρχειοθέτηση] αρ-χει-ο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ταξινόμηση υλικού σε αρχείο και ευρετηρίασή του για άμεση αναζήτηση ή/και πρόσβαση: ~ βιβλιοθήκης/φωτογραφιών. ~ κατά αλφαβητική, αριθμητική, χρονολογική σειρά.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αυτόματη/ηλεκτρονική/οπτική ~. [< γαλλ. archivage, 1951] | |
| 6947 | αρχειοθετώ | [ἀρχειοθετῶ] αρ-χει-ο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {αρχειοθετ-είς ... | αρχειοθέτ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: κάνω αρχειοθέτηση: Τα έγγραφα/χειρόγραφα ~ήθηκαν σε φακέλους. ~ημένα: άρθρα. Βλ. αποδελτιώνω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Κείμενα ~ημένα σε CD. Βλ. -θετώ. [< γαλλ. archiver] | |
| 6948 | αρχειοθήκη | [ἀρχειοθήκη] αρ-χει-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.): κάθε μέσο φύλαξης και διαχείρισης αρχείου (π.χ. συρταροθήκη, κτίριο-υπηρεσία, πρόγραμμα υπολογιστή): ηλεκτρονική/τροχήλατη/φωτογραφική ~. Βιβλιοθήκες και ~ες. Βλ. -θήκη. | |
| 6949 | αρχειονομία | [ἀρχειονομία] αρ-χει-ο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): επιστημονικός κλάδος με αντικείμενο τη δημιουργία, οργάνωση, διαχείριση και αξιοποίηση αρχείων: ~-βιβλιοθηκονομία. Βλ. -νομία. | |
| 6950 | αρχειονόμος | [ἀρχειονόμος] αρ-χει-ο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην αρχειονομία: ~-βιβλιοθηκονόμος. Βλ. -νόμος. | |
| 6951 | αρχειοφύλακας | [ἀρχειοφύλακας] αρ-χει-ο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): πρόσωπο υπεύθυνο για την ταξινόμηση και φύλαξη αρχειακού υλικού. Πβ. αρχειοθέτης. Βλ. -φύλακας. [< μτγν. ἀρχειοφύλαξ] | |
| 6952 | αρχειοφυλακείο | [ἀρχειοφυλακεῖο] αρ-χει-ο-φυ-λα-κεί-ο ουσ. (ουδ.) & αρχειοφυλάκιο (παλαιότ.): χώρος, κτίριο φύλαξης κρατικών εγγράφων. | |
| 6953 | Αρχές | [Ἀρχές] Αρ-χές ουσ. (θηλ.) (οι): ΕΚΚΛΗΣ. ένα από τα εννέα αγγελικά τάγματα, που θεωρείται ότι έχει εξουσία πάνω στους Αρχαγγέλους και σε μεγάλες ανθρώπινες ομάδες (έθνη). Βλ. άγγελος. [< μτγν. ἀρχαί] | |
| 6954 | άρχεται | βλ. άρχω | |
| 6955 | αρχετυπικός | , ή, ό [ἀρχετυπικός] αρ-χε-τυ-πι-κός επίθ.: που έχει τα χαρακτηριστικά αρχετύπου: ~ός: χαρακτήρας. ~ή: εικόνα/ιδέα/μορφή/σχέση/φιγούρα. ~ό: μοντέλο/σύμβολο. Πβ. αρχέτυπος, πρωτοτυπικός. ● επίρρ.: αρχετυπικά [< μεσν. επίρρ. αρχετυπικώς, γερμ. archetypisch, γαλλ. archétypal, αγγλ. archetyp(ic)al] | |
