Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8120-8140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7234ασπρίλα[ἀσπρίλα] α-σπρί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.) 1. λευκότητα: Θα κάνω ηλιοθεραπεία, για να φύγει η ~ (: για να μαυρίσω). Πβ. ασπράδα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} άσπρα σημάδια ή στίγματα. Βλ. -ίλα. ΣΥΝ. ασπράδι (3)
7235άσπρισμα[ἄσπρισμα] ά-σπρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. βάψιμο επιφάνειας με ασβέστη ή λευκή μπογιά: Ο τοίχος θέλει ~. Πβ. ασβέστωμα. Βλ. ξάσπρισμα. 2. το να γίνεται κάτι (πιο) άσπρο: ~ των μαλλιών. Πβ. λεύκανση.
7236ασπριτζής[ἀσπριτζής] α-σπρι-τζής ουσ. (αρσ.) (παρωχ.-λαϊκό): τεχνίτης που ασβεστώνει ή βάφει τοίχους και άλλες επιφάνειες. Πβ. ελαιοχρωματιστής, μπογιατζής. Βλ. λευκαντής.
7237ασπρο-& ασπρό- & ασπρ-: το επίθετο άσπρος ως α' συνθετικό λέξεων: ασπρο-γένης. Ασπρο-ντυμένος (πβ. λευκο-). Ασπρό-ρουχα.|| Ασπρ-ιδερός.
7238ασπρογάλανος, η, ο [ἀσπρογάλανος] α-σπρο-γά-λα-νος επίθ. (σπάν.-λογοτ.): λευκός και γαλάζιος.
7239ασπρομάλλης, α, ικο [ἀσπρομάλλης] α-σπρο-μάλ-λης επίθ./ουσ. 1. που έχει λευκά μαλλιά. Πβ. πολιός. Βλ. -μάλλης. ΑΝΤ. μαυρομάλλης 2. (σπάν.-για ζώο) που έχει άσπρο τρίχωμα.
7240ασπρόμαυρος, η, ο [ἀσπρόμαυρος] α-σπρό-μαυ-ρος επίθ. 1. που έχει λευκό και μαύρο χρώμα: ~ος: γάτος. ~η: μπάλα (: ποδοσφαίρου). ~ο: φόρεμα. ~α: τετράγωνα (σκακιέρας). ΣΥΝ. μαυρόασπρος 2. (ειδικότ.) που αποτυπώνει, αναπαράγει (κάτι) ή έχει αποτυπωθεί μόνο σε άσπρο και μαύρο χρώμα, σε αντιδιαστολή με τον έγχρωμο: ~η: εκτύπωση/οθόνη/ταινία/(παλαιότ.) τηλεόραση/φωτογραφία. 3. (μτφ.) μονότονος, πληκτικός, βαρετός: ~η: ζωή/καθημερινότητα. Ζεις σε έναν ~ο κόσμο. Πβ. γκρίζος. ΣΥΝ. ανιαρός 4. ΑΘΛ. που ανήκει σε ομάδα με λευκό και μαύρο χρώμα στις φανέλες: ~ος: σύλλογος.|| (κ. ως ουσ.) Οι ~οι (: η ίδια η ομάδα). ● Ουσ.: ασπρόμαυρο (το) 1. ενν. χρώμα. 2. {στον πληθ.} ενν. ρούχα: Ντυμένος στ' ~α. ● επίρρ.: ασπρόμαυρα: κυρ. στη σημ. 2. [< μεσν. *ασπρόμαυρος 2: αγγλ. black and white]
7241ασπροντυμένος, η, ο [ἀσπροντυμένος] α-σπρο-ντυ-μέ-νος επίθ. (κ. λογοτ.): λευκοντυμένος: (μτφ.) ~α: βουνά (: καλυμμένα με χιόνι). ΣΥΝ. ασπροφορεμένος ΑΝΤ. μαυροντυμένος
7242ασπροπάρης[ἀσπροπάρης] α-σπρο-πά-ρης ουσ. (αρσ.) {-ηδες}: ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμος γύπας (επιστ. ονομασ. Neophron percnopterus) με φτέρωμα κυρ. λευκό και μαύρο στις άκρες των φτερών.
