Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7940-7960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7047αρχοντοχωριάτικος, η, ο [ἀρχοντοχωριάτικος] αρ-χο-ντο-χω-ριά-τι-κος επίθ.: που αναφέρεται ή αρμόζει σε αρχοντοχωριάτη. ~η: νοοτροπία/συμπεριφορά. Πβ. άξεστος, νεοπλουτίστικος.
7048αρχοντοχωριατισμός[ἀρχοντοχωριατισμός] αρ-χο-ντο-χω-ρια-τι-σμός ουσ. (αρσ.): τα χαρακτηριστικά και η νοοτροπία του αρχοντοχωριάτη. Βλ. -ισμός.
7050αρχύτερα[ἀρχύτερα] αρ-χύ-τε-ρα επίρρ. & αρχίτερα: νωρίτερα, πρωτύτερα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: μια(ν) ώρα αρχύτερα: όσο το δυνατό γρηγορότερα: Ας ξεμπερδεύουμε/τελειώνουμε ~ ~. [< μεσν. αρχύτερα]
7051άρχω[ἄρχω] άρ-χω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ., μτχ. άρχ-ων, -ουσα | -εται, αρχό-μενος} (αρχαιοπρ.): κυβερνώ, ασκώ εξουσία: Στο κράτος δικαίου ~ει ο νόμος. Οι πολίτες ~ουν και ~ονται. Η ~ουσα: τάξη (= ιθύνουσα).|| (μτφ.) ~ουσα ιδεολογία (= κυρίαρχη). ● Παθ.: άρχεται (επίσ.): αρχίζει, ξεκινά: Το οικονομικό έτος ~ την 1η Ιανουαρίου και λήγει την ... Η ισχύς της εγκυκλίου ~ από τη δημοσίευσή της. Συμπτώματα ~μενης/(λόγ.) ~μένης νόσου. ● ΦΡ.: από Θεού άρξασθε/άρξασθαι βλ. θεός, άρχεται/λύεται η συνεδρίαση βλ. συνεδρίαση, άρχοντες και αρχόμενοι βλ. άρχοντας, ήρξατο χειρών αδίκων βλ. άδικος [< αρχ. ἄρχω]
7052άρωβλ. αίρω
7054αρωγή[ἀρωγή] α-ρω-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): βοήθεια: παροχή (οικονομικής/χρηματικής) ~ής στους πληγέντες. Πβ. ενίσχυση.|| Άμεση/διεθνής/δικαστική/κοινωνική/κρατική/νομική ~. Με την ~ του ... Προσφέρει ~ σε ... Πβ. συνδρομή, υποστήριξη. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφείο αρωγής (συνήθ. με κεφαλ. Γ, Α): υπηρεσία που παρέχει στους πολίτες συμβουλές, βοήθεια και υποστήριξη, κυρ. με ηλεκτρονικά μέσα: ~ ~ χρηστών. ΣΥΝ. χελπ ντεσκ [< αγγλ. help desk, 1980] , θαλάσσια/επιθαλάσσια αρωγή: ΝΟΜ. παροχή βοήθειας σε πλοίο ή πρόσωπο που κινδυνεύει στη θάλασσα: ~ ~ και διάσωση. Πβ. ναυαγιαίρεση. Βλ. ναυαγοσωστικό. [< γαλλ. assistance maritime] , Ταμείο Αρωγής βλ. ταμείο [< αρχ. ἀρωγή]
7055αρωγός[ἀρωγός] α-ρω-γός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): βοηθός: Ήρθε/στάθηκε/υπήρξε πολύτιμος ~ στην προσπάθεια να .../στον αγώνα για ... Πβ. προστάτης, συμπαραστάτης, υποστηρικτής.|| (σπάν. ως επίθ.) Συνδρομές τακτικών και ~ών μελών. [< αρχ. ἀρωγός]
