Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8020-8040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7132άσημος, η, ο [ἄσημος] ά-ση-μος επίθ.: που είναι άγνωστος στο ευρύ κοινό, δεν έχει φήμη, αναγνώριση: ~ος: καλλιτέχνης/συγγραφέας. Ταλαντούχος πλην (όμως) ~ μουσικός. Ταπεινός και ~.|| (ως ουσ.) Οι ~οι. Πβ. αφανής. ΑΝΤ. διάσημος, επιφανής [< αρχ. ἄσημος]
7133ασημόσκονη[ἀσημόσκονη] α-ση-μό-σκο-νη ουσ. (θηλ.): ασημί διακοσμητικό υλικό σε σκόνη, που χρησιμοποιείται για να δώσει λάμψη: αντικείμενα πασπαλισμένα με ~.|| (μτφ.) Η ~ του φεγγαριού. Βλ. γκλίτερ, χρυσόσκονη.
7134ασημότητα[ἀσημότητα] α-ση-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η κατάσταση του άσημου: μετάβαση από την ~ στην καταξίωση. Πβ. ανωνυμία, αφάνεια.|| (συνεκδ.-μειωτ., για πρόσ.) ~ες του θεάματος. Βλ. μετριότητα, -ότητα. ΑΝΤ. διασημότητα (1) [< μεσν. ασημότης]
7135ασημοτυπία[ἀσημοτυπία] α-ση-μο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. αποτύπωση (σε χαρτί) ασημένιων σχεδίων ή χαρακτική σε φύλλο από ασήμι: βιβλιοδεσία/πολυτελής συσκευασία με ~. Βλ. -τυπία.
7136ασημόχαρτο[ἀσημόχαρτο] α-ση-μό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): λεπτό ασημόχρωμο φύλλο συνήθ. περιτυλίγματος: σοκολάτες σε ~. (σε συνταγές) Τυλίγετε το κρέας σε ~ (= αλουμινόχαρτο).|| Έπεσαν βροχή τα ~α (: λεπτά ασημένια χαρτάκια που ρίχνονται σε εορταστικές εκδηλώσεις). Βλ. χρυσόχαρτο, -χαρτο. [< αγγλ. silver paper]
7137ασημόχρωμος, η, ο [ἀσημόχρωμος] α-ση-μό-χρω-μος επίθ.: που έχει ασημί χρώμα ή απόχρωση: ~α: φύλλα. Βλ. -χρωμος.
7138ασήμωμα[ἀσήμωμα] α-σή-μω-μα ουσ. (ουδ.) {ασημώμ-ατος} 1. (προφ.) επαργύρωση. 2. ΛΑΟΓΡ. προσφορά δώρου, συνήθ. νομίσματος, για γούρι: το έθιμο του ~ατος του νεογέννητου. Πβ. χρύσωμα. [< μεσν. ασήμωμα]
7139ασημώνω[ἀσημώνω] α-ση-μώ-νω ρ. (μτβ.) {ασήμω-σα, ασημώ-θηκε, -μένος} (λαϊκό) 1. δίνω χρήματα σε κάποιον, για να προβλέψει το μέλλον: (προστ.-ελλειπτ., από τσιγγάνα) ~σε, να σου πω τη μοίρα/το ριζικό/την τύχη σου. 2. δωρίζω νόμισμα, χρήματα ή άλλο αντικείμενο για γούρι: ~ουν το παιδί, όταν γεννιέται. ~σαν το νέο του αυτοκίνητο (= έριξαν κέρματα για τα "καλορίζικα"). 3. (μτφ.-λογοτ.) δίνω σε κάτι ασημί χρώμα ή το κάνω να λάμπει, όπως το ασήμι: Το φεγγάρι ~ει τη θάλασσα. 4. (λαϊκό) επενδύω επιφάνεια με ασήμι: Η εικόνα ~θηκε. Πβ. επαργυρώνω. Βλ. χρυσώνω. [< μεσν. ασημώνω]
7140ασηπτικός, ή, ό [ἀσηπτικός] α-ση-πτι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την ασηψία: ~ή: τεχνολογία (λ.χ. εμφιάλωσης). ~ές: συνθήκες. Εγκαταστάσεις/μηχανήματα ~ής συσκευασίας. Πβ. αποστειρωμένος, άσηπτος. Βλ. κονσέρβα, τετραπάκ. ΑΝΤ. σηπτικός (1) ● επίρρ.: ασηπτικά [< γαλλ. aseptique, αγγλ. aseptic]
