| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7215 | ασπασμός | [ἀσπασμός] α-σπα-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): φίλημα και κατ' επέκτ. ανταλλαγή επίσημου χαιρετισμού, αγκάλιασμα ή προσκύνημα: δημόσιος/θερμός/μητρικός ~. ~ πιστών/χειρός.|| (παλαιότ. σε επιστολές) Με (φιλικούς) ~ούς.|| ~ της εικόνας/του Ευαγγελίου.|| (μτφ.) ~ μιας θρησκείας (: αποδοχή, υιοθέτηση). ● ΣΥΜΠΛ.: τελευταίος ασπασμός (επίσ.): αποχαιρετισμός του νεκρού μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία: Φίλοι και συγγενείς έδωσαν στον θανόντα τον ~ο ~ό. Βλ. το τελευταίο αντίο. ● ΦΡ.: δεύτε τελευταίον ασπασμόν [δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν] (ειρων.): όταν πλησιάζει το τέλος ή σε περίπτωση δυσάρεστης εξέλιξης. [< αρχ. ἀσπασμός] | |
| 42935 | ασπαστεί | προ-ση-λυ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {προσηλύτι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, προσηλυτίζ-οντας} (αρνητ. συνυποδ.): πείθω κάποιον να ασπαστεί το θρησκευτικό δόγμα που πιστεύω ή γενικότ. να ενστερνιστεί τις δικές μου αρχές, αξίες: ~στηκαν στον ιουδαϊσμό. Πβ. μύω. Βλ. αλλαξοπιστώ. [< γαλλ. faire du prosélytisme, αγγλ. proselytize] | |
| 7216 | ΑΣΠΕ | (η): Ανώτατη Συνομοσπονδία Πολυτέκνων Ελλάδας. | |
| 7217 | ασπέργιλλος | [ἀσπέργιλλος] α-σπέρ-γιλ-λος ουσ. (αρσ.): μύκητας (γένος Αspergillus) που αναπτύσσεται σε αποσυντιθέμενες οργανικές και σακχαρώδεις ουσίες, κυρ. μαρμελάδες, ή στον οργανισμό: λοιμώξεις από ~ο. Βλ. αφλατοξίνες. [< γαλλ. aspergille] | |
| 7218 | ασπεργίλλωση | [ἀσπεργίλλωση] α-σπερ-γίλ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοίμωξη ή νόσος κυρ. των πτηνών και σπανιότ. του ανθρώπου, που προκαλείται από τον μύκητα ασπέργιλλο. Βλ. μυκητίαση. [< γαλλ. aspergillose] | |
| 7219 | Άσπεργκερ | [Ἄσπεργκερ] Ά-σπερ-γκερ: στο ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο (του) Άσπεργκερ: ΙΑΤΡ. αναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από δυσλειτουργία στην κοινωνική αλληλεπίδραση του ατόμου και την ανάπτυξη ειδικών ενδιαφερόντων και δραστηριοτήτων από μέρους του (όπως υπολογιστές, φωτογραφικές μηχανές), συμβαίνει κυρ. σε αγόρια και θεωρείται ήπια μορφή αυτισμού. Πβ. αυτισμός υψηλής λειτουγικότητας. [< αγγλ. Asperger('s) syndrome, 1989] | |
| 7220 | ασπίδα | [ἀσπίδα] α-σπί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. αμυντικό όπλο ποικίλου μεγέθους και σχήματος που κρατούσαν οι πεζοί και οι έφιπποι πολεμιστές: αναθηματική/ελαφριά/στρογγυλή/χάλκινη/χρυσή ~. Διακόσμηση ~ας. Πβ. σκουτάρι.|| (κατ' επέκτ.) Οι ~ες των αστυνομικών/των (ανδρών των) ΜΑΤ. 2. {σπάν. στον πληθ.