Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [8080-8100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7189ασκούμενος, η, ο [ἀσκούμενος] α-σκού-με-νος επίθ. 1. που εκπαιδεύεται σε ένα γνωστικό ή άλλο αντικείμενο: ~ος: γιατρός/φοιτητής. ~ο: επάγγελμα. Πβ. ειδικευ-, μαθητευ-όμενος.|| (ως ουσ.) Υποψήφιοι ~οι. Η αποζημίωση των ~ένων. 2. (λόγ.) που ασκείται σε κάποιον ή κάτι: η ~η βία/δύναμη/κριτική/πίεση/πολιτική. ● ΣΥΜΠΛ.: ασκούμενος (δικηγόρος): απόφοιτος Νομικής που κάνει την πρακτική του άσκηση συνήθ. σε δικηγορικό γραφείο, για να λάβει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. ● βλ. ασκώ [< μτγν. ἀσκούμενος 1: αγγλ. trainee, γαλλ. stagiaire]
7190ασκούπιστος, η, ο [ἀσκούπιστος] α-σκού-πι-στος επίθ. (προφ.): που δεν έχει καθαριστεί: ~η: αυλή. ~ο: δωμάτιο. ΑΝΤ. σκουπισμένος.
7191ΑΣΚΤ(η): Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.
7192ασκώ[ἀσκῶ] α-σκώ ρ. (μτβ.) {ασκ-είς ... | άσκ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, (σπάν.) -ημένος, -ούμενος, -ώντας, ασκη-θείς, -θείσα, -θέν} 1. γυμνάζω σωματικά ή πνευματικά κάποιον ή κάτι, συνήθ. με επανάληψη, πρόγραμμα, τυποποίηση: ~εί τους κοιλιακούς του. ~ούμαι καθημερινά/συστηματικά/τακτικά. Πβ. εξ~, προπονώ.|| Δραστηριότητες που ~ούν (= καλλιεργούν) την αντίληψη/κρίση. (για τραγουδιστή) ~ τη φωνή. 2. (επίσ.) ασχολούμαι επαγγελματικά με κάτι: ~ τη δικηγορία/την ιατρική/ένα λειτούργημα. ~εί το επάγγελμα του ... 3. εφαρμόζω, κάνω χρήση δικαιώματος: ~ αντιπολίτευση/βία.|| (ως απολεξικοποιημένο ρήμα~ έλεγχο (= ελέγχω)/εποπτεία (= εποπτεύω)/εξουσία (= εξουσιάζω)/επίδραση (= επιδρώ)/επιρροή (= επηρεάζω)/κριτική (= (επι)κρίνω)/πίεση (= πιέζω). ~εί πάνω μου/μου ~εί γοητεία (= με γοητεύει).|| (ΝΟΜ.) ~ αγωγή/ένδικο μέσο/έφεση/ποινική δίωξη. Η Ελλάδα ~ησε βέτο. ● Παθ.: ασκούμαι: εκπαιδεύομαι, εξασκούμαι: ~ στη δικηγορία/στον χορό. ~ σε εργαστήριο/τράπεζα (βλ. πρακτική άσκηση). ~ στο να ... Τα παιδιά μέσω του προγράμματος ~ήθηκαν στον διάλογο. ● ΦΡ.: αναλαμβάνω/ασκώ/(εκ)τελώ χρέη/καθήκοντα βλ. χρέος ● βλ. ασκούμενος [< αρχ. ἀσκῶ, γαλλ. exercer, αγγλ. exercise]
7193ΑΣΜ(ο): Αριθμός Στρατολογικού Μητρώου.
