Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [8140-8160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7250ασπρόψαρο[ἀσπρόψαρο] α-σπρό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Leuciscus cephalus), αργυρόλευκου χρώματος με παχύ και μακρύ σώμα. Βλ. -ψαρο. ΣΥΝ. λευκίσκος
7251ΑΣΣ(το): Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο.
7252άσσοςβλ. άσος
7253αστάθεια[ἀστάθεια] α-στά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σταθερότητας, διαρκείς αλλαγές, μεταπτώσεις, διακυμάνσεις: κοινωνική/νομισματική/οικονομική/πολιτική/συναισθηματική/ψυχολογική ~. ~ της αγοράς/των τιμών.|| Η ομάδα παρουσιάζει ~ στην απόδοσή της.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Θερμική/κλιματική ~. ~ του καιρού.|| (ΙΑΤΡ.) Αιμοδυναμική ~.|| (ΠΟΛΙΤ.) Γεωπολιτική/περιφερειακή ~ (: όταν η ~ σε διάφορους τομείς μιας χώρας επηρεάζει τις γειτονικές). Πβ. αβεβαι-, μεταβλητ-, ρευστ-ότητα. 2. έλλειψη ισορροπίας: ~ στο βάδισμα. Βλ. ζάλη, ίλιγγος, καρηβαρία. ΑΝΤ. ευστάθεια [< μτγν. ἀστάθεια, γαλλ. instabilité, αγγλ. instability]
7254ασταθής, ής, ές [ἀσταθής] α-στα-θής επίθ. {ασταθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ ασταθέστ-ερος, -ατος} ΑΝΤ. σταθερός 1. (λόγ.) που υπόκειται σε ή χαρακτηρίζεται από διαρκείς μεταβολές: ~ής: καιρός (= άστατος). ~ής: οικονομία. ~ές: εισόδημα/κλίμα/σήμα (κινητού). ~είς: συνθήκες. Αβέβαιη και ~ κατάσταση (= ρευστή). Πολιτικά ~είς περιοχές. (για πρόσ.) Συναισθηματικά ~. ~ χαρακτήρας (πβ. κυκλοθυμικός). ~ συμπεριφορά (πβ. αλλοπρόσαλλη). Πβ. ευμετάβλητος.|| (ειδικότ.) ~ απόκρουση του τερματοφύλακα (: σε αντιδιαστολή με το μπλοκάρισμα της μπάλας).|| (ΜΗΧΑΝ.) ~ής ροή (= ασυνεχής.)|| (ως ουσ.) Το ~ές των υλικών. 2. (λόγ.) που παρουσιάζει έλλειψη ισορροπίας: ~ής: γέφυρα. ~ές: βήμα/έδαφος (π.χ. με λάσπη, χαλίκια). ~είς: κινήσεις. ΑΝΤ. ευσταθής (1) 3. ΧΗΜ. που διασπάται εύκολα: ~ής: ένωση. ~είς: πυρήνες (: ατόμων). ● επίρρ.: ασταθώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: ασταθής στηθάγχη βλ. στηθάγχη [< μτγν. ἀσταθής, γαλλ. inconstant, instable, αγγλ. unstable]
7255αστάθμητος, η, ο [ἀστάθμητος] α-στάθ-μη-τος επίθ. & (σπάν.) αστάθμιστος: που δεν μπορεί να υπολογιστεί, να μετρηθεί ή να προβλεφθεί, να εκτιμηθεί: ~η: μεταβλητή/παράμετρος. ~ες: εξελίξεις/συνέπειες/συνθήκες. ~α: κριτήρια. Πβ. απρόβλεπτος, απροσδιόριστος. || (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο, το απρόσμενο και το συγκυριακό. ΑΝΤ. σταθμητός, σταθμισμένος (1) ● επίρρ.: αστάθμητα ● ΣΥΜΠΛ.: αστάθμητος παράγοντας: στοιχείο που δεν μπορεί να προβλεφθεί, να προσδιοριστεί: Ο ~ ~ της τιμής του πετρελαίου. (συνηθέστ. στον πληθ.) Τυχαίοι και ~οι ~ες. [< αρχ. ἀστάθμητος, γαλλ. impondérable]
7256αστακοκαραβίδα[ἀστακοκαραβίδα] α-στα-κο-κα-ρα-βί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο εδώδιμο μαλακόστρακο (επιστ. ονομασ. Homarus gammarus), είδος αστακού με ισχυρές δαγκάνες.
