| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7113 | ασελγής | , ής, ές [ἀσελγής] α-σελ-γής επίθ. {ασελγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): ακόλαστος, πρόστυχος: ~ής: πράξη. ~είς: προτάσεις/χειρονομίες. Πβ. έκφυλος, χυδαίος. ● επίρρ.: ασελγώς [-ῶς] (σπάν.-λόγ.) [< αρχ. ἀσελγής] | |
| 7114 | ασελγώ | [ἀσελγῶ] α-σελ-γώ ρ. (αμτβ.) {ασελγ-εί ... | ασέλγ-ησε, -ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): κακοποιώ σεξουαλικά: Ο δράστης ~ησε (επανειλημμένα/παρά φύση) σε ανήλικο/σε βάρος ανηλίκου. Πβ. αποπλανώ. Βλ. βιάζω.|| (μτφ., προσβάλλω ηθική αξία με αισχρό τρόπο) ~ούν αναίσχυντα/βάναυσα (πάνω) στους θεσμούς/(λόγ.) επί των θεσμών (= ασεβούν). [< μτγν. ἀσελγῶ] | |
| 7115 | ασέληνος | , η, ο [ἀσέληνος] α-σέ-λη-νος επίθ. (λόγ.-λογοτ.): που δεν έχει φεγγάρι: ~ος: ουρανός. ~η: νύχτα. Βλ. φεγγαρόλουστος. [< αρχ. ἀσέληνος] | |
| 7116 | άσεμνος | , η, ο [ἄσεμνος] ά-σε-μνος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από (ή δηλώνει) έλλειψη σεμνότητας, κυρ. σε ό,τι αφορά τη σεξουαλική συμπεριφορά: ~ος: χορός. ~η: γλώσσα (= ελευθεριάζουσα)/ενδυμασία/πράξη (= αδιάντροπη)/στάση/χειρονομία. ~ο: λεξιλόγιο. ~ες: (εκ)φράσεις (βλ. βρισιά, βωμολοχία)/κινήσεις/λέξεις/σκηνές (ταινίας)/φωτογραφίες (: γυμνές). ~α: αστεία/τραγούδια. Ιστοσελίδες με ~ο και τολμηρό περιεχόμενο. ΣΥΝ. αισχρός (1), πρόστυχος, χυδαίος (1) ΑΝΤ. σεμνός (1) ● Ουσ.: άσεμνο (το): παράβαση του νόμου περί ασέμνων (ενν. δημοσιευμάτων). ● επίρρ.: άσεμνα [< αρχ. ἄσεμνος ‘όχι σοβαρός, απρεπής’, γαλλ. indécent] | |
| 7117 | ασεξουαλικός | , ή, ό [ἀσεξουαλικός] α-σε-ξου-α-λι-κός επίθ. 1. & ασέξουαλ: (μειωτ., για πρόσ.) που δεν έχει ή δεν εμπνέει σεξουαλική επιθυμία. Πβ. ανέραστος, ανοργασμικός, αντιερωτικός, ψυχρός. ΑΝΤ. σεξουαλικός 2. που δεν εμπεριέχει σεξουαλική επαφή ή την αποκλείει: ~ή: αναπαραγωγή (= αγενής, π.χ. φυτών). Βλ. παρθενογένεση. ● επίρρ.: ασεξουαλικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αγγλ. asexual, γαλλ. asexuel] | |
| 7118 | ασεξουαλικότητα | [ἀσεξουαλικότητα] α-σε-ξου-α-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): πλήρης αποχή από την ερωτική πράξη, έλλειψη ερωτικής επιθυμίας. [< αγγλ. asexuality] | |
| 7119 | ΑΣΕΠ | (το): Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού. | |
| 7120 | ασεπίτης | [ἀσεπίτης] α-σε-πί-της ουσ. (αρσ.) (προφ.): διοριστέος ή σπανιότ. επιτυχών ή υποψήφιος του διαγωνισμού του ΑΣΕΠ. Βλ. -ίτης1. | |
