Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7860-7880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6965αρχηγισμός[ἀρχηγισμός] αρ-χη-γι-σμός ουσ. (αρσ.): κυριαρχική, εξουσιαστική τάση κυρ. πολιτικού προσώπου: ~ και συγκεντρωτισμός. Πβ. ηγεμον-, πατερναλ-ισμός.
6966αρχηγοκεντρικός, ή, ό [ἀρχηγοκεντρικός] αρ-χη-γο-κε-ντρι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που έχει ως επίκεντρο τον αρχηγό, κυρ. σε αντιδιαστολή προς την ομάδα: ~ή: δομή. ~ό: κόμμα. Βλ. -κεντρικός.
6967αρχηγός[ἀρχηγός] αρ-χη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κ. θηλ. προφ. αρχηγίνα}: επικεφαλής μιας ομάδας: Ο ~ του κράτους. Πβ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας. (με κεφαλ. Α, ανώτατος βαθμός σε ιεραρχία) Γενικός ~. Ο ~ της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης/Κυβέρνησης (= Πρωθυπουργός). Ο ~ του Γ.Ε.ΕΘ.Α. (= Στρατηγός· βλ. διοικητής)/του ΓΕΣ/της ΕΛ.ΑΣ. Ο ~ της εθνικής ομάδας (μπάσκετ). Ο ~ της αποστολής/εκδρομής/οικογένειας. Γεννημένος ~. Εκλέχτηκε/ορίστηκε ~.|| Άξιος/ικανός/πανίσχυρος ~. Πνευματικός (= θρησκευτικός)/πολιτικός (πβ. ταγός)/στρατιωτικός ~. ~ των ανταρτών/της συμμορίας/φυλής (= φύλαρχος). Ο ~ της επανάστασης (βλ. οπλ~)/του κινήματος (= πρωτεργάτης). Πβ. ηγέτης. Βλ. συν~, υπ~.|| (για ζώο) Ο ~ του κοπαδιού. ● ΦΡ.: αρχηγού παρόντος (πάσα αρχή παυσάτω) (αρχαιοπρ.): για να δηλωθεί η απόλυτη εξουσία του αρχηγού., σε επίπεδο αρχηγών: ΠΟΛΙΤ. μεταξύ κομματικών ή εθνικών ηγετών: συζήτηση ~ ~ (: στη Βουλή).|| Συνομιλίες ~ ~. Το συμβούλιο συνήλθε ~ ~ κρατών (βλ. συνάντηση κορυφής). [< γαλλ. au niveau des chefs] [< αρχ. ἀρχηγός]
6968αρχήθεν[ἀρχῆθεν] αρ-χή-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από την αρχή, εξαρχής. Βλ. -θεν. [< αρχ. ἀρχῆθεν]
6972αρχίατρος[ἀρχίατρος] αρ-χί-α-τρος ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) 1. ΣΤΡΑΤ. ανώτερος βαθμός στρατιωτικού γιατρού του Υγειονομικού, αντίστοιχος του αντισυνταγματάρχη: Γενικός ~ (: αντίστοιχος του συνταγματάρχη). Βλ. -ίατρος. 2. επικεφαλής γιατρός ενός φορέα. [< 1: γαλλ. médecin -major 2: μτγν. ἀρχίατρος]
6973αρχίγραμμα[ἀρχίγραμμα] αρ-χί-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΤΥΠΟΓΡ. (& στην επεξεργασία κειμένου) το αρχικό κεφαλαίο γράμμα της πρώτης παραγράφου (κειμένου ή κεφαλαίου), το οποίο είναι μεγαλύτερο σε μέγεθος και μπορεί να φέρει και άλλες μορφοποιήσεις (διαφορετική γραμματοσειρά ή περίτεχνη σχεδίαση). ΣΥΝ. λετρίνα, πρωτόγραμμα [< γαλλ. lettrine]
6974αρχιγραμματέας[ἀρχιγραμματέας] αρ-χι-γραμ-μα-τέ-ας ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ανώτατο εκκλησιαστικό αξίωμα, συνήθ. αρχιμανδρίτης: ~ της Ιεράς Συνόδου/του Πατριαρχείου. [< μτγν. ἀρχιγραμματεύς]
