| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7093 | άσβεστος | , ος/η, ο [ἄσβεστος] ά-σβε-στος επίθ. & άσβηστος (λόγ.) 1. (μτφ., συνήθ. για συναίσθημα) που έχει πάντα την ίδια ένταση: ~η: αγάπη/δίψα (για ζωή)/επιθυμία/πίστη. ~ο: πάθος. Η μνήμη του διατηρείται ~η. Κρατά ~η στην ψυχή του την ελπίδα. Έχει/τρέφει ~ο μίσος. Πβ. αδιάπτωτος, ακατεύναστος, ακοίμητος, αμείωτος, ασίγαστος. 2. που δεν σβήνει ή δεν έχει σβήσει, που παραμένει αναμμένος: η ~η φλόγα (: η ολυμπιακή).|| (μτφ.) Η ~η φλόγα της λευτεριάς. ● επίρρ.: άσβεστα ● ΣΥΜΠΛ.: άσβεστο πυρ βλ. πυρ [< αρχ. ἄσβεστος] | |
| 7094 | άσβεστος | [ἄσβεστος] ά-σβε-στος ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ασβέστης. [< μτγν. ἄσβεστος] | |
| 7095 | ασβεστούχος | , ος/α, ο [ἀσβεστοῦχος] α-σβε-στού-χος επίθ. (επιστ.-κυρ. ΓΕΩΛ.): που περιέχει υψηλά ποσοστά ασβεστίου: ~ος: άργιλος (βλ. μάργα). ~ος: νιτρική αμμωνία. ~ο: έδαφος. ~οι: βάλτοι. ~α: άλατα (βλ. σταλα-γμίτης, -κτίτης)/πετρώματα (βλ. καρστ). Βλ. -ούχος2. ΣΥΝ. ασβεστώδης ● ΣΥΜΠΛ.: ασβεστούχος πηλός: ΓΕΩΛ. ιζηματογενές πηλώδες πέτρωμα αιολικής προέλευσης, με υψηλή περιεκτικότητα σε άργιλο και ασβεστίτη. [< γερμ. Löss] [< γαλλ. calcaire] | |
| 7096 | ασβεστώδης | , ης, ες [ἀσβεστώδης] α-σβε-στώ-δης επίθ. {ασβεστώδ -ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (επιστ.): ασβεστούχος. Βλ. -ώδης. [< μτγν. ἀσβεστώδης] | |
| 7097 | ασβέστωμα | [ἀσβέστωμα] α-σβέ-στω-μα ουσ. (ουδ.) {ασβεστώμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ασβεστώνω: ~ των τοίχων. Πβ. άσπρισμα.|| (συνεκδ., ασβεστωμένη επιφάνεια) Αγιογραφίες κάτω από τα ~ατα. [< μεσν. ασβέστωμα] | |
| 7098 | ασβεστώνω | [ἀσβεστώνω] α-σβε-στώ-νω ρ. (μτβ.) {ασβέστω-σα, -εται, ασβεστώ-θηκε, -μένος}: βάφω, καλύπτω μια επιφάνεια με διάλυμα ασβέστη για λόγους αισθητικής ή υγιεινής: ~ τα σκαλιά. Το εκκλησάκι σοβατίστηκε και ~θηκε. ~μένες: αυλές. ~μένα: σοκάκια/σπίτια. Πβ. ασπρίζω.|| Οι τοιχογραφίες ~θηκαν και καταστράφηκαν. [< μεσν. ασβεστώνω] | |
| 7099 | ασβέστωση | [ἀσβέστωση] α-σβέ-στω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ασβεστοποίηση. 2. λίπανση του εδάφους με ασβέστη. Βλ. εγγειο-, εδαφο-βελτιωτικός. [< μτγν. ἀσβέστωσις 1: γαλλ. calcinose 2: γαλλ. carbonatation] | |
| 7100 | άσβηστος | , η, ο βλ. άσβεστος | |
| 7101 | ασβός | [ἀσβός] α-σβός ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μικρόσωμο νυκτόβιο παμφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Meles meles), με πυκνό γκρίζο-καφετί τρίχωμα και σκληρά νύχια, το οποίο σκάβει λαγούμια και έχει ως χαρακτηριστικό την αποβολή δύσοσμων εκκρίσεων για την απομάκρυνση των εχθρών. [< μεσν. ασβός] | |
