Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [8060-8080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7168ασκεπής, ής, ές [ἀσκεπής] α-σκε-πής επίθ. (επίσ.) 1. που δεν έχει κάλυμμα στο κεφάλι: ~ής: αξιωματικός (: χωρίς πηλήκιο ή μπερέ). Προσεύχεται ~. 2. ασκέπαστος: ~είς: πισίνες.|| (μτφ.) ~είς: εκτάσεις/κορυφές (: χωρίς βλάστηση, βραχώδεις). Βλ. -σκεπής. [< μτγν. ἀσκεπής]
7169ασκέρι[ἀσκέρι] α-σκέ-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-ειρων.) ανοργάνωτο, ασύνταχτο πλήθος ανθρώπων: σκόρπιο ~. Έχει να ταΐσει ολόκληρο ~ (= οικογένεια). Ήρθε με τ' ~ (= την παρέα) του. Πβ. αγέλη, μπουλούκι, όχλος, συρφετός. 2. (παρωχ.) άτακτο ή τακτικό σώμα στρατού: τούρκικα ~ια. Πβ. στράτευμα, στρατιά. ● ΣΥΜΠΛ.: ρεμπέτ ασκέρ(ι) (λαϊκό-ειρων.): αργόσχολο πλήθος. Βλ. ρεμπεσκές. [< 2: μεσν. ασκέρι(ν), τουρκ. asker]
7170άσκεφτος, η, ο [ἄσκεφτος] ά-σκε-φτος επίθ. & άσκεπτος (λαϊκό): απερίσκεπτος: ~α: λόγια. Πβ. άμυαλος, αστόχαστος, επιπόλαιος. ● επίρρ.: άσκεφτα [< αρχ. ἄσκεπτος]
7171ασκημάδι[ἀσκημάδι] α-σκη-μά-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): ελάττωμα, ψεγάδι. [< μεσν. ασκημάδι]
7172ασκημο- & ασκημό- & ασκημ-βλ. ασχημο-
7173άσκημος, η, ο βλ. άσχημος
7174άσκηση[ἄσκηση] ά-σκη-ση ουσ. (θηλ.) 1. συστηματική δραστηριότητα, σύνολο κινήσεων, ενεργειών για την απόκτηση ή ανάπτυξη δεξιοτήτων: (ΑΘΛ.) αερόβια/εναλλακτική/έντονη/επίπονη/κοπιαστική/σωματική/φυσιοθεραπευτική ~. Φυσική ~ (: για ενδυνάμωση των μυών ή διατήρηση του σώματος σε φόρμα) για άτομα με ειδικές ανάγκες/εγκύους. ~ήσεις ρυθμικής γυμναστικής/χαλάρωσης. ~ήσεις στην μπάρα. Όργανα/πρόγραμμα/στρώμα ~ήσεων. Πβ. άθληση, εκγύμναση, εξ~. Βλ. προ~, προπόνηση, σπορ.|| ~ αυτογνωσίας/μνήμης/υπομονής. (Δια)νοητική/πνευματική ~ (βλ. καλλιέργεια, μόρφωση). 2. δοκιμασία, εφαρμογή και έλεγχος στην πράξη γνώσεων και τεχνικών που έχει διδαχθεί κάποιος: άλυτη/γραπτή/διδακτική/δύσκολη/επαναληπτική/εργαστηριακή/(ΙΑΤΡ.) κλινική/λυμένη/μαθηματική/προφορική ~. ~ ορθογραφίας/ορθοφωνίας/συμπλήρωσης κενού/χημείας. Ανάθεση/εκφώνηση/παράδοση ~ης. Βιωματικές/γλωσσικές ~ήσεις. ~ήσεις επί χάρτου. Διορθώνω/λύνω ~ήσεις. Τετράδιο ~ήσεων-εργασιών. Πβ. εξέταση, πρόβλημα, τεστ.|| Δοκιμαστική/επαγγελματική ~. Δικηγορική ~ (: υποχρεωτική πρακτική πτυχιούχου νομικής).|| ~ήσεις στο πιάνο (βλ. παίξιμο).|| Αντιτρομοκρατική ~. ~ διάσωσης/επιβίωσης/πυρκαγιάς/σεισμού.|| (ΣΤΡΑΤ.) Διακλαδική/ναυτική/στρατιωτική ~. ~ήσεις βολής/ετοιμότητας/συναγερμού. Βλ. εκπαίδευση, εν~, προ~. 3. {χωρ. πληθ.} επιβολή, χρήση, εφαρμογή: ~ βίας/ελέγχου/εξουσίας/επιρροής/κριτικής/(οικονομικής) πίεσης.|| (ΝΟΜ.) ~ αγωγής/αναίρεσης/αρμοδιοτήτων/(της) γονικής μέριμνας/εκλογικού δικαιώματος/ένδικων μέσων/έφεσης/καθηκόντων/ποινικής δίωξης. 