7243ασπροπίνακας[ἀσπροπίνακας] α-σπρο-πί-να-κας ουσ. (αρσ.): πίνακας με άσπρη, λεία, γυαλιστερή και συνήθ. μαγνητική επιφάνεια, όπου γράφει κανείς με μαρκαδόρο. Βλ. μαυροπίνακας.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ.) Ηλεκτρονικός ~ (: οτιδήποτε γράφεται σε αυτόν µεταφέρεται σε υπολογιστή έγχρωµα και σε πραγµατικό χρόνο· βλ. τηλεδιάσκεψη, τηλεκπαίδευση). [< αγγλ. whiteboard, 1951]
7244ασπροπρόσωπος, η, ο [ἀσπροπρόσωπος] α-σπρο-πρό-σω-πος επίθ.: βλ. -πρόσωπος. Κυρ. στις ● ΦΡ.: βγάζω κάποιον ασπροπρόσωπο: τον δικαιώνω που με εμπιστεύτηκε: Ελπίζω να βγάλω ~ους όσους πιστεύουν στις δυνατότητές μου. Πβ. με βγάζει/βγαίνει παλικάρι., βγαίνω ασπροπρόσωπος: πετυχαίνω σε κάτι και δικαιώνομαι: Άντεξε στα δύσκολα και βγήκε ~.
7245ασπρόρουχα[ἀσπρόρουχα] α-σπρό-ρου-χα ουσ. (ουδ.) (τα): λευκά είδη (όπως, σεντόνια, μαξιλαροθήκες, πετσέτες) ή λευκά εσώρουχα. Βλ. χρωματιστά.
7246άσπρος, η, ο [ἄσπρος] ά-σπρος επίθ. 1. λευκός: ~ος: κρίνος/κύκνος/τοίχος. ~η: άμμος/ζάχαρη/ζώνη (: με την οποία ξεκινούν οι αρχάριοι στις πολεμικές τέχνες)/οθόνη/σάλτσα (: χωρίς ντομάτα). ~ο: περιστέρι (: σύμβολο της ειρήνης)/πιπέρι/πουκάμισο/ρύζι/φόντο/φως/ψάρι (: με λευκή σάρκα)/ψωμί (: πολυτελείας). ~ες: τρίχες. ~α: γένια/δόντια (: που δεν έχουν κιτρινίσει)/μαλλιά/σεντόνια/σύννεφα/φασόλια. ~ σαν το γάλα/το χιόνι. Βάφω κάτι ~ο. Βλ. κάτ-, μαυρό-, ολό-ασπρος.|| (με κεφαλ. Α) ~η: θάλασσα (: παλαιότ. ονομασ. του Αιγαίου Πελάγους, κατ' αντιδιαστολή προς τη Μαύρη Θάλασσα). ΑΝΤ. μαύρος (1) 2. (συνεκδ.) χλομός, ωχρός: ~ από τρόμο/φόβο. ~ σαν το πανί. ● Ουσ.: άσπρο (το) 1. το λευκό χρώμα: εκτυφλωτικό/λαμπερό ~.|| (στον πληθ.) Σου πάνε τα ~α (ενν. ρούχα). (μτφ.) Η πόλη ντύθηκε στα ~α (: χιόνισε). ΑΝΤ. μαύρο (1) 2. (προφ.) το άσπρο τμήμα κάποιου πράγματος: το ~ του αβγού/του ματιού (= ασπράδι). Το μπλε και το ~ της ελληνικής σημαίας (: γαλανόλευκο). [< μεσν. άσπρο(ν)] ● Υποκ.: ασπρούλης , α, -ικο/-ι ● ΣΥΜΠΛ.: άσπρη μέρα (μτφ.): ευτυχία, εύνοια, και γενικότ. θετικές εξελίξεις, συνήθ. ύστερα από δυσάρεστη περίοδο: Επιτέλους ήρθε/ξημέρωσε ~ ~ και για μας! Πού να δεις ~ ~, με τόσες σπατάλες; Πβ. (δεν) βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο., άσπρη/λευκή