7257αστακομακαρονάδα[ἀστακομακαρονάδα] α-στα-κο-μα-κα-ρο-νά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μακαρονάδα με αστακό. Βλ. γαριδο-, καραβιδο-μακαρονάδα. [< ιταλ. spaghetti all' aragosta]
7258αστακοουρά[ἀστακοουρά] α-στα-κο-ου-ρά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: το εκλεκτό κρέας του αστακού, που περιέχεται στo κυρίως σώμα του.
7259αστακός[ἀστακός] α-στα-κός ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο εδώδιμο θαλασσινό οστρακόδερμο (επιστ. ονομασ. Palinurus vulgaris) με μακρόστενο σώμα, δέκα πόδια και κεραίες: αγκαθωτός (: χωρίς δαγκάνες, σε αντιδιαστολή με την αστακοκαραβίδα)/μπλε ~. Βλ. μαλακόστρακα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ βραστός/με μακαρόνια (= αστακομακαρονάδα)/σχάρας. ● Υποκ.: αστακουδάκι (το) ● ΦΡ.: οπλισμένος/αρματωμένος σαν αστακός & οπλισμένος μέχρι τα δόντια: για κάποιον ή κάτι που έχει εφοδιαστεί με πολύ βαρύ (εξ)οπλισμό: Άνδρες των ΜΑΤ ~οι ~.|| Πήγε για σκι ~ ~., σαν αστακός: σε υπερβολικό βαθμό: κόκκινος (= κατακόκκινος) από τον ήλιο/ντυμένος (: με πολλά και βαριά ρούχα) ~ ~. [< αρχ. ἀστακός]
7260ασταμάτητος, η, ο [ἀσταμάτητος] α-στα-μά-τη-τος επίθ. 1. που δεν διακόπτεται, που έχει διάρκεια: ~ος: αγώνας/αέρας/θόρυβος. ~η: βροχή/διασκέδαση/μουσική/φλυαρία. ~ο: γέλιο/κλάμα/χειροκρότημα. Πβ. αδιάκοπος, αδιάλειπτος, ακατάπαυστος, συνεχής. 2. που δεν μπορεί να συγκρατηθεί ή να ανακοπεί: ~η: αιμορραγία (= ακατάσχετη)/άνοδος/ορμή/ροή. Πβ. ακάθεκτος, ασυγκράτητος. ● επίρρ.: ασταμάτητα
7261αστάρι[ἀστάρι] α-στά-ρι ουσ. (ουδ.): υλικό με το οποίο επιστρώνεται επιφάνεια που πρόκειται να βαφεί: ακρυλικό/εποξειδικό/μονωτικό/υδατοδιαλυτό ~. ~ λαδιού/μετάλλου/νερού/νεφτιού/πλαστικού/πρόσφυσης/σιλικόνης. ~ σε σπρέι. Περνώ με/μια στρώση/ένα χέρι ~ (= ασταρώνω). Πβ. βελατούρα. [< τουρκ. astar]
7262αστάρωμα[ἀστάρωμα] α-στά-ρω-μα ουσ. (ουδ.): επίστρωση με αστάρι: στοκάρισμα και ~.|| (σπάν.-συνεκδ.) Στέγνωσε το ~ (= το αστάρι).