} (μτφ.) κάθε μέτρο, μέσο ή τρόπος άμυνας, προστασίας: αντιαεροπορική/αντιβαλλιστική/αντιπυραυλική/ηλεκτρονική/ισχυρή/νομοθετική/φυσική ~. ~ ασφαλείας/υγείας. Οι αθλητικές δραστηριότητες λειτουργούν ως ~ του οργανισμού στις ασθένειες. Εμβόλιο-~ για μορφή καρκίνου. Τροφές-~ κατά των καρδιοπαθειών. Κάτω από την ~ του νόμου. Πβ. ομπρέλα.|| Η μαγνητική ~ της Γης (= μαγνητόσφαιρα). 3. ΤΕΧΝΟΛ. κάθε αντικείμενο, συσκευή ή κατασκευή που προστατεύει: ~ες προσώπου (: σε εργαστήριο, για την υπεριώδη ακτινοβολία). Βλ. ωτοασπίδες. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρώπινη ασπίδα: πρόσωπο ή πρόσωπα που τοποθετούνται στην πρώτη γραμμή ή γενικότ. σε επικίνδυνες θέσεις, ώστε να αποθαρρυνθεί εχθρική επίθεση ή σύλληψη από την αστυνομία: Δημιουργήθηκε/σχηματίστηκε ~ ~. Οι δράστες διέφυγαν χρησιμοποιώντας ομήρους ως ~ ~. [< αγγλ. human shield] , θερμική ασπίδα: ΑΕΡΟΝ. θωράκιση διαστημοπλοίου που το προστατεύει από την υπερθέρμανση κατά την επανείσοδό του στην ατμόσφαιρα. [< αγγλ. heat shield, 1962] [< 1: αρχ. ἀσπίς 2: αγγλ. shield 3: γαλλ. bouclier] | |
| 7221 | άσπιλος | , η/ος, ο [ἄσπιλος] ά-σπι-λος επίθ. (λόγ.-λογοτ.) 1. (μτφ.) αγνός, άμεμπτος: ~ος: χαρακτήρας. ~η: ομορφιά/ψυχή. (επιτατ.) ~η και αμόλυντη (κυρ. για τη Θεοτόκο). ΣΥΝ. αστιγμάτιστος (1) 2. (σπάν.-κυριολ.) που δεν έχει κηλίδες, στίγματα, σημάδια: Η ~η λευκότητα του χιονιού. ● ΣΥΜΠΛ.: η άμωμος/άσπιλος σύλληψη βλ. σύλληψη [< μτγν. ἄσπιλος] | |
| 7222 | ασπιρίνη | [ἀσπιρίνη] α-σπι-ρί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΦΑΡΜΑΚ. αναλγητικό, αντιπυρετικό, αντιρευματικό, αντιφλεγμονώδες, αντιθρομβωτικό φάρμακο (επιστ. ονομασ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ, σύμβ. C9H8O4) ευρείας χρήσης· κυρ. το αντίστοιχο δισκίο: αναβράζουσα/παιδική ~.|| Πήρα (μια) ~. Βλ. ντεπόν, παναντόλ, -ίνη. 2. (μτφ.- συνήθ. στον πληθ.) (για λύσεις, μέτρα ή προτάσεις) που έχουν προσωρινό ή πρόχειρο χαρακτήρα: Βαθιά κρίση που δεν θεραπεύεται με ~ες. ● Υποκ.: ασπιρινούλα (η) [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Αspirin, 1899]] | |
| 7223 | ασπλαχνία | [ἀσπλαχνία] α-σπλα-χνί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σκληρότητα, έλλειψη οίκτου και συμπόνιας. Πβ. απονιά, αναλγησία, απανθρωπιά. ΑΝΤ. ευσπλαχνία [< μτγν. ἀσπλαγχνία] | |
| 7224 | άσπλαχνος | , η, ο [ἄσπλαχνος] ά-σπλα-χνος επίθ.: που δεν δείχνει οίκτο, συμπόνια· σκληρός: ~ος: πατέρας. ~η: καρδιά/κοινωνία. Πβ. ανάλγητος, ανελέητος, άπονος, άστοργος, σκληρόκαρδος. ΑΝΤ. εύσπλαχνος, σπλαχνικός (1), φιλεύσπλαχνος ● επίρρ.: άσπλαχνα [< μτγν. ἄσπλαγχνος] | |
| 7225 | άσπονδος | , η, ο [ἄσπονδος] ά-σπον-δος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): ασυμφιλίωτος, άκαμπτος, αδιάλλακτος: ~ος: εχθρός (πβ. θανάσιμος). ~οι: αντίπαλοι.|| (κατ' επέκτ.) ~η: έχθρα (= αγεφύρωτη). ~ο: μίσος (= άσβεστο, βαθύ).|| (ειρων.) ~οι: φίλοι (σπανιότ.) σύμμαχοι/σύντροφοι (: που παριστάνουν τους φίλους). Βλ. παρ~. ● επίρρ.: άσπονδα [< αρχ. ἄσπονδος ‘που δεν έχει ανακωχή ή συνθήκη, αδυσώπητος, αμείλικτος] | |
