| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7152 | ασθμαίνω | [ἀσθμαίνω] α-σθμαί-νω ρ. (αμτβ.) {ασθμαίν-οντας, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (επίσ.) 1. λαχανιάζω: Βήχει και ~ει. Κατέβηκε τη σκάλα/μιλούσε ~οντας.|| ~ων: ρυθμός (: πολύ γρήγορος, που προκαλεί λαχάνιασμα). ~ουσα: αναπνοή/φωνή. Πβ. αγκομαχώ, βαριανασαίνω. Βλ. βογκώ. 2. {συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (μτφ.) δυσκολεύομαι να αναπτυχθώ, να αποδώσω· καταβάλλω προσπάθειες να πετύχω, να προλάβω κάτι: Οι πωλήσεις ~ουν (ανησυχητικά). Τα αστικά κέντρα ~ουν από τη ρύπανση (πβ. ασφυκτιώ, υποφέρω). Η ομάδα ~ει εκτός έδρας (πβ. χωλαίνω).|| Παρακολουθούν ~οντας τις εξελίξεις. [< αρχ. ἀσθμαίνω] | |
| 7153 | ασθματικός | , ή, ό [ἀσθματικός] α-σθμα-τι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το άσθμα: ~ός: παροξυσμός. ~ή: αναπνοή/βρογχίτιδα. ~ό: επεισόδιο. ~ές: κρίσεις. ~ά: συμπτώματα.|| (για πρόσ.) ~ός: ασθενής. ~ά: παιδιά. (ως ουσ.) Οι χρόνια/χρόνιοι ~οί. Βλ. αντι~. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ταχύτατους ρυθμούς και δίνει την εντύπωση ότι προκαλεί λαχάνιασμα: ~ός: λόγος. ~ή: γραφή. [< μτγν. ἀσθματικός, γαλλ. asthmatique, αγγλ. asthmatic] | |
| 7154 | Ασιάτης, Ασιάτισσα | [Ἀσιάτης] Α-σι-ά-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ασία ή κατάγεται από αυτή. [< αρχ. Ἀσιάτης] | |
| 7155 | ασιατικός | , ή, ό [ἀσιατικός] α-σι-α-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ασία ή/και τους Ασιάτες: η ~ή γρίπη (: που ξεκίνησε από την Ασία). Βλ. ευρ~. [< μτγν. Ἀσιατικός] | |
| 7156 | ασίγαστος | , η, ο [ἀσίγαστος] α-σί-γα-στος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν παύει, δεν κοπάζει: ~ος: έρωτας/πόθος. ~η: αγάπη/ανάγκη/δίψα (= ακόρεστη)/ελπίδα/λαχτάρα/μανία/οργή/πάλη/περιέργεια. ~ο: ενδιαφέρον (= αμείωτο)/μίσος/πάθος (= ακατεύναστο). Πόλεμος που μαίνεται ~. Πβ. ακατάπαυστος, ακατ~, ακοίμητος, άσβεστος. 2. (σπάν.) που δεν σιγά, δεν σιωπά: ~η: φωνή. ● επίρρ.: ασίγαστα | |
| 7157 | ασιδέρωτος | , η, ο [ἀσιδέρωτος] α-σι-δέ-ρω-τος επίθ.: που δεν έχει σιδερωθεί: ~ο: πουκάμισο/τραπεζομάντιλο.|| (ως ουσ.) Το καλάθι με τα ~α.|| (προφ., για πρόσ.) Αξύριστος και ~ (: φορώντας ~α ρούχα). | |
| 7158 | ασίκης | [ἀσίκης] α-σί-κης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παλαιότ.): παλικάρι: μάγκας/μόρτης/μπεσαλής και ~. Πβ. βλάμης, λεβέντης, παλικαράς. [< τουρκ. aşιk] | |
| 7159 | ασίκικος | , η, ο [ἀσίκικος] α-σί-κι-κος επίθ. (λαϊκό-παλαιότ.): λεβέντικος: (ως ουσ.) Τα ~α (ενν. τραγούδια). Πβ. μάγκικος, παλικαρίσιος. | |
| 7160 | ασίστ | [ἀσίστ] α-σίστ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο μπάσκετ, δευτερευόντως στο ποδόσφαιρο και σε άλλα αθλήματα) η τελική πάσα (δίνεται σε παίκτη που βρίσκεται σε θέση βολής και οδηγεί σε επίτευξη καλαθιού ή γκολ): ~ ακριβείας. Βγάζει/δίνει/κάνει/μοιράζει ~. Πβ. πάρε-βάλε. [< αγγλ. assist] | |