| 7121 | ασερόλα | [ἀσερόλα] α-σε-ρό-λα ουσ. (θηλ.) & ατσερόλα: ΒΟΤ. μικρός θάμνος (επιστ. ονομασ. Malpighia glabra) με καρπούς που μοιάζουν με κεράσια και χρησιμοποιούνται κυρ. για την αντιοξειδωτική τους δράση. [< αγγλ. acerola, γαλλ. ~, 1991] | |
| 7122 | ασετόν | [ἀσετόν] α-σε-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ακετόνη, κυρ. ως ξεβαφτικό νυχιών. [< γαλλ. acétone] | |
| 7123 | ασετυλίνη | [ἀσετυλίνη] α-σε-τυ-λί-νη ουσ. (θηλ.) & ασετιλίνη: ΧΗΜ. ακόρεστος υδρογονάνθρακας (C2H2), άχρωμο, εύφλεκτο και τοξικό αέριο· παλαιότ. μέσο φωτισμού ή συγκόλλησης-κοπής μετάλλων· κατ΄επέκτ. το φωτιστικό που λειτουργούσε με αυτό: λάμπα/φιάλη ~ης. Φλόγα οξυγόνου-~ης (βλ. οξυγονο-κόλληση, -κοπή). Βλ. -ίνη. ΣΥΝ. αιθίνιο, ακετυλένιο [< γαλλ. acétylène] | |
| 7124 | ασήκωτος | , η, ο [ἀσήκωτος] α-σή-κω-τος επίθ. (προφ.) 1. που είναι αδύνατον να σηκωθεί: ~η: βαλίτσα (= βαριά). ΑΝΤ. ελαφρύς (1) 2. (μτφ.) που δεν τον έχουν σηκώσει: Δεν άφησαν πέτρα ~η (: έψαξαν παντού). 3. (μτφ.) που δεν είναι δυνατόν να τον υπομείνει ή να τον αντέξει κάποιος: ~ος: καημός. ~η: μοναξιά. ~ες: ενοχές/ευθύνες. ~α: προβλήματα. Πβ. α-, δυσ-βάσταχτος, ανυπόφορος, αφόρητος. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον ασήκωτο στο/από το ξύλο (αργκό): δέρνω κάποιον πολύ, αλύπητα., βαρύς κι ασήκωτος βλ. βαρύς [< μεσν. ασήκωτος] | |
| 52603 | Ασημαντός | , α, ο [τυχαῖος] τυ-χαί-ος επίθ. 1. που γίνεται, χωρίς να έχει προγραμματιστεί ή σχεδιαστεί: ~ος: χαρακτήρας (φαινομένου). ~α: ανακάλυψη/γνωριμία/θέση (ενός σώματος)/περίσταση/πράξη/σκέψη/συνάντηση. ~ο: γεγονός/δείγμα (σε έρευνα)/σημείο (ευθείας)/συμβάν. ~ες: ερωτήσεις. ~α: περιστατικά/σφάλματα. Δεν είναι καθόλου ~ο (το γεγονός) ότι … Είναι άραγε ~ο που όλο τον βρίσκω μπροστά μου; Πβ. απρόβλεπτος, συγκυριακός, συμπτωματικός. ΑΝΤ. σκόπιμος.|| (ΜΑΘ.) ~ος: αριθμός. ~ο: τρίγωνο (= σκαληνό). ~ες: µεταβλητές. 2. (μτφ.) που δεν έχει κάποια ιδιαίτερη αξία· συνηθισμένος: Δεν είναι ~ ηθοποιός (: είναι κορυφή). Πβ. ασήμαντος, κοινός, οποιοσδήποτε. ΑΝΤ. σημαντικός (1), σπουδαίος ● Ουσ.: τυχαίο (το): οτιδήποτε συμβαίνει κατά τύχη, χωρίς δυνατότητα πρόβλεψης: Η σημασία του ~ου στη ζωή μας. ● επίρρ.: τυχαία & (λόγ.) τυχαίως: στη σημ. 1: Έστω και ~. Συναντιόμαστε ~α. ΣΥΝ. κατά τύχη, συμπτωματικά ● ΣΥΜΠΛ.: μνήμη RAM/τυχαίας προσπέλασης βλ. μνήμη ● ΦΡ.: όλως τυχαίως βλ. όλως [< μτγν. τυχαῖος] | |