| 7226 | ασπόνδυλος | , η, ο [ἀσπόνδυλος] α-σπόν-δυ-λος επίθ.: (μτφ.-μειωτ.) (για πρόσ.) άβουλος, δουλοπρεπής· (για κάτι) που δεν έχει δομή ή σταθερές αρχές: ~ες: μαριονέτες. ~οι και οσφυοκάμπτες.|| ~η: πολιτική. ~ο: (κομματικό) μόρφωμα (: ασταθές). ~ες: γνώσεις. ● Ουσ.: ασπόνδυλα (τα) {-ων (λόγ.) -ύλων}: ΖΩΟΛ. ζώα που δεν έχουν σπονδυλική στήλη, π.χ. τα έντομα και τα μαλάκια: θαλάσσια/υδρόβια/χερσαία ~.|| (ως επίθ.) ~οι: οργανισμοί. ΑΝΤ. σπονδυλωτά [< γαλλ. invertébrés] | |
| 7227 | άσπορος | , η, ο [ἄσπορος] ά-σπο-ρος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν έχει σπόρο ή σπόρους· που δεν έχει σπαρεί: ~ο: καρπούζι. ~α: αβγά (: δεν είναι γονιμοποιημένα).|| Τα χωράφια έμειναν ~α (ΑΝΤ. σπαρμένα). 2. ΕΚΚΛΗΣ. (σπάν.) άμωμος, άσπιλος: η ~η σύλληψη του Θεανθρώπου. [< αρχ. ἄσπορος] | |
| 7228 | ασπούδαστος | , η, ο [ἀσπούδαστος] α-σπού-δα-στος επίθ. & (λαϊκό) ασπούδαχτος: που δεν έχει σπουδάσει. Πβ. αμόρφωτος, απαίδευτος. ΑΝΤ. σπουδασμένος. [< αρχ. ἀσπούδαστος] | |
| 7229 | ασπράδα | [ἀσπράδα] α-σπρά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): λευκότητα: η ~ του χιονιού. Πβ. ασπρίλα. Βλ. -άδα. [< μεσν. ασπράδα] | |
| 7230 | ασπράδι | [ἀσπράδι] α-σπρά-δι ουσ. (ουδ.) 1. το λεύκωμα του αβγού, το διαφανές και ρευστό συστατικό που περιβάλλει τον κρόκο: Το ~ αποτελείται από νερό και πρωτεΐνες. Χτυπήστε πολύ καλά τ' ~ια, μέχρι να γίνουν μαρέγκα. Βλ. κροκάδι. 2. ο σκληρός, λευκός χιτώνας του ματιού. 3. (σπάν.-προφ.) κηλίδα, σημάδι, στίγμα λευκού χρώματος. ΣΥΝ. ασπρίλα (2) ΑΝΤ. μαυράδι (1) ● Υποκ.: ασπραδάκι (το) (προφ.): στη σημ. 3. [< μεσν. ασπράδι] | |
| 7231 | άσπρη | [ἄσπρη] ά-σπρη ουσ. (θηλ.) (αργκό): ηρωίνη ή κοκαΐνη. Πβ. πρέζα.[< πβ. γαλλ. blanche] | |
| 7232 | ασπριδερός | , ή, ό [ἀσπριδερός] α-σπρι-δε-ρός επίθ. (σπάν.-προφ.): σχεδόν άσπρος, υπόλευκος. Βλ. -ιδερός. | |
| 7233 | ασπρίζω | [ἀσπρίζω] α-σπρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άσπρι-σα, -στηκε, -σμένος, ασπρίζ-οντας} 1. κάνω κάτι λευκό ή να φαίνεται λευκό· βάφω με άσπρο χρώμα ή ασβέστη: ~ το δωμάτιο/το σπίτι/το ταβάνι/τον τοίχο. ~σμένο: πεζούλι. Πβ. ασβεστώνω.|| ~σμένα: αμύγδαλα (= αποφλοιωμένα).|| Tο στρες ~ει τα μαλλιά. ΣΥΝ. λευκαίνω ΑΝΤ. μαυρίζω (1) 2. γίνομαι ή φαίνομαι λευκός: Οι πλαγιές/οι στέγες ~σαν από το χιόνι.|| (μτφ.) ~σε από τον φόβο του (= πάνιασε, χλόμιασε). Πβ. ξασπρίζω. ● ΦΡ.: όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι βλ. κόρακας [< μεσν. ασπρίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