| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6988 | αρχιθαλαμηπόλος | [ἀρχιθαλαμηπόλος] αρ-χι-θα-λα-μη-πό-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επικεφαλής των θαλαμηπόλων. [< γαλλ. grand chambellan] | |
| 6989 | αρχιθερμαστής | [ἀρχιθερμαστής] αρ-χι-θερ-μα-στής ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. υπαξιωματικός μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού. | |
| 6990 | αρχικατάσκοπος | [ἀρχικατάσκοπος] αρ-χι-κα-τά-σκο-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επιτατ.): ικανότατος, έμπειρος κατάσκοπος. | |
| 6991 | αρχικελευστής | [ἀρχικελευστής] αρ-χι-κε-λευ-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού ή του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον επικελευστή και κατώτερος από τον ανθυπασπιστή κατά έναν βαθμό. Βλ. αρχι-λοχίας, -σμηνίας. [< γαλλ. premier-maître] | |
| 6992 | αρχικλέφτης | [ἀρχικλέφτης] αρ-χι-κλέ-φτης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αρχικλέφτρα} (επιτατ.): μεγάλος απατεώνας. ΣΥΝ. αρχιληστής (1) ● Μεγεθ.: αρχικλεφταράς & αρχικλέφταρος (ο) (εμφατ.-επιτατ.) | |
| 6993 | αρχικός | , ή, ό [ἀρχικός] αρ-χι-κός επίθ.: που γίνεται, συμβαίνει, εμφανίζεται στην αρχή: ~ός: έλεγχος/μισθός/προορισμός/στόχος/υπολογισμός. ~ή: άποψη/εντύπωση/ιδέα/πρόβλεψη/σημασία/τιμή. ~ό: κείμενο/ποσό/στάδιο/φωνήεν/ψηφίο. Άλλαξε το ~ό σχέδιο. Το ~ό σχήμα ήταν διαφορετικό. Οι ~ές σκέψεις του ... Πβ. πρώτος. Βλ. πρωτ~.|| (ΜΑΘ.) ~ές: συνθήκες. ΣΥΝ. αρκτικός2 ΑΝΤ. τελικός (1) ● Ουσ.: αρχικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: τα πρώτα γράμματα καθεμιάς από τις λέξεις που απαρτίζουν ένα σύνολο, μια ενότητα (π.χ. ονοματεπώνυμο, τοπωνύμιο, όνομα οργανισμού): Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού είναι γνωστό με τα ~ ΑΣΕΠ (βλ. ακρωνύμιο). ~ό ονόματος. ● επίρρ.: αρχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στην αρχή: ~, θα ήθελα να ... (ΣΥΝ. εν πρώτοις, καταρχάς, πρώτα απ' όλα). Η κατάσταση είναι πολύ πιο σοβαρή απ' ό,τι ~ πίστευα. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχική/κεντρική σελίδα βλ. σελίδα [< μτγν. ἀρχικός] | |
| 6994 | αρχιληστής | [ἀρχιληστής] αρ-χι-λη-στής ουσ. (αρσ.) 1. (προφ.-επιτατ.) αρχικλέφτης. 2. (παρωχ.) λήσταρχος. [< μτγν. ἀρχιλῃστής] | |
| 6995 | αρχιλογιστής | [ἀρχιλογιστής] αρ-χι-λο-γι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αρχιλογίστρια}: προϊστάμενος λογιστηρίου. | |
| 6996 | αρχιλοχίας | [ἀρχιλοχίας] αρ-χι-λο-χί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον επιλοχία και κατώτερος από τον ανθυπασπιστή κατά έναν βαθμό. Βλ. αρχι-κελευστής, -σμηνίας, ΣΜΥ. | |
| 6997 | αρχιμάγειρας | [ἀρχιμάγειρας] αρ-χι-μά-γει-ρας ουσ. (αρσ.) {θηλ. αρχιμαγείρισσα} & (σπάν.) αρχιμάγειρος: σεφ. [< μτγν. ἀρχιμάγειρος] | |
