Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7960-7980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7073ΑΣΑΕΔ(το): Ανώτατο Συμβούλιο Αθλητισμού Ενόπλων Δυνάμεων.
7074ασάλευτος, η, ο [ἀσάλευτος] α-σά-λευ-τος επίθ. 1. (συνήθ. λογοτ.) που δεν σαλεύει: ~ος: βράχος. ~η: θάλασσα (= ακύμαντη).|| Έμεινε ~ (σαν άγαλμα) (= ακίνητος). Πβ. ακούνητος. 2. (μτφ.) ακλόνητος: ~η: πίστη (= απαρασάλευτη, αδιασάλευτη, σταθερή). Πβ. αμετάθετος, αμετακίνητος, αταλάντευτος. [< αρχ. ἀσάλευτος]
7075ασάνα[ἀσάνα] α-σά-να ουσ. (θηλ.) {πληθ. -ας κ. -ες} & άσανα: καθεμία από τις στάσεις της γιόγκα. [< αγγλ. asana]
7076ασανσέρ[ἀσανσέρ] α-σαν-σέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (προφ.) μόνιμα εγκατεστημένος μηχανισμός για την ανύψωση και κατάβαση ανθρώπων και φορτίων μεταξύ επιπέδων -κυρ. ορόφων κτιρίου-, ο οποίος κινείται κατακόρυφα σε φρεάτιο, με τη βοήθεια ατέρμονων ιμάντων και τροχαλιών: βιομηχανικό/γυάλινο/εξωτερικό/εσωτερικό/υδραυλικό ~. Το ~ της πολυκατοικίας. Η καμπίνα/το κουμπί/η πόρτα του ~. Συντήρηση ~. Τα ~ του ουρανοξύστη/πολυκαταστήματος/Υπουργείου. Το ~ αντέχει/χωράει ... άτομα/... βάρος. Χάλασε το ~. Παίρνω το ~. Θ' ανέβεις με το ~ ή με τη σκάλα/τα πόδια; Κλείστηκε στο ~ (δηλ. στο θάλαμό του, και ήρθε η Πυροσβεστική για να τον απεγκλωβίσει). Βλ. αναβατήρας, ανυψωτήρας. || ~ ντουλάπας (: μηχανισμός ανύψωσης ρούχων για εξοικονόμηση χώρου). ΣΥΝ. ανελκυστήρας 2. (μτφ.) συνεχής και έντονη διακύμανση: ~ οι βάσεις των εξετάσεων. Τιμές ~. || Ομάδα ~. ● ΦΡ.: καλώ το ασανσέρ βλ. καλώ [< γαλλ. ascenseur, 1867]
7077άσαρκος, η, ο [ἄσαρκος] ά-σαρ-κος επίθ. 1. ΘΕΟΛ. που δεν έχει υλική υπόσταση: ~ο: πνεύμα. Ο ~ Θεός/Λόγος. Πβ. ασώματος, άυλος.|| (μτφ.) ~ες: ιδέες (= ανυπόστατες). ΑΝΤ. ένσαρκος 2. (λογοτ.) υπερβολικά αδύνατος, ισχνός: ~ο: κορμί/πρόσωπο. ΣΥΝ. κοκαλιάρης, λιπόσαρκος, οστεώδης (1), σκελετωμένος ΑΝΤ. εύσαρκος, παχύσαρκος [< αρχ. ἄσαρκος]
7078ασάφεια[ἀσάφεια] α-σά-φει-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη σαφήνειας· (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) ασαφής έκφραση: γλωσσική/δημιουργική//ιδεολογική/νομική ~. Η ~ του άρθρου/των διατάξεων/του περιεχομένου. ~ ενός όρου. ~ και απροσδιοριστία. Υπάρχει ~ στη διατύπωση.|| ~ αρμοδιοτήτων/θέσεων/ρόλων/στόχων (= σύγχυση).|| Αμφισημίες/αντιφάσεις και ~ες. ~ες και κενά/λάθη. Πβ. αοριστο-, γενικο-λογία. ● ΣΥΜΠΛ.: εποικοδομητική ασάφεια (κυρ. στη διπλωματία): εσκεμμένη χρήση διφορούμενης γλώσσας στον χειρισμό ευαίσθητου ζητήματος. [< αγγλ. constructive ambiguity, 1967] [< αρχ. ἀσάφεια]
