| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7254 | ασταθής | , ής, ές [ἀσταθής] α-στα-θής επίθ. {ασταθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ ασταθέστ-ερος, -ατος} ΑΝΤ. σταθερός 1. (λόγ.) που υπόκειται σε ή χαρακτηρίζεται από διαρκείς μεταβολές: ~ής: καιρός (= άστατος). ~ής: οικονομία. ~ές: εισόδημα/κλίμα/σήμα (κινητού). ~είς: συνθήκες. Αβέβαιη και ~ κατάσταση (= ρευστή). Πολιτικά ~είς περιοχές. (για πρόσ.) Συναισθηματικά ~. ~ χαρακτήρας (πβ. κυκλοθυμικός). ~ συμπεριφορά (πβ. αλλοπρόσαλλη). Πβ. ευμετάβλητος.|| (ειδικότ.) ~ απόκρουση του τερματοφύλακα (: σε αντιδιαστολή με το μπλοκάρισμα της μπάλας).|| (ΜΗΧΑΝ.) ~ής ροή (= ασυνεχής.)|| (ως ουσ.) Το ~ές των υλικών. 2. (λόγ.) που παρουσιάζει έλλειψη ισορροπίας: ~ής: γέφυρα. ~ές: βήμα/έδαφος (π.χ. με λάσπη, χαλίκια). ~είς: κινήσεις. ΑΝΤ. ευσταθής (1) 3. ΧΗΜ. που διασπάται εύκολα: ~ής: ένωση. ~είς: πυρήνες (: ατόμων). ● επίρρ.: ασταθώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: ασταθής στηθάγχη βλ. στηθάγχη [< μτγν. ἀσταθής, γαλλ. inconstant, instable, αγγλ. unstable] | |
| 7255 | αστάθμητος | , η, ο [ἀστάθμητος] α-στάθ-μη-τος επίθ. & (σπάν.) αστάθμιστος: που δεν μπορεί να υπολογιστεί, να μετρηθεί ή να προβλεφθεί, να εκτιμηθεί: ~η: μεταβλητή/παράμετρος. ~ες: εξελίξεις/συνέπειες/συνθήκες. ~α: κριτήρια. Πβ. απρόβλεπτος, απροσδιόριστος. || (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο, το απρόσμενο και το συγκυριακό. ΑΝΤ. σταθμητός, σταθμισμένος (1) ● επίρρ.: αστάθμητα ● ΣΥΜΠΛ.: αστάθμητος παράγοντας: στοιχείο που δεν μπορεί να προβλεφθεί, να προσδιοριστεί: Ο ~ ~ της τιμής του πετρελαίου. (συνηθέστ. στον πληθ.) Τυχαίοι και ~οι ~ες. [< αρχ. ἀστάθμητος, γαλλ. impondérable] | |
| 7256 | αστακοκαραβίδα | [ἀστακοκαραβίδα] α-στα-κο-κα-ρα-βί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο εδώδιμο μαλακόστρακο (επιστ. ονομασ. Homarus gammarus), είδος αστακού με ισχυρές δαγκάνες. | |
| 7257 | αστακομακαρονάδα | [ἀστακομακαρονάδα] α-στα-κο-μα-κα-ρο-νά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μακαρονάδα με αστακό. Βλ. γαριδο-, καραβιδο-μακαρονάδα. [< ιταλ. spaghetti all' aragosta] | |
| 7258 | αστακοουρά | [ἀστακοουρά] α-στα-κο-ου-ρά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: το εκλεκτό κρέας του αστακού, που περιέχεται στo κυρίως σώμα του. | |
| 7259 | αστακός | [ἀστακός] α-στα-κός ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο εδώδιμο θαλασσινό οστρακόδερμο (επιστ. ονομασ. Palinurus vulgaris) με μακρόστενο σώμα, δέκα πόδια και κεραίες: αγκαθωτός (: χωρίς δαγκάνες, σε αντιδιαστολή με την αστακοκαραβίδα)/μπλε ~. Βλ. μαλακόστρακα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ βραστός/με μακαρόνια (= αστακομακαρονάδα)/σχάρας. ● Υποκ.: αστακουδάκι (το) ● ΦΡ.: οπλισμένος/αρματωμένος σαν αστακός & οπλισμένος μέχρι τα δόντια: για κάποιον ή κάτι που έχει εφοδιαστεί με πολύ βαρύ (εξ)οπλισμό: Άνδρες των ΜΑΤ ~οι ~.|| Πήγε για σκι ~ ~., σαν αστακός: σε υπερβολικό βαθμό: κόκκινος (= κατακόκκινος) από τον ήλιο/ντυμένος (: με πολλά και βαριά ρούχα) ~ ~. [< αρχ. ἀστακός] | |
