| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7027 | αρχιχρονιά | [ἀρχιχρονιά] αρ-χι-χρο-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): πρωτοχρονιά. Κυρ. στη ● ΦΡ.: αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά βλ. αρχιμηνιά | |
| 7028 | αρχιψεύτης | [ἀρχιψεύτης] αρ-χι-ψεύ-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αρχιψεύτρα} (προφ.-επιτατ.): μεγάλος, φοβερός ψεύτης. ● Μεγεθ.: αρχιψεύταρος (ο) | |
| 7029 | αρχομανής | , ής, ές [ἀρχομανής] αρ-χο-μα-νής επίθ./ουσ. (λόγ.): εξουσιομανής. Πβ. φίλαρχος. Βλ. -μανής. | |
| 7030 | αρχομανία | [ἀρχομανία] αρ-χο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): εξουσιομανία. Πβ. φιλαρχία. | |
| 7031 | αρχόμενος | βλ. άρχω | |
| 7032 | αρχοντάνθρωπος | [ἀρχοντάνθρωπος] αρ-χο-ντάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άνδρας επιβλητικός και συνήθ. ευκατάστατος και γενναιόδωρος, με ανώτερο ήθος και ευγένεια. Σωστός ~! Πβ. αριστοκράτης, λεβεντάνθρωπος. ΣΥΝ. άρχοντας (3) | |
| 7033 | αρχοντάρης | [ἀρχοντάρης ] αρ-χο-ντά-ρης ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. μοναχός που έχει ως διακόνημα την υποδοχή και περιποίηση των επισκεπτών του μοναστηριού. [< μεσν. αρχοντάρης] | |
| 7034 | αρχονταρίκι | [ἀρχονταρίκι] αρ-χο-ντα-ρί-κι ουσ. (ουδ.): (σε μοναστήρι) αίθουσα υποδοχής και φιλοξενίας των επισκεπτών. Βλ. -ίκι. [< μεσν. αρχονταρίκιον] | |
| 7035 | άρχοντας | [ἄρχοντας] άρ-χο-ντας ουσ. (αρσ.) {αρχόντων} & (λόγ., σημ. 1 & 2) άρχων {άρχοντος} 1. ανώτατος αξιωματούχος: Ανώτατος ~ (: Πρόεδρος (της Δημοκρατίας), βασιλιάς). Αιρετός/δημοτικός (= δήμαρχος ή/και παλαιότ. κοινοτάρχης) ~. Οι τοπικοί ~ες (= οι τοπικές Αρχές). Οι ~ες του κόσμου (: οι ηγέτες των ισχυρών κρατών).|| (ΙΣΤ.) Απόλυτος ~ (: δεσπότης, δικτάτορας, μονάρχης). Βλ. απολυταρχία.|| (ΙΣΤ., στην αρχαία Αθήνα) Θρησκευτικός άρχων. Άρχων βασιλεύς.|| (ΕΚΚΛΗΣ., οφικιάλιος του Πατριαρχείου). 2. (μτφ.) κυρίαρχος: ~ της πίστας/του Σύμπαντος. Πβ. βασιλιάς.|| (οικ.) Γεια σου, ρε ~α! 3. (μτφ.) αρχοντάνθρωπος: Πραγματικός ~! 4. ΙΣΤ. (παρωχ.) ευγενής, αριστοκράτης: ένδοξος/ξεπεσμένος/πλούσιος ~. Πβ. γαλαζοαίματος, ευπατρίδης. Βλ. προύχοντας.|| (μτφ.) Ζει σαν ~ (= σαν πασάς, πλουσιοπάροχα). ● ΣΥΜΠΛ.: άρχοντας του σκότους & (σπάν.) της κόλασης: διάβολος. ● ΦΡ.: άρχοντες και αρχόμενοι: εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι. Βλ. κρατούντες. ● βλ. αρχόντισσα [< μεσν. άρχοντας] | |
| 7036 | αρχοντιά | [ἀρχοντιά] αρ-χο-ντιά ουσ. (θηλ.): (για πρόσ.) ανωτερότητα ήθους, ψυχική ευγένεια και γενναιοδωρία· (για τόπο ή χώρο) επιβλητικότητα, μεγαλοπρέπεια: λεβεντιά και ~. (οικ.-συνήθ. χιουμορ.) Να ζήσει η ~ σου!|| Νησιώτικη/παραδοσιακή ~. ~ και πολυτέλεια/φινέτσα. Πόλη που διατηρεί την ~ του παρελθόντος. Πβ. αριστοκρατικότητα. Βλ. βλαχιά, χοντροκοπιά. ● ΦΡ.: η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά βλ. καθαριότητα [< μεσν. αρχοντιά] | |