7141άσηπτος, η/ος, ο [ἄσηπτος] ά-ση-πτος επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από έλλειψη παθογόνων μικροοργανισμών: ~η: μηνιγγίτιδα/νέκρωση (: νόσος κατά την οποία νεκρώνεται η κεφαλή του μηριαίου οστού)/φλεγμονή.|| (ως αποτέλεσμα απολύμανσης/αποστείρωσης:) ~ο: υλικό/χειρουργείο. ~ες: συνθήκες. Είσοδος του καθετήρα με ~η τεχνική. Μονάδα ~ης Νοσηλείας. Πβ. αποστειρωμένος, ασηπτικός. 2. (σπάν.) που δεν μπορεί να σαπίσει. [< 1: γαλλ. aseptique, αγγλ. aseptic 2: αρχ. ἄσηπτος]
7142ασηψία[ἀσηψία] α-ση-ψί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. το σύνολο των ενεργειών που αποσκοπούν στη μείωση του αριθμού των παθογόνων μικροοργανισμών και, κατά συνέπεια, στην αποφυγή πρόκλησης μόλυνσης· η αντίστοιχη κατάσταση: ~-απολύμανση. Κανόνες υγιεινής και ~ας. Πβ. αντισηψία, αποστείρωση. 2. (σπάν.) απουσία σήψης: ~ λειψάνων. [< 1: γαλλ. asepsie, αγγλ. asepsis, γερμ. Asepsis 2: μεσν. ασηψία]
7143ασθένεια[ἀσθένεια] α-σθέ-νει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ών} (λόγ.): αρρώστια, νόσος: ανίατη/γενετική/διανοητική/εκφυλιστική/θανατηφόρα/ιάσιμη/κληρονομική/μεταδοτική/μολυσματική/νεοπλασματική/πολυπαραγοντική/χρόνια ~. Ιογενείς ~ες. ~ του αναπνευστικού. Ανακούφιση/διάγνωση/εξέλιξη/κρούσματα/παρακολούθηση/πρόληψη/συμπτώματα μιας ~ας. Φάρμακο κατά της ~ας ... Άδεια/βιβλιάριο/επίδομα/παροχές ~είας. Φορείς ~ών. Κόλλησε/μετέφερε την ~. Πάσχει/προσβλήθηκε/υποφέρει από ~. Η ~ εκδηλώθηκε/εξαπλώθηκε. Πβ. νόσημα, πάθηση. Βλ. μυ~, νευρ~.|| (ΚΤΗΝ.) Παρασιτική ~. (ΓΕΩΠ.) ~ των δέντρων/του φυλλώματος. ~ του αμπελιού (π.χ. περονόσπορος, φυλλοξήρα). ~ες καλλωπιστικών φυτών. Μυκητολογικές ~ες λαχανικών.|| (μτφ.) Κοινωνική/πνευματική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: διπλωματική ασθένεια: σε περιπτώσεις που κάποιος προφασίζεται ότι είναι άρρωστος, για να αποφύγει δυσάρεστη κατάσταση: σκηνοθετημένη ~ ~., επαγγελματική ασθένεια & νόσος: που οφείλεται στη φύση ορισμένων επαγγελμάτων. Βλ. αμιάντωση, βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, ιατρική της εργασίας. [< αγγλ. occupational disease, 1901, occupational illness] , παιδική ασθένεια/αρρώστια 1. ΙΑΤΡ. που προσβάλλει κυρ. παιδιά. Βλ. ανεμοβλογιά, ιλαρά, κοκίτης, οστρακιά, παρωτίτιδα. 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) αρνητικό στοιχείο που δηλώνει ανωριμότητα, επιπολαιότητα, απειρία: (στο μπάσκετ) Η ~ ~ των πολλών χαμένων βολών., ασθένεια του φιλιού βλ. φιλί, ασθένεια/νόσος του ύπνου βλ. ύπνος, ασθένεια/νόσος των τρελών αγελάδων βλ. αγελάδα, αυτοάνοσο νόσημα/αυτοάνοση ασθένεια/νόσος βλ. αυτοάνοσος, γρίπη των πτηνών/των πουλερικών βλ. πτηνό, ψυχική ασθένεια βλ. ψυχικός [< αρχ. ἀσθένεια, γαλλ. maladie, asthénie, αγγλ. asthenia]