7263ασταρώνω[ἀσταρώνω] α-στα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αστάρω-σα, ασταρώ-θηκε, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: επιστρώνω επιφάνεια με αστάρι: ~ει με ψεκασμό ή ρολό. ~μένος: τοίχος.
7264άστατο & αστάτιο[ἄστατο] ά-στα-το ουσ. (ουδ.) {αστάτου}: ΧΗΜ. τεχνητό, ασταθές ραδιενεργό στοιχείο που ανήκει στα αλογόνα (σύμβ. At, Ζ 85): Το ~ προέρχεται από τον βομβαρδισμό του βισμουθίου με σωματίδια άλφα. [< γαλλ. astate, αγγλ. astatine, 1947]
7265άστατος, η, ο [ἄστατος] ά-στα-τος επίθ.: που υπόκειται εύκολα σε μεταβολές, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σταθερότητας ή ισορροπίας: ~ος: καιρός/ύπνος. ~η: ζωή/συμπεριφορά. ~ο: κλίμα/πρόγραμμα/ωράριο (= ακατάστατο). ~ες: διατροφικές συνήθειες.|| (για πρόσ.) ~ και αναποφάσιστος/δίγνωμος.|| (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο του χαρακτήρα. Πβ. αλλοπρόσαλλος, ασταθής, ευμετάβλητος. Βλ. αν~. ΑΝΤ. σταθερός (1) ● επίρρ.: άστατα [< μτγν. ἄστατος]
7266άστεβλ. αφήνω
7267αστέγαστος, η, ο [ἀστέγαστος] α-στέ-γα-στος επίθ. 1. που δεν καλύπτεται από στέγη ή σκέπαστρο: ~η: αίθουσα. ~ο: πάρκινγκ. Πβ. ασκέπαστος, ασκεπής, ξέσκεπος. 2. (μτφ.) που δεν ανήκει κάπου, κυρ. σε κάποιο κόμμα. Πβ. ανένταχτος. ΣΥΝ. άστεγος (2) [< 1: μτγν. ἀστέγαστος]
7268άστεγος, η, ο [ἄστεγος] ά-στε-γος επίθ. 1. που δεν έχει κατοικία ή χώρο στέγασης: ~οι: μετανάστες/σεισμοπαθείς. Οικογένεια ~η και άπορη. Βλ. ευπαθείς (κοινωνικά) ομάδες.|| (κατ' επέκτ.) Η ομάδα έμεινε ~η (: χωρίς γήπεδο). Πβ. ανέστιος.|| ~α ζώα. 2. (μτφ.) που δεν έχει ενταχθεί κάπου, κυρ. σε κομματικό ή πολιτικό χώρο. Πβ. ανένταχτος, ανεξάρτητος. ΣΥΝ. αστέγαστος (2) ● Ουσ.: άστεγος, άστεγη (ο/η): άτομο χωρίς κατοικία και εργασία, συνήθ. κοινωνικά περιθωριοποιημένο: ξενώνας/περίθαλψη/στέγη αστέγων. Πληθαίνουν οι ~οι. Πβ. κλοσάρ.|| Οι πλημμύρες άφησαν χιλιάδες ~ους/αστέγους. Βλ. νεο~. [< μτγν. ἄστεγος]
7269αστεία[ἀστεῖα] α-στεί-α επίρρ. 1. με αστείο τρόπο: Μιλάει ~. 2. αστειευόμενος, για πλάκα: ~ το λέω (: δεν το εννοώ), μην το παίρνεις προσωπικά. Βλ. αστείο. ΣΥΝ. στ' αστεία ΑΝΤ. στα σοβαρά ● ΦΡ.: αστεία-αστεία (προφ.): για να δηλωθεί κάτι που δεν έχει συνειδητοποιηθεί, είναι αναπάντεχο: ~ ~, τελικά τα κατάφερα. Πβ. εδώ που τα λέμε. ΣΥΝ. πλάκα πλάκα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.