μπλούζα (προφ.): η λευκή ποδιά που φορούν οι γιατροί και οι υπόλοιποι επιστήμονες υγείας., άσπρο-μαύρο & μαύρο-άσπρο (αρνητ. συνυποδ.): κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από στοιχεία, επιλογές που αλληλοαποκλείονται: η λογική του ~ου-~ου., άσπρη βούλα βλ. βούλα, άσπρη τρύπα βλ. τρύπα, άσπρη/λευκή γραμμή βλ. γραμμή, λευκός νάνος βλ. νάνος ● ΦΡ.: κάνει το άσπρο μαύρο & κάνει το μαύρο άσπρο (μτφ.): διαστρεβλώνει πλήρως την αλήθεια, την πραγματικότητα: Προπαγάνδα που ~ ~. Μπορεί να σου ~ ~ και να σε πείσει., άσπρο πάτο! βλ. πάτος, άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος, όλοι οι σκύλοι μια γενιά βλ. σκύλος, ντύνομαι στα λευκά βλ. ντύνω [< μτγν. ἄσπρος]
7247ασπρουλιάρης, α, ικο [ἀσπρουλιάρης] α-σπρου-λιά-ρης επίθ. (προφ.-μειωτ.): που έχει λευκό, ωχρό δέρμα και γενικότ. για οτιδήποτε ξεθωριασμένο, χλομό. Πβ. ξασπρουλιάρης, ξεπλυμένος. Βλ. αλφικός, -ιάρης. ΑΝΤ. μαυριδερός (1)
7248ασπροφορεμένος, η, ο [ἀσπροφορεμένος] α-σπρο-φο-ρε-μέ-νος επίθ. (λογοτ.): ασπροντυμένος.
7249ασπρόχωμα[ἀσπρόχωμα] α-σπρό-χω-μα ουσ. (ουδ.): χώμα που περιέχει άργιλο ή/και ασβέστη. Πβ. αργιλόχωμα. Βλ. -χωμα.
7250ασπρόψαρο[ἀσπρόψαρο] α-σπρό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Leuciscus cephalus), αργυρόλευκου χρώματος με παχύ και μακρύ σώμα. Βλ. -ψαρο. ΣΥΝ. λευκίσκος
7251ΑΣΣ(το): Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο.
7252άσσοςβλ. άσος
7253αστάθεια[ἀστάθεια] α-στά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σταθερότητας, διαρκείς αλλαγές, μεταπτώσεις, διακυμάνσεις: κοινωνική/νομισματική/οικονομική/πολιτική/συναισθηματική/ψυχολογική ~. ~ της αγοράς/των τιμών.|| Η ομάδα παρουσιάζει ~ στην απόδοσή της.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Θερμική/κλιματική ~. ~ του καιρού.|| (ΙΑΤΡ.) Αιμοδυναμική ~.|| (ΠΟΛΙΤ.) Γεωπολιτική/περιφερειακή ~ (: όταν η ~ σε διάφορους τομείς μιας χώρας επηρεάζει τις γειτονικές). Πβ. αβεβαι-, μεταβλητ-, ρευστ-ότητα. 2. έλλειψη ισορροπίας: ~ στο βάδισμα. Βλ. ζάλη, ίλιγγος, καρηβαρία. ΑΝΤ. ευστάθεια [< μτγν. ἀστάθεια, γαλλ. instabilité, αγγλ. instability]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.