| 6998 | αρχιμανδρίτης | [ἀρχιμανδρίτης] αρ-χι-μαν-δρί-της ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α, συντομ. Αρχιμ.) ΕΚΚΛΗΣ. 1. τίτλος που δίνεται σε άγαμο ή χήρο πρεσβύτερο: ~ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής. 2. ηγούμενος μοναστηριακής κοινότητας. Βλ. πανοσιολογιότατος, -ίτης1. [< μτγν. ἀρχιμανδρίτης] | |
| 6999 | αρχιμάστορας | [ἀρχιμάστορας] αρ-χι-μά-στο-ρας ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) δεξιοτέχνης: ~ του λόγου/της λύρας (πβ. αρχιτεχνίτης). ~ της επιτυχίας (= αρχιτέκτονας, δημιουργός, πρωτεργάτης). 2. (παλαιότ.) πρωτομάστορας. | |
| 7000 | αρχιμαφιόζος | [ἀρχιμαφιόζος] αρ-χι-μα-φιό-ζος ουσ. (αρσ.): αρχηγός μαφιόζικης οργάνωσης ή γενικότ. πρόσωπο με έντονη παράνομη δράση. Πβ. νονός. | |
| 7001 | αρχιμήδειος | , α, ο [ἀρχιμήδειος] αρ-χι-μή-δει-ος επίθ.: ΜΑΘ. -ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον Αρχιμήδη ή βασίζεται στις αρχές του: ~ο: αξίωμα/πρόβλημα. ~α ιδιότητα (των πραγματικών αριθμών). ● ΣΥΜΠΛ.: αρχιμήδεια αρχή/αρχή του Αρχιμήδη: ΦΥΣ. σύμφωνα με την οποία ένα σώμα που βυθίζεται μέσα σε ρευστό, υφίσταται κατακόρυφη ώθηση με φορά προς τα πάνω, την άνωση, που είναι ίση με το βάρος του εκτοπιζόμενου ρευστού., αρχιμήδειο σημείο: από το οποίο μπορεί δυνητικά να οργανωθούν και να ελεγχθούν τα πάντα: ~ ~ αναφοράς. [< γαλλ. archimédien, αγγλ. Archimedean] | |
| 7002 | αρχιμηνιά | [ἀρχιμηνιά] αρ-χι-μη-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): πρωτομηνιά. Κυρ. στη ● ΦΡ.: αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά: η πρώτη φράση από τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς. [< μεσν. αρχιμηνιά] | |
| 7003 | αρχιμηχανικός | [ἀρχιμηχανικός] αρ-χι-μη-χα-νι-κός ουσ. (αρσ.): επικεφαλής μηχανικός: ~ του εργοστασίου/πλοίου. ~ παραγωγής. [< γαλλ. ingénieur en chef] | |
| 7004 | αρχιμουσικός | [ἀρχιμουσικός] αρ-χι-μου-σι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. διευθυντής ορχήστρας, συμφωνικής ή φιλαρμονικής, μαέστρος. 2. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικός μουσικός, αξιωματικός στο σώμα της Μουσικής του Στρατού Ξηράς ή του Πολεμικού Ναυτικού: ~ Α΄/Β΄/Γ΄ τάξεως (βλ. λοχαγός, υπο~, ανθυπο~). [< γερμ. Kapellmeister] | |
| 7005 | αρχινίζω & αρχινώ | βλ. αρχίζω | |
| 7006 | αρχιπελαγικός | , ή, ό [ἀρχιπελαγικός] αρ-χι-πε-λα-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με το αρχιπέλαγος: ~ό: κράτος (: που περιβρέχεται από ένα ή περισσότερα αρχιπελάγη). ~ά: ύδατα. [< αγγλ. archipelagic] | |
| 7007 | αρχιπέλαγος | [ἀρχιπέλαγος] αρ-χι-πέ-λα-γος ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΓΡ. μεγάλη θαλάσσια περιοχή με σύμπλεγμα νησιών· συνεκδ. η ίδια η ομάδα των νησιών· ειδικότ. το Αιγαίο και τα νησιά του. [< ιταλ. arcipelago, γαλλ. archipel, αγγλ. archipelago] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