| 7161 | ασίσταντ κόουτς | [ἀσίσταντ] α-σί-στα-ντ κό-ουτς ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο μπάσκετ) βοηθός προπονητή: το πόστο του ~. [< αγγλ. assistant coach] | |
| 7162 | ασιτία | [ἀσιτία] α-σι-τί-α ουσ. (θηλ.): η κατάσταση κάποιου που δεν τρέφεται καθόλου ή δεν λαμβάνει τα αναγκαία θρεπτικά συστατικά για τη συντήρησή του: παρατεταμένη ~. ~ και αφυδάτωση/εξάντληση. Θάνατος χιλιάδων παιδιών από ~.|| (ΙΑΤΡ.) Σύνδρομο αυτοεπιβαλλόμενης ~ας (= νευρική ανορεξία). Πβ. λιμός, πείνα, σιτοδεία. [< αρχ. ἀσιτία, αγγλ. asitia] | |
| 7163 | ασκαλώνιο | [ἀσκαλώνιο] α-σκα-λώ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μικρό κρεμμύδι (επιστ. ονομασ. Allium Ascalonicum). ΣΥΝ. εσαλότ. [< μτγν. ἀσκαλώνιον (κρόμμυον) ‘που προέρχεται από την Ασκάλωνα, πόλη της νότιας Παλαιστίνης’] | |
| 7164 | ασκαρδαμυκτί | [ἀσκαρδαμυκτί] α-σκαρ-δα-μυ-κτί επίρρ. (αρχαιοπρ.): χωρίς ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων: Κοιτώ/παρατηρώ ~ (= ατενώς).|| (μτφ.) Παρακολουθώ ~ (: με μεγάλη προσοχή). [< αρχ. ἀσκαρδαμυκτί] | |
| 7165 | ασκαρίδα | [ἀσκαρίδα] α-σκα-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. παράσιτο του λεπτού εντέρου των ανθρώπων και ορισμένων ζώων (επιστ. ονομασ. Ascaris lumbricoides). Βλ. ενδοπαράσιτα, οξύουρος. [< αρχ. ἀσκαρίς, γαλλ. ascaride, αγγλ. ascaris] | |
| 7166 | άσκαυλος | [ἄσκαυλος] ά-σκαυ-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -αύλου}: ΜΟΥΣ. λαϊκό πνευστό όργανο με έναν ή περισσότερους αυλούς συνδεδεμένους με δερμάτινο ασκό για την αποθήκευση του αέρα: Πβ. γκάιντα, τσαμπούνα. | |
| 7167 | ασκέπαστος | , η, ο [ἀσκέπαστος] α-σκέ-πα-στος επίθ. 1. που δεν έχει σκεπή ή στέγη. Πβ. ακάλυπτος, ασκεπής, αστέγαστος, ξέσκεπος. 2. ξεσκέπαστος: Κοιμόταν ~ (: χωρίς σκεπάσματα). [< μτγν. ἀσκέπαστος] | |
| 7168 | ασκεπής | , ής, ές [ἀσκεπής] α-σκε-πής επίθ. (επίσ.) 1. που δεν έχει κάλυμμα στο κεφάλι: ~ής: αξιωματικός (: χωρίς πηλήκιο ή μπερέ). Προσεύχεται ~. 2. ασκέπαστος: ~είς: πισίνες.|| (μτφ.) ~είς: εκτάσεις/κορυφές (: χωρίς βλάστηση, βραχώδεις). Βλ. -σκεπής. [< μτγν. ἀσκεπής] | |
| 7169 | ασκέρι | [ἀσκέρι] α-σκέ-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-ειρων.) ανοργάνωτο, ασύνταχτο πλήθος ανθρώπων: σκόρπιο ~. Έχει να ταΐσει ολόκληρο ~ (= οικογένεια). Ήρθε με τ' ~ (= την παρέα) του. Πβ. αγέλη, μπουλούκι, όχλος, συρφετός. 2. (παρωχ.) άτακτο ή τακτικό σώμα στρατού: τούρκικα ~ια. Πβ. στράτευμα, στρατιά. ● ΣΥΜΠΛ.: ρεμπέτ ασκέρ(ι) (λαϊκό-ειρων.): αργόσχολο πλήθος. Βλ. ρεμπεσκές. [< 2: μεσν. ασκέρι(ν), τουρκ. asker] | |
| 7170 | άσκεφτος | , η, ο [ἄσκεφτος] ά-σκε-φτος επίθ. & άσκεπτος (λαϊκό): απερίσκεπτος: ~α: λόγια. Πβ. άμυαλος, αστόχαστος, επιπόλαιος. ● επίρρ.: άσκεφτα [< αρχ. ἄσκεπτος] | |
| 7171 | ασκημάδι | [ἀσκημάδι] α-σκη-μά-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): ελάττωμα, ψεγάδι. [< μεσν. ασκημάδι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