7194άσμα[ᾆσμα] ά-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. τραγούδι: γαμήλιο/δημοτικό/ηρωικό/παραδοσιακό/πένθιμο ~.|| (συνήθ. ειρων.) Λαϊκό ~. ΣΥΝ. ωδή (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. ύμνος, ψαλμός: βυζαντινό/θρηνητικό/θρησκευτικό/ιερό ~. ~ του Νυμφίου. 3. ΦΙΛΟΛ. μέρος, υποδιαίρεση ποιήματος ή ακέραιη ποιητική σύνθεση: επικό/λυρικό/χορικό ~. ● Υποκ.: ασματάκι (το) (συνήθ. ειρων.), ασμάτιο (το) (λόγ.-συνήθ. ειρων.) ● ΣΥΜΠΛ.: Άσμα Ασμάτων 1. ΕΚΚΛΗΣ. βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης με ιδιαίτερα ποιητικό περιεχόμενο. 2. (μτφ.-χιουμορ.) ξεχωριστό, πολύ ωραίο τραγούδι., κύκνειο άσμα βλ. κύκνειος [< αρχ. ᾆσμα]
7195ασματικός, ή, ό [ἀσματικός] α-σμα-τι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με το εκκλησιαστικό άσμα: ~ή: ακολουθία. [< μεσν. ασματικός]
7196ασμένως[ἀσμένως] α-σμέ-νως επίρρ. (λόγ.): με μεγάλη χαρά, πολύ ευχαρίστως: Αποδέχτηκε ~ την πρόταση. [< αρχ. ἀσμένως]
7197ΑΣΝΑ(το): Ανακριτικό Συμβούλιο Ναυτικών Ατυχημάτων.
7198ΑΣΟ1. (οι) Αγροτικές Συνδικαλιστικές Οργανώσεις. 2. (οι) Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις.
7199ασόβαρος, η, ο [ἀσόβαρος] α-σό-βα-ρος επίθ. (προφ.): που στερείται σοβαρότητας: ~η: απάντηση. ~ο: άτομο. Βλ. αστείος, γελοίος, σοβαροφανής. ΑΝΤ. σοβαρός (1) ● επίρρ.: ασόβαρα
7200ασόδυο[ἀσόδυο] α-σό-δυ-ο ουσ. (ουδ.) & ασσόδυο (λαϊκό, για ζαριά): άσος και δύο: Έφερε/ήρθε ~. Βλ. διπλές, ντόρτια, πεντάρες, τριόδυο.
7201ΑΣΟΕΕ(η) (παλαιότ.): Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών. Σήμερα ΟΠΑ.
7202ΑΣΟΠ(το): Ανώτατο Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής.
7203ασορτί[ἀσορτί] α-σορ-τί επίθ. {άκλ.} (προφ.): ταιριαστός, ομοιόχρωμος, αρμονικός: μαύρο σακάκι και ~ παντελόνι. Το ριχτάρι είναι/πάει ~ με τον καναπέ.|| (μτφ.) Κακό παιχνίδι, ~ με τη διαιτησία.|| (ως επίρρ.) Ντυμένες ~. [< γαλλ. assorti]
7204άσος[ἄσος] ά-σος ουσ. (αρσ.) & άσσος 1. ο αριθμός ένα και το σύμβολό του· η μονάδα στη βαθμολογία: Ποντάρω άσο σε αγώνα/δελτίο/στοίχημα (: σημειώνω τον αριθμό 1). Πιάνω τον άσο (: κάνω σωστή πρόβλεψη ότι θα κερδίσει η πρώτη ομάδα).|| Πήρε άσο στο μάθημα.|| (συνεκδ.) Φέρνω άσο (: την πλευρά του ζαριού). ~ και δύο (= ασόδυο). ~ μπαστούνι/κούπα (: το χαρτί της τράπουλας με την αντίστοιχη ένδειξη). Έπαιξε/έχασε ό,τι είχε και δεν είχε στον άσο (= στον τζόγο, στα χαρτιά). 