| 6956 | αρχέτυπο | [ἀρχέτυπο] αρ-χέ-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {αρχετύπ-ου} 1. αρχικός τύπος, πρωταρχική εικόνα και γενικότ. καθετί που χρησιμοποιείται ως υπόδειγμα: το ~ του ήρωα. Θρησκευτικά/μυθολογικά ~α. Πρότυπο-~.|| (ΨΥΧΟΛ.) Το ~ του πατέρα (βλ. συλλογικό ασυνείδητο). Πβ. μοντέλο, σύμβολο. 2. ΠΛΗΡΟΦ. πρωτότυπη, μη λειτουργική έκδοση υπολογιστικού προγράμματος, για την ακριβή καταγραφή των απαιτήσεων του πελάτη, που κατασκευάζεται σε διαφορετικό συνήθ. περιβάλλον ανάπτυξης από αυτό της τελικής εφαρμογής: ~ λογισμικού. 3. ΠΑΛΑΙΟΓΡ. το κείμενο από το οποίο θεωρείται ότι προήλθαν όλα τα σωζόμενα χειρόγραφα (ενός έργου). [< 1, 3: μτγν. ἀρχέτυπον, γερμ. Archetyp, γαλλ. archétype, αγγλ. archetype 2: αγγλ. prototype] | |
| 6957 | αρχέτυπος | , η, ο [ἀρχέτυπος] αρ-χέ-τυ-πος επίθ.: που χρησιμεύει ή χρησιμοποιείται ως υπόδειγμα: ~ος: κόσμος/μύθος/χαρακτήρας. ~η: εικόνα/έννοια/μορφή. ~ο: σύμβολο. Πβ. αρχετυπικός, πρότυπος, υποδειγματικός. Βλ. -τυπος1. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχέτυπο (βιβλίο): ΤΥΠΟΓΡ. που έχει τυπωθεί τα πρώτα χρόνια εφεύρεσης της τυπογραφίας, πριν από το 1500, κυρ. 1466-1500 μ. Χ. Βλ. παλαίτυπο. [< μτγν. ἀρχέτυπος] | |
| 6958 | αρχή | [ἀρχή] αρ-χή ουσ. (θηλ.) 1. σημείο στον χρόνο ή τον χώρο, από το οποίο κάτι αποκτά υπόσταση, εμφανίζεται για πρώτη φορά: η ~ του κόσμου/των πάντων/του Σύμπαντος (: δημιουργία). Η ~ της ζωής (: γέννηση). Από την ~ (= έναρξη) του χρόνου. Στις ~ές του έτους (ΑΝΤ. τέλη). Στην ~ (= αρχικά), νόμιζα ότι είχα κάνει λάθος. Από την ~ είχα αντιρρήσεις (= εξαρχής, από την πρώτη στιγμή). Ελάτε να κάνουμε μια ελπιδοφόρα/καινούργια/νέα ~ (= ξεκίνημα)! (ως ευχή) Καλή ~ στη νέα σου δουλειά! Βλ. απ~.|| Στην ~ του δρόμου (πβ. αφετηρία· ΑΝΤ. τέρμα)/κειμένου. ΑΝΤ. τέλος (1) 2. (συνήθ. με κεφαλ. Α) φορέας, όργανο, υπηρεσία· (συνεκδ., στον πληθ.) τα πρόσωπα που τα στελεχώνουν: αθλητική/αναγνωρισμένη/αναθέτουσα/ανακριτική/αρμόδια/αστυνομική/δικαστική/διοικητική/διοργανώτρια/διπλωματική/διωκτική/ελεγκτική/εποπτική/κρατική/κυβερνητική/νομαρχιακή/πολεοδοµική/πολιτειακή/στρατιωτική/φορολογική ~.(στην Κύπρο) ~ Ηλεκτρισμού. ~ Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ακρ. ΑΠΔΠΧ). ~ Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών. Ευρωπαϊκή ~ για την Ασφάλεια των Τροφίμων. Απόφαση/αρμοδιότητες/βεβαίωση/πιστοποιητικό/πόρισμα της ~ής. Ακαδημαϊκές/Πανεπιστημιακές ~ές. Προξενικές ~ές. Δημοτικές ~ές. Διώκεται από τις Αρχές (του τόπου) (: την Αστυνομία, τη Δικαιοσύνη, το Κράτος).|| Τελετή που παρακολούθησαν σύσσωμες οι ~ές της πόλης (= τοπικοί άρχοντες, τοπικές ~ές). 3. κανόνας που καθορίζει τη στάση ή τη συμπεριφορά κάποιου· κοινώς αποδεκτό πρότυπο συλλογικής συμπεριφοράς: δημοκρατικές/ηθικές/ιδεολογικές/κατευθυντήριες ~ές. Οι ~ές μου και τα πιστεύω μου. Άνθρωπος χωρίς ~ές (: ανήθικος, ασύδοτος). Αποτελεί ~ μου να ... Είναι θέμα/ζήτημα ~ής για μένα.