7144ασθενής[ἀσθενής] α-σθε-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ή (λόγ.) -ούς | -είς} (λόγ.): άρρωστος: σοβαρά/ψυχικά ~. Εξωτερικός/εσωτερικός/νοσοκομειακός ~. (Απο)θεραπεία/εισαγωγή (σε νοσοκομείο)/εξιτήριο/ιστορικό/καρτέλα/μεταφορά (= διακομιδή)/νοσηλεία ~ή/~ούς. Θάλαμος ~ών. ~ με καρδιοαγγειακή νόσο (= καρδιοπαθής)/με καρκίνο (= καρκινοπαθής)/τελικού σταδίου. Βελτίωση/επιδείνωση της κατάστασης/υγείας του ~ούς. Ο ~ φέρει τραύματα στο .../πάσχει από ... O γιατρός εξετάζει τους ~είς (του). Φάρμακο που χορηγήθηκε σε ~είς.|| (σπάν. ως επίθ.) ~είς μαθητές. Βλ. ψυχ~. ΑΝΤ. υγιής (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ο μεγάλος ασθενής (μτφ.): καθετί που παρουσιάζει σοβαρά, άλυτα ή δυσεπίλυτα προβλήματα, πολλές αδυναμίες: (σε μια χώρα) Οικονομία/παιδεία/υγεία, ~ ~. ● ΦΡ.: ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει βλ. αμαρτία, η εγχείρηση πέτυχε, (αλλά) ο ασθενής απεβίωσε/απέθανε βλ. εγχείρηση, κατά φαντασία(ν) ασθενής βλ. φαντασία [< αρχ. ἀσθενής, γαλλ. malade, patient]
7145ασθενής, ής, ές [ἀσθενής] α-σθε-νής επίθ. {ασθεν-ούς (αρσ. κ. -ή) | -είς (ουδ. -ή)∙ ασθενέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που δεν έχει δύναμη, αντοχή ή ένταση: ~ής: οργανισμός (= εξασθενημένος)/σφυγμός. ~ής: μνήμη/όραση (: μειωμένη). ~είς: δυνάμεις. Πβ. ασθενικός.|| ~ής: φωτισμός. ~ής: βροχή/(σεισμική) δόνηση/χιονόπτωση. ~ές: σήμα. ~είς: άνεμοι (= μικρής, χαμηλής έντασης). ΑΝΤ. έντονος.|| (μτφ.) ~ής: χαρακτήρας (= αδύναμος, ανίσχυρος). ~ές: επιχείρημα (βλ. σαθρό). Προέβαλαν ~ή αντίσταση (ΑΝΤ. σθεναρή). Οι ~είς/~ερες οικονομικά τάξεις. ΑΝΤ. δυνατός (1), ισχυρός (1) ● επίρρ.: ασθενώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: αδύνατο σημείο βλ. αδύνατος, αδύνατος/αδύναμος κρίκος βλ. κρίκος, το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής βλ. σαρξ [< αρχ. ἀσθενής, γαλλ. faible]
7146ασθενικός, ή, ό [ἀσθενικός] α-σθε-νι-κός επίθ. 1. που προσβάλλεται εύκολα από ασθένειες: ~ός: οργανισμός. ~ή: καρδιά/κράση. ~ό: σώμα (ΣΥΝ. καχεκτικό, ΑΝΤ. γεροδεμένο). Έχει ~ή φύση.|| ~ά: δέντρα. Πβ. αρρωστιάρης, φιλάσθενος. Βλ. νευρ~, ψυχ~. ΑΝΤ. ανθεκτικός (2) 2. (μτφ.) που δεν είναι έντονος, ισχυρός· αδύναμος: ~ή: αντίδραση/μνήμη/οικονομία/φωνή. ~ό: φως. ~ές: επιδόσεις (κινητήρα). Πβ. αναιμικός, αρρωστιάρικος, ασθενής, ισχνός. ● επίρρ.: ασθενικά [< αρχ. ἀσθενικός, γαλλ. asthénique, faible, αγγλ. asthenic]
7147ασθενικότητα[ἀσθενικότητα] α-σθε-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ασθενικού. Βλ. -ότητα.