| 7037 | αρχοντικό | [ἀρχοντικό] αρ-χο-ντι-κό ουσ. (ουδ.) 1. πολυτελής, μεγαλόπρεπη οικία: επιβλητικό/νεοκλασικό/παραδοσιακό/πέτρινο ~. Αναπαλαίωση ~ού. Νησιώτικα ~ά. ΣΥΝ. αρχοντόσπιτο, παλάτι (2) 2. (λαϊκό) σπιτικό: Κοπιάστε στ' ~ μας. [< μεσν. αρχοντικόν] | |
| 7038 | αρχοντικός | , ή, ό [ἀρχοντικός] αρ-χο-ντι-κός επίθ. 1. (μτφ.) αριστοκρατικός, επιβλητικός, μεγαλοπρεπής: ~ή: εμφάνιση/ομορφιά/συμπεριφορά. ~ό: παράστημα. 2. που αναφέρεται, ανήκει ή αρμόζει σε άρχοντα: ~ή: κατοικία/οικογένεια. ● επίρρ.: αρχοντικά [< 2: μτγν. ἀρχοντικός] | |
| 7039 | αρχόντισσα | [ἀρχόντισσα] αρ-χό-ντισ-σα ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) γυναίκα με αρχοντική καταγωγή ή/και εμφάνιση. 2. (μτφ.) χαρακτηρισμός επιβλητικής, κυρίαρχης παρουσίας: (για νησί) ~ του Αιγαίου. Βλ. κυρά. ● βλ. άρχοντας [< μεσν. αρχόντισσα] | |
| 7040 | αρχοντο- & αρχοντό- & αρχοντ- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται 1. στον άρχοντα: αρχοντο-λόι. Αρχοντό-πουλο. 2. στη μεγαλοπρέπεια, την αρχοντιά ως χαρακτηριστικό: αρχοντό-σπιτο.|| (για πρόσ.) Αρχοντο-γυναίκα. Αρχοντ-άνθρωπος.|| (ειρων.) Αρχοντο-χωριάτης. | |
| 7041 | αρχοντολόι | [ἀρχοντολόι] αρ-χο-ντο-λό-ι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό-ειρων.): αριστοκρατία, ευγενείς. Πβ. προύχοντες. Βλ. -λόι. [< μεσν. αρχοντολόγι(ν)] | |
| 7042 | αρχοντομουτσουνάρα | [ἀρχοντομουτσουνάρα] αρ-χο-ντο-μου-τσου-νά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-ειρων.): αφεντομουτσουνάρα. | |
| 7043 | αρχοντόπουλο, αρχοντοπούλα | [ἀρχοντόπουλο] αρ-χο-ντό-που-λο ουσ. (ουδ. + θηλ.) 1. (παρωχ.) παιδί άρχοντα (αγόρι ή κορίτσι). Βλ. -οπούλα. 2. (στο ουδ., μτφ.) παιδί αριστοκρατικής ή πλούσιας οικογένειας. Πβ. βασιλό-, πριγκιπό-πουλο. ΣΥΝ. πλουσιόπαιδο [< μεσν. αρχοντόπουλον] | |
| 7044 | αρχοντορεμπέτικο | [ἀρχοντορεμπέτικο] αρ-χο-ντο-ρε-μπέ-τι-κο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. είδος που συνδυάζει το ρεμπέτικο με την ελαφρά μουσική· (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) ελαφρολαϊκά τραγούδια της μεταπολεμικής εποχής, που μιμούνταν τα ρεμπέτικα στον ρυθμό και τη θεματολογία. | |
| 7045 | αρχοντόσπιτο | [ἀρχοντόσπιτο] αρ-χο-ντό-σπι-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): αρχοντικό. Βλ. πλουσιόσπιτο. | |
| 7046 | αρχοντοχωριάτης | [ἀρχοντοχωριάτης] αρ-χο-ντο-χω-ριά-της ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): νεόπλουτος που παριστάνει τον αριστοκράτη. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