| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7008 | αρχιπλοίαρχος | [ἀρχιπλοίαρχος] αρ-χι-πλοί-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού ή του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον πλοίαρχο και κατώτερος από τον υποναύαρχο κατά έναν βαθμό. Βλ. ταξίαρχος. 2. επικεφαλής πλοιάρχων σε ναυτιλιακή εταιρεία. | |
| 7009 | αρχιπύραρχος | [ἀρχιπύραρχος] αρ-χι-πύ-ραρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ανώτατος αξιωματικός της Πυροσβεστικής, ανώτερος από τον πύραρχο και κατώτερος από τον υποστράτηγο κατά έναν βαθμό. Βλ. ταξίαρχος. | |
| 7010 | αρχιπυροσβέστης | [ἀρχιπυροσβέστης] αρ-χι-πυ-ρο-σβέ-στης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αρχιπυροσβέστρια}: υπαξιωματικός της Πυροσβεστικής, ανώτερος από τον πυροσβέστη και κατώτερος από τον πυρονόμο κατά έναν βαθμό. Βλ. αρχιφύλακας. | |
| 7011 | αρχιραβίνος | [ἀρχιραβίνος] αρ-χι-ρα-βί-νος ουσ. (αρσ.) & αρχιρραβίνος: ΘΡΗΣΚ. θρησκευτικός αρχηγός και επικεφαλής των ραβίνων εβραϊκής κοινότητας. [< γαλλ. grand rabbin] | |
| 7012 | αρχισερβιτόρος | [ἀρχισερβιτόρος] αρ-χι-σερ-βι-τό-ρος ουσ. (αρσ.): επικεφαλής σερβιτόρων, υπεύθυνος για την τοποθέτηση των πελατών στα τραπέζια. | |
| 7013 | αρχισμηνίας | [ἀρχισμηνίας] αρ-χι-σμη-νί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον επισμηνία και κατώτερος από τον ανθυπασπιστή κατά έναν βαθμό. Βλ. αρχι-κελευστής, -λοχίας. | |
| 7014 | αρχιστρατηγία | [ἀρχιστρατηγία] αρ-χι-στρα-τη-γί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. το αξίωμα και η εξουσία του αρχιστράτηγου· συνεκδ. το χρονικό διάστημα της θητείας του. [< μεσν. αρχιστρατηγία] | |
| 7015 | αρχιστράτηγος | [ἀρχιστράτηγος] αρ-χι-στρά-τη-γος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ήγου}: ΣΤΡΑΤ. τίτλος που απονέμεται στον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων σε καιρό πολέμου. Πβ. στρατάρχης. [< μτγν. ἀρχιστράτηγος] | |
| 47816 | Αρχιστρατηγός | στρα-τη-γός ουσ. (αρσ.) 1. ΣΤΡΑΤ. ανώτατος στρατιωτικός, διοικητής στρατεύματος ή επιτελείου ή (στον Ελληνικό Στρατό) ο εκάστοτε αρχηγός Γ.Ε.ΕΘ.Α., αν προέρχεται από τον Στρατό Ξηράς και κατ΄ επέκτ. προσφώνηση που απευθύνεται και προς τον υποστράτηγο ή τον αντιστράτηγο: απόστρατος/βετεράνος ~.|| (ως προσφών., χωρίς το κύριε) ~έ (μου). Βλ. αρχιστράτηγος, ναύ-, πτέρ-αρχος. 2. (μτφ.) ηγέτης ομάδας, οργάνωσης που σχεδιάζει την τακτική της: ~ της Εθνικής ποδοσφαίρου/του κόμματος. Πβ. εγκέφαλος, ιθύνων νους, κάπτεν. [< 1: αρχ. στρατηγός ‘καθοδηγητής του στρατού’, κυβερνήτης’] | |
| 7016 | αρχισυντάκτης, αρχισυντάκτρια | [ἀρχισυντάκτης] αρ-χι-συ-ντά-κτης ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (προφ.) αρχισυντάχτης: ΜΜΕ διευθυντής σύνταξης: αθλητικός/οικονομικός/πολιτικός ~. Η ~τρια της εκπομπής/του περιοδικού. [< γαλλ. rédacteur en chef] | |
| 7017 | αρχισυνταξία | [ἀρχισυνταξία] αρ-χι-συ-ντα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΜΜΕ διεύθυνση σύνταξης· συνεκδ. ο αρχισυντάκτης ή η αρχισυντάκτρια και οι συνεργάτες του/της ή το γραφείο του/της: Ανέλαβε/έχει την ~ της εφημερίδας. | |