| 7102 | ΑΣΓΜΕ | (η): Ανώτατη Συνομοσπονδία Γονέων Μαθητών Ελλάδας. | |
| 7103 | ΑΣΔΕΝ | (η): Ανώτερη Στρατιωτική Διοίκηση Εσωτερικού και Νήσων. | |
| 7104 | ΑΣΔΥΣ | (η): Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση Υποστήριξης Στρατού. | |
| 7105 | ΑΣΕΑ | (το): Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας. | |
| 7106 | ΑΣΕΑΔ | (το): Ανώτατο Συμβούλιο Επίλυσης Αθλητικών Διαφορών. | |
| 7107 | ΑΣΕΑΝ | (η) 1. (ASEAN: Association of South East Asian Nations) Ένωση Χωρών Νοτιοανατολικής Ασίας. 2. Ανωτέρα Σχολή Επισκεπτριών Αδελφών Νοσοκόμων. | |
| 7108 | ασέβεια | [ἀσέβεια] α-σέ-βει-α ουσ. (θηλ.): προσβολή των θείων, ενός προσώπου που θεωρείται ιερό, ενός θεσμού ή μιας αξίας· συνεκδ. η αντίστοιχη πράξη: προκλητική ~. ~ προς (/απέναντι σε) το Δικαστήριο/το Κοινοβούλιο/τον Θεό (πβ. βλασφημία· ΑΝΤ. ευσέβεια)/τον νεκρό/τους γονείς. Ύβρη και ~. Θα ήταν ~ να ... Διέπραξε/έδειξε/κατηγορήθηκε για ~. Φέρθηκε με ~. Πβ. αναίδεια, ανευλάβεια. [< αρχ. ἀσέβεια] | |
| 7109 | ασεβής | , ής, ές [ἀσεβής] α-σε-βής επίθ. {ασεβ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ασεβέστ-ερος, -ατος}: που επιδεικνύει ή που συνιστά ασέβεια: ~ προς τα θεία. Άθεος και ~. ΑΝΤ. θεοσεβής.|| ~ής: πράξη. ~ και αυθάδης/προκλητική/προσβλητική συμπεριφορά. Πβ. αναιδής, ανευλαβής, ανίερος, βλάσφημος. ΑΝΤ. ευσεβής ● επίρρ.: ασεβώς [-ῶς] (λόγ.) [< αρχ. ἀσεβής] | |
| 7110 | ασεβώ | [ἀσεβῶ] α-σε-βώ ρ. (αμτβ.) {ασεβ-είς ... | ασέβησε, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): διαπράττω, δείχνω ασέβεια: ~εί απέναντι στους/προς τους θεσμούς. ~ούν εναντίον/κατά/σε βάρος των γονέων τους. ΑΝΤ. σέβομαι (1) [< αρχ. ἀσεβῶ] | |
| 7111 | ΑΣΕΙ | (τα): Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. | |
| 7112 | ασέλγεια | [ἀσέλγεια] α-σέλ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. πράξη που προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και αποβλέπει στην ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής (ή στη σεξουαλική διέγερση): παρά φύση ~. ~ κατά/σε βάρος ανηλίκου (πβ. αποπλάνηση). Εξαναγκασμός σε ~. Δίωξη/ένοχος/ύποπτος για ~. Κατηγορείται/συνελήφθη για ~. Πβ. (σεξουαλική) κακοποίηση. Βλ. βιασμός.|| (μτφ., αισχρή πράξη ή συμπεριφορά:) ~ κατά/σε βάρος της μνήμης του νεκρού. ● ΦΡ.: κατάχρηση σε ασέλγεια: ΝΟΜ. αξιόποινη πράξη σύμφωνα με την οποία κάποιος εκμεταλλεύεται την παραφροσύνη ή τη νοητική ή/και σωματική ανεπάρκεια ατόμου και προσβάλλει τη γενετήσια αξιοπρέπειά του. [< αρχ. ἀσέλγεια] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