6975αρχίδι[ἀρχίδι] αρ-χί-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λ. ταμπού) 1. καθένας από τους δύο όρχεις. Βλ. -ίδι. 2. (υβριστ.-συχνά ως προσφών.) για πρόσωπο με κακό χαρακτήρα ή/και αρνητική συμπεριφορά. Πβ. κωλόπαιδο, τσογλάνι. ● Υποκ.: αρχιδάκι (το) ● Μεγεθ.: αρχιδάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αρχίδια/παπάρια μάντολες (ειρων.): για κάτι ανόητο, βλακώδες. ● ΦΡ.: (δεν) έχει (τ') αρχίδια: (για άνδρα) (δεν) έχει την τόλμη, το θάρρος να κάνει κάτι., αρχίδια (ειρων.): ως απαξιωτική απάντηση., γράφω (κάποιον/κάτι) στ' αρχίδια μου/στα παπάρια μου (υβριστ.): αδιαφορώ πλήρως γι' αυτό(ν), το(ν) απαξιώνω., θα μου/μας κλάσεις τ' αρχίδια!: (από άνδρα, ως απάντηση αδιαφορίας σε απειλή) δεν πρόκειται να μου/μας κάνεις τίποτα., καλώς τ' αρχίδια μας τα δυο! (ειρων., από άνδρα σε άνδρα): αντί για καλωσόρισμα., με αρχίδια: (συνήθ. για άνδρα) με κότσια., μου πρήζει/σπάει/ζαλίζει τ' αρχίδια/τα ούμπαλα: (έκφρ. δυσαρέσκειας από άνδρα) με κάνει να αγανακτώ., πιάνω τον Πάπα απ' τ' αρχίδια/από τα γένια (προφ.): θεωρώ ότι είμαι σπουδαίος ή ότι πέτυχα κάτι σημαντικό: Νομίζει ότι έχει πιάσει ~ ~., στ' αρχίδια/στ' απαυτά/στον πούτσο/στα τέτοια μου (υβριστ., από άνδρα): σκοτίστηκα. ΣΥΝ. στα παπάρια μου!, τα ξύνει/ξύνει τ' αρχίδια (/τα παπάρια) του: (κυρ. για άνδρα) τεμπελιάζει (συνήθ. σε χώρο εργασίας). ΣΥΝ. παίζει το πουλί του (2) [< μεσν. αρχίδι]
6976αρχιδιάκονος[ἀρχιδιάκονος] αρ-χι-διά-κο-νος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. τιμητικός τίτλος διακόνου, που δίνεται συνήθ. στον βασικό βοηθό επισκόπου. Βλ. ευλαβέστατος. ΣΥΝ. πρωτοδιάκονος [< μεσν. αρχιδιάκονος]
6977αρχιδικαστής[ἀρχιδικαστής] αρ-χι-δι-κα-στής ουσ. (αρσ.): (στη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ) τίτλος ανώτατου δικαστικού λειτουργού. [< μτγν. ἀρχιδικαστής, αγγλ. chief justice]
6978αρχιδούκας[ἀρχιδούκας] αρ-χι-δού-κας ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. αρχιδούκισσα}: ΙΣΤ. τίτλος ευγενείας, που δινόταν σε μέλη κυρ. του αυτοκρατορικού οίκου της Αυστρίας. [< γαλλ. archiduc]
6979αρχιεπισκοπή[ἀρχιεπισκοπή] αρ-χι-ε-πι-σκο-πή ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Α): ΕΚΚΛΗΣ. περιφέρεια που ανήκει στη δικαιοδοσία αρχιεπισκόπου· συνεκδ. το αντίστοιχο αξίωμα, το κτίριο (έδρα) ή οι υπηρεσίες που στεγάζονται σε αυτό: Ιερά/Ορθόδοξη ~. [< μτγν. ἀρχιεπισκοπή]
6980αρχιεπισκοπικός, ή, ό [ἀρχιεπισκοπικός] αρ-χι-ε-πι-σκο-πι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον αρχιεπίσκοπο: ~ός: επίτροπος. ~ή: εγκύκλιος/έδρα. ~ό: μέγαρο/συμβούλιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχιεπισκοπικός θρόνος: το αξίωμα του αρχιεπισκόπου. [< μεσν. αρχιεπισκοπικός]
6981αρχιεπίσκοπος[ἀρχιεπίσκοπος] αρ-χι-ε-πί-σκο-πος ουσ. (αρσ.) (& με κεφαλ. Α, στην Ορθόδοξη Εκκλησία) 1. ο πρώτος ιεραρχικά επίσκοπος αυτοκέφαλης Εκκλησίας: Ο Μακαριώτατος ~ Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Βλ. Ιερά Σύνοδος. 2. προκαθήμενος μεγάλης εκκλησιαστικής περιφέρειας (του Οικουμενικού Θρόνου): Ο Σεβασμιώτατος ~ Αμερικής/Αυστραλίας. Βλ. μητροπολίτης, πατριάρχης. [< μτγν. ἀρχιεπίσκοπος]