4. επαγγελματική ενασχόληση: ~ της δικηγορίας/ιατρικής. 5. ΕΚΚΛΗΣ. συνειδητή, εκούσια αποχή από υλικές απολαύσεις, με σκοπό την πνευματική ολοκλήρωση: ~ μοναχού/πιστού. ~ και διαλογισμός/προσευχή. Πβ. ασκητισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: ασκήσεις ακριβείας: συγχρονισμένες ασκήσεις., ασκήσεις εδάφους: ΓΥΜΝ. αγώνισμα της ενόργανης γυμναστικής, στο οποίο ο αθλητής εκτελεί το πρόγραμμά του στο δάπεδο: ~ ~ ανδρών/γυναικών. [< αγγλ. floor exercise, 1961] , άσκηση επαγγέλματος (επίσ.): εκτέλεση εργασίας για την οποία απαιτούνται ορισμένες προϋποθέσεις και δικαιολογητικά: ελεύθερη/παράνομη ~ ~. Άδεια/απαγόρευση/δικαίωμα ~ης ~., πρακτική άσκηση & πρακτική εξάσκηση: θητεία σε πραγματικές συνθήκες εργασίας για απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας ή/και άδειας ασκήσεως επαγγέλματος: προαιρετική/υποχρεωτική ~ ~. ~ ~ πτυχιούχου/σπουδαστή/φοιτητή. ~ ~ στο εξωτερικό. Πβ. πρακτική. [< αγγλ. on-the-job-training] , άσκηση προσομοίωσης βλ. προσομοίωση, πεδίο ασκήσεων βλ. πεδίο ● ΦΡ.: κατά την άσκηση: κατά την εκτέλεση, τη διενέργεια: ~ ~ των καθηκόντων του. [< γαλλ. dans l'exercice de ] [< αρχ. ἄσκησις, γαλλ. exercice, αγγλ. exercise]
7175ασκήσιμος, η, ο [ἀσκήσιμος] α-σκή-σι-μος επίθ. (επιστ.) 1. (για άτομο με ειδικές ανάγκες) που έχει μέση νοητική υστέρηση, που δεν είναι σε θέση να αφομοιώσει βασικές σχολικές γνώσεις, μπορεί, όμως, να αποκτήσει δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης: Ειδικό Σχολείο για ~α παιδιά.|| (ως ουσ.) Οι ~οι. Βλ. εκπαιδεύσιμος. 2. (σπανιότ.) που μπορεί να ασκηθεί. [< αγγλ. trainable]
7176ασκηταριόβλ. ασκητήριο
7177ασκητεύω[ἀσκητεύω] α-σκη-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ασκήτ-εψε, ασκητεύ-οντας}: ΕΚΚΛΗΣ. ζω ως (ή είμαι) ασκητής: Ο Άγιος/Όσιος ... ~εψε στην έρημο/σε μοναστήρι. Πβ. ησυχάζω, μονάζω. Βλ. σκήτη. [< μεσν. ασκητεύω]
7178ασκητήριο[ἀσκητήριο] α-σκη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (προφ.) ασκηταριό: ΕΚΚΛΗΣ. χώρος όπου ασκητεύει κάποιος: σπηλιά-~. Το ~ (= κελί) του μοναχού. Πβ. αναχωρη-, ερημη-, ησυχασ-τήριο, σκήτη. Βλ. εγκλείστρα. [< μτγν. ἀσκητήριον]
7179ασκητής[ἀσκητής] α-σκη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ασκήτρια}: ΘΡΗΣΚ. πρόσωπο που έχει αποσυρθεί σε ερημικό μέρος, όπου ζει σε απομόνωση, με σκοπό την πνευματική του ολοκλήρωση ή τη θέωση· ειδικότ. μοναχός, καλόγερος: βουδιστής/ινδός (βλ. φακίρης)/χριστιανός ~. Οι ~ές της ερήμου.|| Οι ~ές του Αγίου Όρους.|| (ως επίθ.) ~ές Πατέρες της Εκκλησίας.|| (κατ΄επέκτ.) Ζει σαν ~ (= ασκητικά). ΣΥΝ. αναχωρητής (1), ερημίτης [< μτγν. ἀσκητής, γαλλ. ascète]