| 7260 | ασταμάτητος | , η, ο [ἀσταμάτητος] α-στα-μά-τη-τος επίθ. 1. που δεν διακόπτεται, που έχει διάρκεια: ~ος: αγώνας/αέρας/θόρυβος. ~η: βροχή/διασκέδαση/μουσική/φλυαρία. ~ο: γέλιο/κλάμα/χειροκρότημα. Πβ. αδιάκοπος, αδιάλειπτος, ακατάπαυστος, συνεχής. 2. που δεν μπορεί να συγκρατηθεί ή να ανακοπεί: ~η: αιμορραγία (= ακατάσχετη)/άνοδος/ορμή/ροή. Πβ. ακάθεκτος, ασυγκράτητος. ● επίρρ.: ασταμάτητα | |
| 7261 | αστάρι | [ἀστάρι] α-στά-ρι ουσ. (ουδ.): υλικό με το οποίο επιστρώνεται επιφάνεια που πρόκειται να βαφεί: ακρυλικό/εποξειδικό/μονωτικό/υδατοδιαλυτό ~. ~ λαδιού/μετάλλου/νερού/νεφτιού/πλαστικού/πρόσφυσης/σιλικόνης. ~ σε σπρέι. Περνώ με/μια στρώση/ένα χέρι ~ (= ασταρώνω). Πβ. βελατούρα. [< τουρκ. astar] | |
| 7262 | αστάρωμα | [ἀστάρωμα] α-στά-ρω-μα ουσ. (ουδ.): επίστρωση με αστάρι: στοκάρισμα και ~.|| (σπάν.-συνεκδ.) Στέγνωσε το ~ (= το αστάρι). | |
| 7263 | ασταρώνω | [ἀσταρώνω] α-στα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αστάρω-σα, ασταρώ-θηκε, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: επιστρώνω επιφάνεια με αστάρι: ~ει με ψεκασμό ή ρολό. ~μένος: τοίχος. | |
| 7264 | άστατο & αστάτιο | [ἄστατο] ά-στα-το ουσ. (ουδ.) {αστάτου}: ΧΗΜ. τεχνητό, ασταθές ραδιενεργό στοιχείο που ανήκει στα αλογόνα (σύμβ. At, Ζ 85): Το ~ προέρχεται από τον βομβαρδισμό του βισμουθίου με σωματίδια άλφα. [< γαλλ. astate, αγγλ. astatine, 1947] | |
| 7265 | άστατος | , η, ο [ἄστατος] ά-στα-τος επίθ.: που υπόκειται εύκολα σε μεταβολές, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σταθερότητας ή ισορροπίας: ~ος: καιρός/ύπνος. ~η: ζωή/συμπεριφορά. ~ο: κλίμα/πρόγραμμα/ωράριο (= ακατάστατο). ~ες: διατροφικές συνήθειες.|| (για πρόσ.) ~ και αναποφάσιστος/δίγνωμος.|| (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο του χαρακτήρα. Πβ. αλλοπρόσαλλος, ασταθής, ευμετάβλητος. Βλ. αν~. ΑΝΤ. σταθερός (1) ● επίρρ.: άστατα [< μτγν. ἄστατος] | |
| 7266 | άστε | βλ. αφήνω | |
| 7267 | αστέγαστος | , η, ο [ἀστέγαστος] α-στέ-γα-στος επίθ. 1. που δεν καλύπτεται από στέγη ή σκέπαστρο: ~η: αίθουσα. ~ο: πάρκινγκ. Πβ. ασκέπαστος, ασκεπής, ξέσκεπος. 2. (μτφ.) που δεν ανήκει κάπου, κυρ. σε κάποιο κόμμα. Πβ. ανένταχτος. ΣΥΝ. άστεγος (2) [< 1: μτγν. ἀστέγαστος] | |
| 7268 | άστεγος | , η, ο [ἄστεγος] ά-στε-γος επίθ. 1. που δεν έχει κατοικία ή χώρο στέγασης: ~οι: μετανάστες/σεισμοπαθείς. Οικογένεια ~η και άπορη. Βλ. ευπαθείς (κοινωνικά) ομάδες.|| (κατ' επέκτ.) Η ομάδα έμεινε ~η (: χωρίς γήπεδο). Πβ. ανέστιος.|| ~α ζώα. 2. (μτφ.) που δεν έχει ενταχθεί κάπου, κυρ. σε κομματικό ή πολιτικό χώρο. Πβ. ανένταχτος, ανεξάρτητος. ΣΥΝ. αστέγαστος (2) ● Ουσ.: άστεγος, άστεγη (ο/η): άτομο χωρίς κατοικία και εργασία, συνήθ. κοινωνικά περιθωριοποιημένο: ξενώνας/περίθαλψη/στέγη αστέγων. Πληθαίνουν οι ~οι. Πβ. κλοσάρ.|| Οι πλημμύρες άφησαν χιλιάδες ~ους/αστέγους. Βλ. νεο~. [< μτγν. ἄστεγος] | |