| 7125 | ασήμαντος | , η, ο [ἀσήμαντος] α-σή-μα-ντος επίθ.: χωρίς σημασία, σπουδαιότητα, αξία: ~η: ζημιά/λεπτομέρεια. ~ο: αποτέλεσμα/επεισόδιο/ζήτημα/παράπτωμα (βλ. πταίσμα)/περιστατικό/ποσό (= μικρό)/πρόβλημα. ~ες: αλλαγές/απώλειες/επιπτώσεις. ~α: λάθη. Λογομαχία για ~α αίτια. Στατιστικά ~η διαφορά. Φαινομενικά ~ο γεγονός.|| (ως ουσ.) Το τετριμμένο και το ~ο.|| (για πρόσ.) Τον θεωρούν ~ο. Πβ. αμελητέος, ανάξιος λόγου, δευτερεύων, επουσιώδης, μηδαμινός, τυχαίος. ● ΦΡ.: για ασήμαντη αφορμή & (λόγ.) δι' ασήμαντον αφορμήν & για ασήμαντο λόγο: χωρίς σπουδαίο λόγο: έγκλημα/καβγάς ~ ~. Κλαίει/τσακώθηκαν ~ ~., τελευταίος, αλλά όχι έσχατος/λιγότερο σημαντικός/ασήμαντος βλ. τελευταίος [< μτγν. ἀσήμαντος] | |
| 7126 | ασημαντότητα | [ἀσημαντότητα] α-ση-μα-ντό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ασήμαντου· συνεκδ. καθετί χωρίς σημασία: η ~ του ανθρώπου/της ύπαρξης (= ματαιότητα). Πβ. μηδενικότητα.|| Ανασύρθηκε/ξέφυγε από την ~ (πβ. ασημότητα).|| Αναλώνεται σε ~ες (: μικρολεπτομέρειες, ψιλοπράγματα). Βλ. -ότητα. [< γερμ. Unbedeutendheit] | |
| 7127 | ασημένιος | , ια, ιο [ἀσημένιος] α-ση-μέ-νιος επίθ. ΣΥΝ. αργυρός 1. που είναι φτιαγμένος από ασήμι: ~ιος: δίσκος/σταυρός. ~ια: εικόνα/κορνίζα. ~ιο: νόμισμα ~ια: κηροπήγια/κοσμήματα/μαχαιροπίρουνα/σκεύη.|| (για πρόσ. που καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση σε διαγωνισμό ή αγώνες) ~ιος: ολυμπιονίκης (βλ. δευτεραθλητής).|| (ως ουσ.) ~ιο (ενν. μετάλλιο) στην κωπηλασία. 2. ασημής: ~ια: απόχρωση. ~ιες: ανταύγειες.|| (λογοτ.) ~ιο: φεγγάρι/φως. ~ια: μαλλιά. ● ΣΥΜΠΛ.: αργυρή/ασημένια επέτειος βλ. επέτειος [< μεσν. ασημένιος] | |
| 7128 | ασημής | , -ιά, -ί [ἀσημής] α-ση-μής επίθ. {ασημ-ιού (θηλ. -ιάς) | -ιών, χωρ. πληθ. αρσ.} & ασημί {άκλ.} (προφ.): που μοιάζει με ασήμι στο χρώμα: ~ής/~ί: μαρκαδόρος. ~ιά/~ί: απόχρωση/σκιά (ματιών)/σκόνη (= ασημόσκονη). ~ί: αυτοκίνητο. ΣΥΝ. αργυρός (3), ασημένιος (2) ● Ουσ.: ασημί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα: γκρι/μαύρο-~. | |
| 7129 | ασήμι | [ἀσήμι] α-σή-μι ουσ. (ουδ.) {-ιού} (προφ.): ο άργυρος, όταν χρησιμοποιείται για την κατασκευή διακοσμητικών ή χρηστικών ειδών: ατόφιο/επιχρυσωμένο/καθαρό ~. Κράμα χρυσού και ~ιού. Κοσμήματα/νομίσματα/σκεύη από ~.|| (μτφ.) Το φεγγάρι λάμπει σαν ~. || (στον πληθ., λαϊκό-λογοτ.) ~ια (= ασημικά) και χρυσάφια. [< μεσν. ασήμι] | |
| 7130 | ασημικά | [ἀσημικά] α-ση-μι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ασημικό}: διακοσμητικά ή χρηστικά αντικείμενα από ασήμι: παλιά/περίτεχνα ~. Εργαστήριο ~ών. Γυαλίζω/καθαρίζω τα ~. Βλ. χρυσαφικά.|| (ως επίθ.) ~ είδη/σκεύη. [< μεσν. ασημικά] | |
| 7131 | ασημο- & ασημό- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στο ασημένιο χρώμα ή σπανιότ. στο ασήμι: ασημο-τυπία. Ασημό-σκονη/~χρωμος. Βλ. χρυσο-.|| Ασημ-ικά. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