7079ασαφής, ής, ές [ἀσαφής] α-σα-φής επίθ. {ασαφ -ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ ασαφέστ-ερος, -ατος} 1. που δεν είναι σαφής: ~ής: απάντηση/εικόνα (= συγκεχυμένη)/έννοια/ερώτηση/περιγραφή. ~ές: κείμενο. ~ή: κίνητρα (= αδιευκρίνιστα)/κριτήρια.|| (μτφ.) ~ές: τοπίο (= θολό). Πβ. ακαθόριστος, αόριστος, νεφελώδης, σκοτεινός, φλου. 2. (για πρόσ.) που μιλά, εκφράζεται χωρίς σαφήνεια: Ήταν σκόπιμα ~ στις δηλώσεις του. ● επίρρ.: ασαφώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: ασαφής λογική (ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ.-ΠΛΗΡΟΦ.): αφορά την αναπαράσταση ανακριβούς ή αδιευκρίνιστης γνώσης, χρησιμοποιώντας την έννοια του "βαθμού αλήθειας" μιας πρότασης και όχι τον κάθετο διαχωρισμό "αλήθεια-ψεύδος". [< αγγλ. fuzzy logic, 1969] [< αρχ. ἀσαφής]
7080ασβέστης[ἀσβέστης] α-σβέ-στης ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΔ. δομικό υλικό, πορώδες και εύθρυπτο, με λευκό χρώμα· ΧΗΜ. οξείδιο του ασβεστίου (CaO): άνυδρος ~. Τοίχοι περασμένοι με ~η. ~ες και σοβάδες πεσμένοι στο πάτωμα. Βλ. ασβεστ-όλιθος, -οποίηση, κονίαμα. ΣΥΝ. άσβεστος ● ΣΥΜΠΛ.: σβησμένος ασβέστης: υδράσβεστος. [< μεσν. ασβέστης]
7081ασβέστιο[ἀσβέστιο] α-σβέ-στι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο μαλακό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Ca, Z 20), που υπάρχει στον γύψο, την κιμωλία και το μάρμαρο και αποτελεί συστατικό κυρ. των οστών και των δοντιών: φωσφορικό/χλωριούχο ~. Άλατα/απορρόφηση/έλλειψη (βλ. οστεοπόρωση)/λήψη/πρόσληψη/συμπληρώματα ~ίου. Υδροξείδιο του ~ίου (= υδράσβεστος). Επίπεδα/συγκέντρωση ~ίου στο αίμα. Τροφές πλούσιες σε ~ (π.χ. γαλακτοκομικά προϊόντα). ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρακικό ασβέστιο βλ. ανθρακικός, θειικό ασβέστιο βλ. θειικός [< μτγν. *ἀσβέστιον 'ασβεστόλιθος', γαλλ.-αγγλ. calcium]
7082ασβεστίτης[ἀσβεστίτης] α-σβε-στί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό ανθρακικό ασβέστιο (CaCO3), κύριο συστατικό των ασβεστολιθικών πετρωμάτων: απόθεση/κρύσταλλοι ~η. Βλ. αλάβαστρο, αραγωνίτης, ασβεστόλιθος, -ίτης2. [< γαλλ. calcite]
7083ασβεστιτικός, ή, ό [ἀσβεστιτικός] α-σβε-στι-τι-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που περιέχει ασβεστίτη: ~ά: μάρμαρα. [< γαλλ. calcitique]
7084ασβεστοκάμινο[ἀσβεστοκάμινο] α-σβε-στο-κά-μι-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) & (λόγ.) ασβεστοκάμινος (η): εγκατάσταση (καμίνι) παραγωγής ασβέστη με πυράκτωση ασβεστόλιθων. [< μεσν. ασβεστοκάμινον]