|| Η ~ της ακεραιότητας/αξιοπρέπειας/ελευθερίας/κοινωνικής δικαιοσύνης/νομιμότητας. Εφαρμογή/παραβίαση/τήρηση των ~ών. 4. προϋπόθεση, όρος: ~ του διαλόγου/της συζήτησης είναι ... Το συμβούλιο θέτει ως ~ ότι ... Πβ. βάση, θεμέλιο. 5. (επιστ.) θεμελιώδης κανόνας, νόμος σε έναν γνωστικό τομέα: η ~ της άνωσης/βαρύτητας. Καταστατικές ~ές (= βασικές, θεμελιώδεις). Παιδαγωγικές ~ές. Βασικές ~ές και έννοιες της φιλοσοφίας. Γενικές ~ές (του) Αστικού Δικαίου. Θεωρητικές ~ές της επιστήμης. ~ές Οικονομικής Θεωρίας. Πβ. αξίωμα. 6. πρωταρχική αιτία: η ~ όλων των δεινών (= πηγή, ρίζα). ● ΣΥΜΠΛ.: ανεξάρτητη Αρχή βλ. ανεξάρτητος, ανθρωπική αρχή βλ. ανθρωπικός, αντιποίηση Αρχής βλ. αντιποίηση, αρχή της αδράνειας βλ. αδράνεια, αρχή της αναλογικότητας βλ. αναλογικότητα, αρχή της ισότητας βλ. ισότητα, αρχή της ομοφωνίας βλ. ομοφωνία, αρχή της πλειοψηφίας βλ. πλειοψηφία, αρχή/νόμος της διατήρησης βλ. διατήρηση, αρχιμήδεια αρχή/αρχή του Αρχιμήδη βλ. αρχιμήδειος, διωκτικές Αρχές βλ. διωκτικός, εκδίδουσα Αρχή βλ. εκδίδων, ζωτική αρχή βλ. ζωτικός, η αρχή της απροσδιοριστίας/της αβεβαιότητας βλ. απροσδιοριστία, η αρχή της αυτοδιάθεσης βλ. αυτοδιάθεση, η αρχή της δεδηλωμένης βλ. δηλωμένος, η αρχή της επικουρικότητας βλ. επικουρικότητα, η αρχή της νομιμότητας βλ. νομιμότητα, η αρχή των εθνοτήτων βλ. εθνότητα, η αρχή/η λογική της ήσσονος προσπάθειας βλ. ήσσων & ήττων, η κατηγορούσα αρχή βλ. κατηγορώ, λιμενική Αρχή βλ. λιμενικός, περιύβριση Αρχής βλ. περιύβριση, πρυτανικές Αρχές βλ. πρυτανικός, τίτλοι τέλους & τίτλοι αρχής/έναρξης βλ. τίτλος ● ΦΡ.: από την αρχή ως/μέχρι το τέλος: καθ' όλη τη διάρκεια ή σε όλη την έκταση: Ήμουν παρών ~ ~.|| Διάβασε το κείμενο ~ ~.|| Η ιστορία είναι πλαστή ~ ~ (= εξολοκλήρου)., αρχής γενομένης (+ από, λόγ.): αρχίζοντας από: πενθήμερη απεργία, ~ ~ από σήμερα., αυτό είναι μόνο η αρχή: για σχέδιο που βρίσκεται σε αρχικό στάδιο ή για κατάσταση που έχει συνήθ. αρνητική εξέλιξη: Έχει γίνει μια πρώτη προσπάθεια, αλλά ~ ~.|| Η κρίση εντείνεται και ~ ~., δεν έχει αρχή και τέλος & χωρίς αρχή και τέλος: για να δηλωθεί το άπειρο, η έλλειψη ορίων: η ευθεία δεν έχει ~ ~. Πβ. αέναος, ασταμάτητος, διαρκής, συνεχής.|| (μτφ.) Έρωτας χωρίς ~ ~. Πρόκειται για θέμα που δεν έχει ~ ~. Πβ. φαύλος κύκλος., εν αρχή ην … [ἐν ἀρχῇ ἦν] (λόγ.): στην αρχή υπήρχε (κάτι): ~ ~ το μηδέν/χάος.|| (ειρων.) ~ ~ η κατανάλωση., επί της αρχής (λόγ.): κατά βάση, σε γενικά πλαίσια, σε γενικές γραμμές: Εγκρίθηκε ~ ~ το νομοσχέδιο.