| 7018 | αρχιτέκτονας | [ἀρχιτέκτονας] αρ-χι-τέ-κτο-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αρχιτεκτόνων | κ. (λαϊκό) θηλ. αρχιτεκτόνισσα} & (λόγ.) αρχιτέκτων (ο/η) {-ονος} 1. (& ~ μηχανικός) πτυχιούχος του Πολυτεχνείου με αντικείμενο την αρχιτεκτονική: ~-πολεοδόμος. Βλ. πολιτικός μηχανικός. 2. (μτφ.) εμπνευστής, δημιουργός, πρωτεργάτης: ~ της ειρήνης/ευρωπαϊκής ενοποίησης. Πβ. πρωτομάστορας. [< αρχ. ἀρχιτέκτων ‘πρωτομάστορας’, γαλλ. architecte, αγγλ. architect, γερμ. Architekt] | |
| 7019 | αρχιτεκτόνημα | [ἀρχιτεκτόνημα] αρ-χι-τε-κτό-νη-μα ουσ. (ουδ.) {αρχιτεκτονήμ-ατος | -ατα} 1. αρχιτεκτονικό δημιούργημα. Πβ. οικοδόμημα. 2. (μτφ.) ευφυές καλλιτεχνικό έργο: θεατρικό/μουσικό ~. ~ της πεζογραφίας. Βλ. αριστούργημα, καλλιτέχνημα. [< 1: μτγν. ἀρχιτεκτόνημα] | |
| 7020 | αρχιτεκτονική | [ἀρχιτεκτονική] αρ-χι-τε-κτο-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Α) 1. ΑΡΧΙΤ. η επιστήμη και η τέχνη του σχεδιασμού και της υλοποίησης κτιρίων και άλλων δομικών κατασκευών· συνεκδ. η Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών: ~ πόλης/σπιτιών/τοπίου/(εσωτερικών ή εξωτερικών) χώρων (βλ. διακοσμητική).|| ~ κήπων (βλ. κηποτεχνία).|| Τελείωσε την Α~. 2. (συνεκδ.) αρχιτεκτονικό ύφος, τεχνοτροπία: αρχαία/αστική/βιομηχανική/βυζαντινή/γοτθική/εκκλησιαστική/λαϊκή/λιτή/μνημειακή/νησιώτικη/παραδοσιακή/περιβαλλοντική/σύγχρονη ~. Κτίσματα εκπληκτικής/πρωτοποριακής ~ής. 3. δομή, διάρθρωση, συγκρότηση: η ~ της οικίας (= το σχέδιο).|| (μτφ.) Η ~ του κειμένου/ποιήματος (πβ. σκελετός). 4. σχεδιασμός: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δικτύου/υπολογιστικών συστημάτων. Η ~ του διαδικτύου. Βλ. μικρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: βιοκλιματική αρχιτεκτονική βλ. βιοκλιματικός [< μτγν. ἀρχιτεκτονική (τέχνη), γαλλ.-αγγλ. architecture, γερμ. Architektur] | |
| 7021 | αρχιτεκτονικός | , ή, ό [ἀρχιτεκτονικός] αρ-χι-τε-κτο-νι-κός επίθ.: ΑΡΧΙΤ. που σχετίζεται με την αρχιτεκτονική: ~ός: ρυθμός/σχεδιασμός. ~ή: κληρονομιά (: κτίριο ή κτιριακό σύνολο που αποτελεί ιστορικό μνημείο)/ μελέτη/φωτογραφία. ~ό: γραφείο/έργο/σχέδιο. ~ά: μέλη/μνημεία. [< αρχ. ἀρχιτεκτονικός, γαλλ. architectural, architectonique, αγγλ. architectonic(al), γερμ. architektonisch] | |
| 7022 | αρχιτέκτων | βλ. αρχιτέκτονας | |
| 7023 | αρχιτεμπέλης | [ἀρχιτεμπέλης] αρ-χι-τε-μπέ-λης ουσ. (αρσ.) (προφ.-επιτατ.): πολύ τεμπέλης. Πβ. ακαμάτης, ανεπρόκοπος, τεμπελχανάς. ● Μεγεθ.: αρχιτεμπέλαρος (ο) | |
| 7024 | αρχίτερα | βλ. αρχύτερα | |
| 7025 | αρχιτεχνίτης | [ἀρχιτεχνίτης] αρ-χι-τε-χνί-της ουσ. (αρσ.): επικεφαλής ομάδας τεχνιτών· κατ' επέκτ. δεξιοτέχνης: ~ ηλεκτρολόγος. ~ες και εργοδηγοί.|| (μτφ.) ~ της κωμωδίας. Πβ. αρχιμάστορας. Βλ. -τεχνίτης. [< μεσν. αρχιτεχνίτης] | |
| 7026 | αρχιφύλακας | [ἀρχιφύλακας] αρ-χι-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λόγ.) αρχιφύλαξ 1. υπαξιωματικός της Αστυνομίας, ανώτερος από τον αστυφύλακα και κατώτερος από τον ανθυπαστυνόμο κατά έναν βαθμό. Βλ. υπ~. 2. επικεφαλής βάρδιας φύλαξης: ο ~ των δικαστικών φυλακών/του μουσείου. 3. ΣΤΡΑΤ. μόνιμος ή έφεδρος υπαξιωματικός ή αξιωματικός, επικεφαλής των φρουρών σε στρατόπεδο ή συνήθ. σε φυλάκιο: ~ πύλης/υπηρεσίας. Βλ. -φύλακας. [< μτγν. ἀρχιφύλαξ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