6982αρχιερατεία[ἀρχιερατεία] αρ-χι-ε-ρα-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. το αξίωμα του αρχιερέα· συνεκδ. το χρονικό διάστημα άσκησής του. [< μτγν. ἀρχιερατεία]
6983αρχιερατικός, ή, ό [ἀρχιερατικός] αρ-χι-ε-ρα-τι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον αρχιερέα: ~ός: επίτροπος/θρόνος. ~ή: περιφέρεια. ~ά: άμφια.|| (με χοροστασία αρχιερέα:) ~ός: εσπερινός. ~ό: αξίωμα/μνημόσυνο/συλλείτουργο. ● Ουσ.: Αρχιερατικό(ν) (το): λειτουργικό (βιβλίο) με τις ακολουθίες που τελούνται όταν χοροστατεί αρχιερέας. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχιερατική προσευχή: που έκανε ο Χριστός στον Μυστικό Δείπνο. [< μτγν. ἀρχιερατικός]
6984αρχιεργάτης[ἀρχιεργάτης] αρ-χι-ερ-γά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αρχιεργάτρια}: επικεφαλής των εργατών σε βιομηχανική μονάδα. Πβ. επιστάτης. [< γαλλ. chef-ouvrier]
6985αρχιερέας[ἀρχιερέας] αρ-χι-ε-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {αρχιερείς} & (λόγ.) αρχιερεύς {αρχιερέως} 1. ΕΚΚΛΗΣ. γενικός χαρακτηρισμός ανώτατων κληρικών της Ορθόδοξης Εκκλησίας. 2. ΘΡΗΣΚ. ανώτατος θρησκευτικός άρχοντας στην ιουδαϊκή και σε άλλες αρχαίες θρησκείες: ~ του Ισραήλ.|| (συνήθ. μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ της διαφθοράς (πβ. αρχιμάγειρας, γκουρού, πάπας). ● ΣΥΜΠΛ.: Μέγας Αρχιερέας & (λόγ.) Μέγας Αρχιερεύς: ΕΚΚΛΗΣ. ο Χριστός και συνεκδ. η σχετική αναπαράστασή του., σχολάζοντες αρχιερείς βλ. σχολάζω [< αρχ. ἀρχιερεύς]
6986αρχιεροσύνη[ἀρχιεροσύνη] αρ-χι-ε-ρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): αρχιερατικό αξίωμα. Βλ. ιεροσύνη, -οσύνη. [< μτγν. ἀρχιερωσύνη]
6987αρχίζω[ἀρχίζω] αρ-χί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άρχι-σα, αρχίζ-οντας} & (λαϊκό) αρχινίζω & αρχινώ: (μτβ.) κάνω την αρχή σε κάτι: ~ τον αγώνα/το διάβασμα/το ψάξιμο (πβ. βάζω μπροστά, πιάνω). ~σα να βήχω/δουλεύω. ~σε τη δημοσιογραφική του καριέρα στο αθλητικό ρεπορτάζ. ~σε κιθάρα/πιάνο πολύ μικρός (ενν. να μαθαίνει). Μην ~εις πάλι τα ίδια! ~οντας από το μηδέν. ΣΥΝ. ξεκινώ (1) ΑΝΤ. σταματώ (1), τελειώνω (2) ● αρχίζει (αμτβ.): κάνει ξεκίνημα, λαμβάνει χώρα για πρώτη φορά: Η εξεταστική ~ τον Ιανουάριο. Η εκδήλωση θα αρχίσει με μια σύντομη ομιλία. Το παιχνίδι μόλις ~σε.|| ~σε να βρέχει/φυσάει.|| (προφ.) Τώρα ~ουν τα δύσκολα! ● ΦΡ.: από πού ν' αρχίσω (και πού να τελειώσω): όταν κάποιος έχει πολλά και συνήθ. συναρπαστικά ή συνταρακτικά να αφηγηθεί: Έγιναν τόσα, που δεν ξέρω ~ ~!, τον άρχισα σε ... (προφ.): ξεκίνησα να του κάνω κάτι: ~ ~σε στην γκρίνια/στο δούλεμα/στις καρπαζιές., αρχίζει τα νούμερα/κάνει νούμερα βλ. νούμερο, αρχίζω κάτι καλά βλ. καλά, άρχισαν τα όργανα βλ. όργανο [< μεσν. αρχίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.