7085ασβεστοκονίαμα[ἀσβεστοκονίαμα] α-σβε-στο-κο-νί-α-μα ουσ. (ουδ.) & (επίσ.) ασβεστοκονία (η): ΟΙΚΟΔ. κονίαμα. ΣΥΝ. σοβάς [< γερμ. Mörtel]
7086ασβεστολιθικός, ή, ό [ἀσβεστολιθικός] α-σβε-στο-λι-θι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που αποτελείται ή έχει σχηματιστεί από ασβεστόλιθο: ~ός: βράχος. ~ή: άμμος. ~ό: έδαφος/σπήλαιο. ~ές: αποθέσεις/πέτρες/πλάκες. ~ά: αδρανή/ιζήματα/πετρώματα (βλ. ασβεστόλιθος). [< γαλλ. calcaire]
7087ασβεστόλιθος[ἀσβεστόλιθος] α-σβε-στό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου}: ΟΡΥΚΤ. ιζηματογενές πέτρωμα που αποτελείται κυρ. από ανθρακικό ασβέστιο και χρησιμοποιείται για την παρασκευή ασβέστη, απορρυπαντικών, ζωοτροφών, λιπασμάτων, χρωμάτων ή πλαστικών: κιτρινωπός/λευκός/μαλακός/πορώδης/σκληρός/συμπαγής ~. Κοραλλιογενείς/κρυσταλλικοί/μαργαϊκοί/πλακώδεις ~οι. Βλ. ασβεστ-, δολομ-ίτης. ΣΥΝ. ασβεστόπετρα, πωρόλιθος, τιτανόλιθος [< γαλλ. pierre calcaire]
7088ασβεστόνερο[ἀσβεστόνερο] α-σβε-στό-νε-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): άχρωμο υδατικό διάλυμα υδροξειδίου του ασβεστίου: Βάζουμε τα σύκα σε ~ (: στην παρασκευή γλυκών του κουταλιού, για να γίνει πιο τραγανή η σάρκα).|| Ψεκασμός με ~ (: για απολύμανση). Βλ. υδράσβεστος, -νερο.
7089ασβεστόπετρα[ἀσβεστόπετρα] α-σβε-στό-πε-τρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ασβεστόλιθος.
7090ασβεστοποίηση[ἀσβεστοποίηση] α-σβε-στο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. εναπόθεση, συσσώρευση αλάτων ασβεστίου: βιολογική/παθολογική ~. ~ των αγγείων/οστών. ~ καρδιακής αορτής και βαλβίδας. ΣΥΝ. αποτιτάνωση, ασβέστωση (1) 2. ΤΕΧΝΟΛ. διεργασία με την οποία ένα υλικό θερμαίνεται σε υψηλή θερμοκρασία, με σκοπό τον διαχωρισμό των ωφέλιμων συστατικών του (με τη μορφή ατμών)· ειδικότ. ο αντίστοιχος τρόπος παραγωγής του ασβέστη από τον ασβεστόλιθο. Πβ. φρύξη. Βλ. -ποίηση. [< 1: γαλλ. calcification 2: γαλλ. calcination]
7091ασβεστοποιία[ἀσβεστοποιία] α-σβε-στο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): παραγωγή ασβέστη· συνεκδ. η αντίστοιχη οργανωμένη μονάδα, βιομηχανία. Βλ. -ποιία. [< μεσν. ασβεστοποιία, γαλλ. chaufournerie]
7092ασβεστοποιός[ἀσβεστοποιός] α-σβε-στο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.-παλαιότ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την παραγωγή ασβέστη. Πβ. ασβεστάς. Βλ. -ποιός. [< μεσν. ασβεστοποιός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.