7148ασθενόσφαιρα[ἀσθενόσφαιρα] α-σθε-νό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. στρώμα της Γης μεταξύ του στερεού φλοιού και του μανδύα, κάτω από τη λιθόσφαιρα, το οποίο εκτείνεται σε βάθος από εβδομήντα έως διακόσια χιλιόμετρα και θεωρείται ότι αποτελείται από μερικώς λιωμένο πέτρωμα. [< γαλλ. asthénosphère, 1914, αγγλ. asthenosphere, 1914]
7149ασθενοφόρο[ἀσθενοφόρο] α-σθε-νο-φό-ρο ουσ. (ουδ.): ειδικά εξοπλισμένο όχημα για έκτακτη και συνήθ. επείγουσα μεταφορά ασθενών ή τραυματιών σε νοσοκομείο ή άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα: διαθέσιμο/ιδιωτικό/πλωτό/στρατιωτικό ~. Η σειρήνα του ~ου. ~ του ΕΚΑΒ. Διακομιδή με ~. ~α έσπευσαν στο σημείο του δυστυχήματος.|| (ως επίθ.) ~ο: αυτοκίνητο/ελικόπτερο. Πβ. νοσοκομειακό. [< γαλλ. ambulance]
7150ασθενώ[ἀσθενῶ] α-σθε-νώ ρ. (αμτβ.) {ασθεν-είς … | ασθέν-ησα} (επίσ.) 1. είμαι άρρωστος: ~εί από (/με) γρίπη. ~ησε βαριά/ξαφνικά/σοβαρά. ~εί σωματικά/ψυχικά. Βλ. οικουρώ. ΑΝΤ. υγιαίνω.|| (μτφ.) Οικονομία που ~εί (: αντιμετωπίζει προβλήματα, είναι σε κρίση, παρακμάζει, χωλαίνει). Πβ. αρρωσταίνω, νοσώ. 2. (μτφ.) εξασθενώ: (για τον καιρό) Τα φαινόμενα θα ~ήσουν. [< αρχ. ἀσθενῶ]
7151άσθμα[ἆσθμα] ά-σθμα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. χρόνια πνευμονική νόσος που χαρακτηρίζεται από υποτροπιάζοντα αναπνευστικά προβλήματα (βήχα και δύσπνοια): αλλεργικό/ενεργό/επαγγελματικό/ήπιο/καρδιακό/παιδικό/χρόνιο ~. Επεισόδιο/κρίση/παροξυσμός ~ατος. ● ΣΥΜΠΛ.: βρογχικό άσθμα: ΙΑΤΡ. αποφρακτική πνευμονοπάθεια χρόνιας μορφής λόγω φλεγμονώδους διαταραχής των βρόγχων: ~ ~ των ενηλίκων. Βλ. βρογχόσπασμος. [< αρχ. ἆσθμα, γαλλ. asthme, αγγλ. asthma]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.