|| (ως επίθ.) Η ~ ~ συμφωνία για ..., η αρχή είναι το ήμισυ του παντός (γνωμ.): το πιο σημαντικό είναι να κάνει κάποιος το πρώτο βήμα., κάθε αρχή και δύσκολη: για τα εμπόδια που συναντά κανείς σε κάθε ξεκίνημα., κάνω την αρχή 1. αρχίζω, ξεκινώ. 2. (μτφ.) αναλαμβάνω την πρωτοβουλία: Έκανε ~ για έναν παρατεταμένο αγώνα υπέρ ..., καταρχάς (λόγ.) & (λογιότ.) κατ' αρχάς: αρχικά, στην αρχή: ~, το ποσό μειώθηκε, αλλά στη συνέχεια αυξήθηκε. Πβ. εν πρώτοις., καταρχήν & (λόγ.) κατ' αρχήν 1. κατά βάση, στα βασικά σημεία: Δεν διαφωνώ ~ ~, αλλά σε επιμέρους θέματα.|| (ως επίθ.) Η ~ συμφωνία. Πβ. επί της αρχής. 2. (συνήθ. καταχρ.) καταρχάς. [< γαλλ. en principe, γερμ. im Prinzip] , με αρχή, (μέση) και τέλος: με δομή, συνοχή: έργο/κείμενο ~ ~., αντίσταση κατά της Αρχής βλ. αντίσταση, είναι παλαιών/αυστηρών αρχών βλ. παλαιός, ενός ανδρός αρχή βλ. άνδρας & άντρας, η αρχή του κακού βλ. κακό, η αρχή του νήματος βλ. νήμα, η αρχή του τέλους βλ. τέλος, μηδενικός νόμος βλ. μηδενικός, φτου κι απ' την αρχή! βλ. φτου [< αρχ. ἀρχή, γαλλ. principe, αγγλ. principle 2: γαλλ. autorités, αγγλ. authorities] | |
| 6959 | αρχηγείο | [ἀρχηγεῖο] αρ-χη-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Α): επιτελείο· συνεκδ. η έδρα του: το ~ της Αεροπορίας/Αστυνομίας/του Πυροσβεστικού Σώματος/του Στόλου/Στρατού. Το ~ του ΝΑΤΟ. Σύσκεψη στο ~. Πβ. διοικητήριο.|| Το μυστικό ~ της οργάνωσης. [< γαλλ. quartier général, γερμ. Hauptquartier] | |
| 6960 | αρχηγέτης | [ἀρχηγέτης] αρ-χη-γέ-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. λόγ. θηλ. αρχηγέτις, -ιδος} 1. ιδρυτής, γενάρχης: ο ~ μιας δυναστείας/ενός κινήματος. 2. (σπάν.) πρώτος μεταξύ αρχηγών. Πβ. ηγεμόνας, ηγέτης, ταγός. [< αρχ. ἀρχηγέτης] | |
| 6962 | αρχηγικός | , ή, ό [ἀρχηγικός] αρ-χη-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον αρχηγό ή/και την αρχηγία: ~ός: λόγος/ρόλος. ~ή: εμφάνιση/θέση/φυσιογνωμία. ~ό: κόμμα (πβ. προσωποπαγές)/προφίλ/στέλεχος. ~ές: βλέψεις/ικανότητες/τάσεις/φιλοδοξίες. ~ά: προσόντα. Πβ. ηγεμονικός, ηγετικός. ● Ουσ.: αρχηγικοί (οι): ομάδα προσώπων που τάσσεται με το μέρος του αρχηγού, οι οπαδοί του (κατ' αντιπαράθεση προς τους συνήθ. εσωκομματικούς αντιπάλους του). ● επίρρ.: αρχηγικά [< μτγν. ἀρχηγικός] | |
| 6963 | αρχηγιλίκι | [ἀρχηγιλίκι] αρ-χη-γι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): αρχηγία. Βλ. -ιλίκι. | |
| 6964 | αρχηγίσκος | [ἀρχηγίσκος] αρ-χη-γί-σκος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): αρχηγός χωρίς ικανότητες. Βλ. -ίσκος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