7056άρωμα[ἄρωμα] ά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {αρώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. όμορφη μυρωδιά· συνεκδ. καθετί αρωματικό: γλυκό/έντονο/εξωτικό/μεθυστικό/χαρακτηριστικό ~. ~ γιασεμιού/καφέ/μέντας/τριαντάφυλλου. Αναδίδεται ένα θεσπέσιο/μοναδικό/υπέροχο ~. Ο αέρας γέμισε ~ατα. Πβ. ευωδιά, μοσχοβολιά. Βλ. βρόμα, δυσωδία.|| Κρασί με πλούσιο/φρουτώδες ~ (= γεύση).|| (προφ.) Λάδι σκέτο ~! 2. προϊόν σε υγρή μορφή, φυσικής ή συνθετικής προέλευσης και με ευχάριστη οσμή, που χρησιμοποιείται για να μυρίζουν ωραία το σώμα, τα ρούχα ή η ατμόσφαιρα: αισθησιακό/ανδρικό/βαρύ/γυναικείο/διακριτικό/δυνατό/ελαφρύ/λεπτό ~. ~ σε σπρέι. Το νέο ~ του οίκου ... ~ που φεύγει (= εξατμίζεται) γρήγορα/κρατάει πολύ. Βάζω/φοράω ~ (= αρωματίζομαι). Δοκιμάζω ένα ~. ΣΥΝ. κολόνια.|| ~ατα εσωτερικού χώρου (= αρωματικά). 3. (μτφ.) αέρας, ατμόσφαιρα: ~ Ανατολής/εκλογών/νοσταλγίας. Το ~ μιας άλλης εποχής. Πβ. γεύση, κλίμα. ● ΦΡ.: τα ακριβά αρώματα μπαίνουν/τα βάζουν σε μικρά μπουκαλάκια/μπουκάλια βλ. μπουκάλι, φρου φρου κι αρώματα βλ. φρου φρου [< αρχ. ἄρωμα ‘θεραπευτικό φυτό, μπαχαρικό’, γαλλ. arôme, parfum, αγγλ. aroma]
7057αρωματάση[ἀρωματάση] α-ρω-μα-τά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που συμβάλλει στη σύνθεση οιστρογόνων. Βλ. αντιοιστρογόνα. [< αγγλ. aromatase, 1959]
7058αρωματίζω[ἀρωματίζω] α-ρω-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {αρωμάτι-σα, αρωματίζ-εται, αρωματί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος}: σκορπίζω άρωμα ή ψεκάζω με άρωμα· προσθέτω σε κάτι αρωματική ουσία (ειδικότ. αρτύματα σε φαγητό): ~σμένη ατμόσφαιρα.|| ~ τη σάλτσα με βασιλικό/μπαχαρικά (ΣΥΝ. καρυκεύω). Λάδι ~σμένο με λεμόνι. ● Παθ.: αρωματίζομαι: βάζω άρωμα: Βάφτηκε, ~στηκε (= παρφουμαρίστηκε) και βγήκε έξω. [< μτγν. ἀρωματίζω, γαλλ. aromatiser, parfumer]
7059αρωματικός, ή, ό [ἀρωματικός] α-ρω-μα-τι-κός επίθ. 1. που αναδίδει ευχάριστο άρωμα (από μόνος του ή επειδή είναι αρωματισμένος): ~ός: καπνός/καφές. ~ή: γεύση/λοσιόν/ρητίνη. ~ό: τσάι/υγρό. ~ές: ουσίες/ύλες (= αρτύματα). ~ά: βότανα/έλαια (= αιθέρια)/μαντιλάκια/σαπούνια/φύλλα. Κρασί με έντονο ~ό χαρακτήρα. Πβ. ευωδιαστός, μυρωδάτος.|| ~ή: συσκευή. ~ό: σπρέι. ~ά: κεριά/στικ. ΑΝΤ. δύσοσμος (1), κάκοσμος 2. ΧΗΜ. (για οργανική ένωση) που τα άτομά της σχηματίζουν δακτύλιο και χαρακτηρίζεται από βαριά οσμή, υψηλή σταθερότητα και φασματοσκοπικές ιδιότητες: ~οί: υδρογονάνθρακες. Ηλεκτρονιόφιλη/πυρηνόφιλη ~ή υποκατάσταση. Βλ. βενζόλιο, φαινόλη. ● Ουσ.: αρωματικό (το): ενν. προϊόν: ~ά χώρου. ● ΣΥΜΠΛ.: αρωματικά φυτά: με ευχάριστη μυρωδιά και χρήση στη μαγειρική, την αρωματοποιία και τη φαρμακοποιία. Βλ. αρτυματικός, βασιλικός, δάφνη, δενδρολίβανο, δυόσμος, θυμάρι, λεβάντα, μαϊντανός, μέντα, ρίγανη. [< μτγν. ἀρωματικός, γαλλ. aromatique, αγγλ. aromatic, γερμ. aromatisch]
7060αρωματισμός[ἀρωματισμός] α-ρω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & (προφ.) αρωμάτισμα (το): η ενέργεια του αρωματίζω: προϊόντα ~ού αναπνοής. Συστήματα απόσμησης και ~ού χώρων. Πβ. παρφουμάρισμα.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Οίνος που έχει υποστεί ~ό με φυσικές αρωματικές ουσίες. Βλ. -ισμός. [< μεσν. αρωμάτισμα, γαλλ. aromatisation, αγγλ. aromatization]