7180ασκητικός, ή, ό [ἀσκητικός] α-σκη-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται ή ταιριάζει σε ασκητή: ~ός: βίος. ~ή: διδασκαλία/παράδοση/πρακτική. ~ό: ήθος/πνεύμα. ~ές: αρετές. ~ά: βιβλία (βλ. Γεροντικό).|| (για πρόσ.) ~ός: μοναχός (: που διάγει ~ή ζωή). Πβ. καλογερ-, μοναχ-ικός. 2. (κατ' επέκτ.) πολύ αδύνατος, που θυμίζει ασκητή: ~ή: φιγούρα. ● Ουσ.: ασκητική (η): ασκητισμός. ● επίρρ.: ασκητικά [< μτγν. ἀσκητικός, γαλλ. ascétique, αγγλ. ascetic]
7181ασκητισμός[ἀσκητισμός] α-σκη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. τρόπος ζωής των ασκητών· κατ' επέκτ. λιτή, αυστηρή, εγκρατής ζωή: ορθόδοξος/χριστιανικός ~. Πβ. καλογερική, μοναχισμός. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. αναχωρητισμός (1) [< γαλλ. ascétisme, αγγλ. asceticism]
7182ασκί[ἀσκί] α-σκί ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): είδος δερμάτινου σάκου που χρησίμευε για τη διατήρηση ή μεταφορά τροφίμων ή νερού. Πβ. τουλούμι. ΣΥΝ. ασκός (1) [< μεσν. ασκί(ν)]
7184ασκίτης[ἀσκίτης] α-σκί-της ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. συσσώρευση υγρού στην περιτοναϊκή κοιλότητα: κακοήθης/παγκρεατικός/χυλώδης ~. Κίρρωση του ήπατος με ~η. [< μτγν. ἀσκίτης, γαλλ. ascite, αγγλ. ascites]
7185ασκιτικός, ή, ό [ἀσκιτικός] α-σκι-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον ασκίτη: ~ός: όγκος. Αφαίρεση ~ού υγρού. [< αγγλ. ascitic, γαλλ. ascitique
7186ασκόλυμπροςβλ. σκόλυμος
7187άσκοπος, η, ο [ἄσκοπος] ά-σκο-πος επίθ.: που δεν έχει νόημα, που γίνεται χωρίς λόγο: ~ος: αγώνας. ~η: επανάληψη/κατανάλωση (νερού)/σπατάλη (χρημάτων)/συζήτηση/ταλαιπωρία. ~ο: χάσιμο χρόνου/ψάξιμο. ~ες: ενέργειες/ερωτήσεις/μετακινήσεις. ~α: έξοδα/λόγια. Είναι/θεωρώ/κρίνω ~ο να ... Πβ. ανώφελος, μάταιος, περιττός.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της προσπάθειας. ● επίρρ.: άσκοπα & (λόγ.) ασκόπως: Περιφερόταν/τριγυρνούσε ~. [< μτγν. ἄσκοπος]
7188ασκός[ἀσκός] α-σκός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) ασκί. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. δομή, σχηματισμός ή όργανο που μοιάζει με σάκο: δακρυϊκός/λεκιθικός ~. Πβ. θύλακας, κύστη.|| (γενικότ.) Αναπνευστικός ~ (: για διενέργεια τεχνητής αναπνοής). ~ αερισμού (για παροχή οξυγόνου). ~οί μεταφοράς/συλλογής αίματος-πλάσματος (: οι φιάλες της αιμοδοσίας, αιμοληψίας). 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρό, κλειστό αγγείο με σφαιρικό πεπιεσμένο σώμα και στενό στόμιο (για υγρά, κυρ. λάδι). Βλ. αρύβαλλος. ● ΦΡ.: ανοίγει τους ασκούς/τον ασκό του Αιόλου: πυροδοτεί σειρά απρόβλεπτων εξελίξεων που μπορούν να λάβουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις: Οι αποκαλύψεις/τα μέτρα άνοιξαν ~ ~. Πβ. ανοίγει το κουτί της Πανδώρας. [< 1,3: αρχ. ἀσκός 2: αγγλ.-γαλλ. sac]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.