2. (μτφ.) οτιδήποτε δίνει πλεονέκτημα σε κάποιον ή τον οδηγεί σε επιτυχία και συνήθ. εμφανίζεται σε κατάλληλη στιγμή: Κρατώ άσο στα χέρια μου. 3. (μτφ.) ως χαρακτηρισμός προσώπου με υψηλές επιδόσεις ή ικανότητες σε κάποιον τομέα, κυρ. στον αθλητισμό: διεθνής/έμπειρος/παλαίμαχος ~. ~ του βολάν. ~ των γηπέδων/της μπάλας. ~ στην κολύμβηση/στη φυσική. Πβ. αστέρι. 4. ΑΘΛ. (στο τένις και το βόλεϊ) σερβίς που αποτυγχάνει να υποδεχτεί ο αντίπαλος και συνεκδ. ο πόντος που κερδίζεται, σημειώνεται από αυτό. ● Υποκ.: ασάκι (το) (προφ.) βλ. σημ. 1: πιθανό ~ (: εντός έδρας νίκη μιας ομάδας). Βάζω ~ (: το σύμβολο 1 σε προγνωστικά αγώνων ποδοσφαίρου ή μπάσκετ). Βλ. διπλό. ● ΦΡ.: άσος στο μανίκι & κρυφός άσος: (συγκριτικό) πλεονέκτημα που δεν αποκαλύπτεται, για να αξιοποιηθεί την κατάλληλη στιγμή. Πβ. χρυσή εφεδρεία., αφήνω (κάποιον) στον άσο {κυρ. στον αόρ.} (προφ.): εγκαταλείπω κάποιον: Τον άφησε ~ ύστερα από δέκα χρόνια γάμου. Πβ. στα κρύα του λουτρού., βρέθηκε/έμεινε στον άσο & στον άσο (προφ.): υπέστη αποτυχία ή οικονομική καταστροφή, έχασε όλη του την περιουσία· εγκαταλείφθηκε από τους γύρω του: Έμεινε ~ από τον τζόγο., καρέ του άσου βλ. καρέ [< 1: μεσν. άσσο 2: ιταλ. asso 3: γαλλ. as 4: αγγλ. ace, γαλλ. ~, 1928]
7206άσοφος, η, ο [ἄσοφος] ά-σο-φος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από (ή δηλώνει) έλλειψη κρίσης ή σύνεσης: ~η: ενέργεια/κίνηση. Θα ήταν ~ο να ...|| (για πρόσ.) ~ και επιπόλαιος. Πβ. άκριτος, απερίσκεπτος. Βλ. άστοχος. ΑΝΤ. σοφός (1) [< αρχ. ἄσοφος ‘ανόητος’]
7207ΑΣΠ(ο): 1. Ανωτέρα Σχολή Πολέμου. 2. Αυτόνομος Σταθμός Παραγωγής (ηλεκτρικού ρεύματος).
7208ασπάζομαι[ἀσπάζομαι] α-σπά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {ασπά-στηκα (λόγ.) -σθηκα, ασπαζ-όμενος} 1. (μτφ.-επίσ.) αποδέχομαι, υιοθετώ κάτι: ~ μια άποψη/μια θεωρία/μια θρησκεία/μια ιδεολογία/μια πρόταση/μια φιλοσοφία. ~ απόλυτα/ένθερμα/με πάθος/ολοκληρωτικά/πλήρως ένα δόγμα. Σέβομαι και ~ (= επικροτώ, συμφωνώ με) την απόφαση του δικαστηρίου. Πβ. εγκολπώνομαι, εναγκαλ-, ενστερν-, συμμερ-ίζομαι, προσχωρώ, υποστηρίζω. ΑΝΤ. αποδοκιμάζω, απορρίπτω (1) 2. (λόγ.) φιλώ και κατ' επέκτ. αγκαλιάζω, χαιρετώ ή προσκυνώ: ~ το εικόνισμα/το Ευαγγέλιο/τον σταυρό. ~ το χέρι (κάποιου). ~ δημόσια/εγκάρδια/τρυφερά (κάποιον).|| (παλαιότ., ως αποφώνηση σε επιστολή) Σε ~ θερμότατα/με σεβασμό. Βλ. γλυκο~. [< 2: αρχ. ἀσπάζομαι, γαλλ. embrasser]
7210ασπάλαθος[ἀσπάλαθος] α-σπά-λα-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άθου}: ΒΟΤ. είδος θάμνου (επιστ. ονομασ. Calycotome villosa) με μακριά σκληρά αγκάθια και έντονα κίτρινα αρωματικά άνθη. [< αρχ. ἀσπάλαθος, αγγλ. aspalathus]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.