7061αρωματοθεραπεία[ἀρωματοθεραπεία] α-ρω-μα-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) αρωμαθεραπεία: εναλλακτική μέθοδος που βασίζεται στη χρήση αιθέριων ελαίων για τη διατήρηση και βελτίωση της υγείας, της ψυχικής διάθεσης και της ομορφιάς. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. aromatherapy, 1949, γαλλ. aromathérapie, 1937, διαδόθηκε το 1965]
7062αρωματοποιία[ἀρωματοποιία] α-ρω-μα-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): παρασκευή αρωμάτων και αρωματικών καλλυντικών προϊόντων· συνεκδ. η αντίστοιχη βιομηχανία ή βιοτεχνία: Αιθέρια έλαια/βότανα/φυτά που χρησιμοποιούνται στην ~. Βλ. κοσμετολογία, -ποιία. [< γαλλ. parfumerie]
7063αρωματοποιός[ἀρωματοποιός] α-ρω-μα-το-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την αρωματοποιία. Βλ. -ποιός. [< γαλλ. parfumeur]
7064αρωματοπωλείο[ἀρωματοπωλεῖο] α-ρω-μα-το-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): κατάστημα αρωμάτων. Βλ. -πωλείο. [< γαλλ. parfumerie]
7065αρώνιαα-ρώ-νι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυτό (οικογ. Rosaceae), γνωστό για τους κόκκινους, μοβ και ιδ. για τους σκούρους καρπούς τoυ (Aronia melanocarpa) που έχουν πολλές αντιοξειδωτικές ουσίες και μεγάλη διατροφική αξία. [< αγγλ. Aronia < νεολατ. arōnia < μτγν. ἀρωνία ‘δεσπολιά’]
7066ας[ἄς] μόρ. δηλώνει: 1. παρότρυνση, παρακίνηση, προτροπή: ~ ξεκινήσουμε/πάμε μια βόλτα! ~ δούμε πρώτα τι θα γίνει και μετά αποφασίζουμε. 2. συγκατάθεση, συναίνεση: ~ δεχτούμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Εντάξει, ~ αποφασίσει η πλειοψηφία. 3. απειλή, εκφοβισμό: ~ τολμήσει να έρθει (ενν. και θα δεις τι θα γίνει/τι θα πάθει). 4. ευχή, κατάρα ή κάτι ανεκπλήρωτο: ~ (= να) είσαι καλά που με έκανες και γέλασα! ~ ελπίσουμε ότι ...|| ~ πάθει ό,τι του αξίζει!|| ~ (= μακάρι να) ήμουν πιο τυχερός!|| (ένδειξη αδιαφορίας:) ~ ερχόσουν νωρίτερα να προλάβαινες (= δεν ήρθες και δεν πρόλαβες). 5. απάθεια: ~ πάει όπου θέλει (: δεν μ' ενδιαφέρει πού)! ● ΦΡ.: ας είναι: σε περιπτώσεις συγκατάθεσης (σε κάτι) λόγω ανάγκης ή βεβιασμένα: Δεν συμφωνώ, αλλά ~ ~, δεν πειράζει., και/κι ας: (για δήλωση παραχώρησης) ακόμα και αν: Πες μια καλή κουβέντα, ~ ~ είναι ψέμα! Υπάρχει πρόβλημα, ~ ~ ισχυρίζεται το αντίθετο., ας γελάσω βλ. γελώ, ας όψεται/όψονται βλ. όψομαι, ας πάει και το παλιάμπελο βλ. παλιάμπελο, ας πούμε βλ. λέω, ας πρόσεχε(ς)! βλ. προσέχω, ας τα λέμε καλά βλ. λέω, μάζευε κι ας είν' και ρώγες βλ. ρώγα [< μτγν. ἄς < αρχ. ἄφες]
7068ΑΣ1. (ο) Αθλητικός Σύλλογος. 2. (ο/το) Αρχηγός/Αρχηγείο Στόλου.
7072ΑΣΑΔΑ(το): Αυτόματο Σύστημα Αναγνώρισης Δακτυλικών Αποτυπωμάτων.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.