| 7269 | αστεία | [ἀστεῖα] α-στεί-α επίρρ. 1. με αστείο τρόπο: Μιλάει ~. 2. αστειευόμενος, για πλάκα: ~ το λέω (: δεν το εννοώ), μην το παίρνεις προσωπικά. Βλ. αστείο. ΣΥΝ. στ' αστεία ΑΝΤ. στα σοβαρά ● ΦΡ.: αστεία-αστεία (προφ.): για να δηλωθεί κάτι που δεν έχει συνειδητοποιηθεί, είναι αναπάντεχο: ~ ~, τελικά τα κατάφερα. Πβ. εδώ που τα λέμε. ΣΥΝ. πλάκα πλάκα | |
| 7270 | αστειάκι | [ἀστειάκι] α-στει-ά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.-συνήθ. ειρων.): αστείο: αθώο ~. Παρατράβηξε το ~ με ... Λέμε και κανένα ~ πού και πού ... ~ια και γελάκια/πλακίτσες. Κάνουμε και ~ια; ● βλ. αστείο | |
| 7271 | αστειεύομαι | [ἀστειεύομαι] α-στει-εύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {αστειεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -όμενος} 1. κάνω, λέω αστεία· δεν μιλώ σοβαρά: Πειράζονται μεταξύ τους και ~ονται.|| Αλήθεια σάς λέω, δεν ~ (καθόλου). Θα ~εσαι βέβαια! Πβ. καλαμπουρίζω, κάνω πλάκα, χωρατεύω. ΑΝΤ. σοβαρολογώ 2. (συνήθ. στο γ' πρόσ., + δεν) (για κάποιον ή κάτι που) επιβάλλεται να αντιμετωπιστεί με μεγάλη σοβαρότητα· Δεν ~εται σε θέματα πειθαρχίας (πβ. δεν σηκώνει αστεία). Θέλω τα λεφτά μου πίσω· εγώ δεν ~. Πρέπει να χρησιμοποιείτε αντηλιακό, γιατί ο ήλιος δεν ~εται (= είναι δυνατός και επικίνδυνος). 3. (εμφατ.) για άρνηση ή κατάφαση: -Κουράστηκες; -~εσαι; (: σε καμιά περίπτωση δεν κουράστηκα) Έχεις δει ποτέ τον πρόεδρο της εταιρείας; -~εσαι; (: και βέβαια τον έχω δει) ● Μτχ.: αστειευόμενος , η, ο: για να προκληθεί γέλιο ή εύθυμη διάθεση· χωρίς σοβαρότητα: λέω (κάτι) ~. ~ για την κατάσταση που επικρατεί, τόνισε ότι ... ~η με τον εαυτό της (: αυτοσαρκαζόμενη). Πβ. στα αστεία. [< μτγν. ἀστειεύομαι, γαλλ. plaisanter] | |
| 7272 | αστείο | [ἀστεῖο] α-στεί-ο ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε λέγεται ή γίνεται για πείραγμα και προκαλεί γέλιο ή ευθυμία, ευχάριστη συνήθ. ανατροπή μιας κατάστασης: άνοστο/έξυπνο/επιτυχημένο/κακόγουστο/κρύο/ξεκαρδιστικό/πρωταπριλιάτικο/σαχλό/σεξιστικό/χαζό/χαριτωμένο/χοντρο(κομμένο) ~. Το ~ (της ημέρας) είναι ότι ... Πού βλέπεις/είναι το ~; Για ~ (: στα αστεία) το είπα. Ένα ~ έκανα (αστειεύτηκα) και το πήρε στα σοβαρά (= παρεξηγήθηκε). Γελάω/ενοχλούμαι με τ' ~α κάποιου. Άσε τ' ~α (= σοβαρέψου) και πες μου! Να λείπουν τ' ~, ας μιλήσουμε σοβαρά. (εμφατ.) Πέρα από/χωρίς ~α, πάντως, να προσέχεις, όταν οδηγείς τη μηχανή. Πβ. ανέκδοτο, αστεϊσμός, καλαμπούρι, πλάκα, φάρσα, χιούμορ, χωρατό. ● ΦΡ.: δεν παίρνω από αστεία: δεν δέχομαι αστεία, που συχνά έχουν στόχο εμένα· είμαι πολύ αυστηρός., δεν σηκώνει αστεία: για κάτι πολύ σοβαρό: Η κατάσταση ~ ~., ούτε για/γι' αστείο (εμφατ.): για κάτι που δεν γίνεται δεκτό σε καμιά περίπτωση: Αυτό μην το λες ~ ~., όχι αστεία (εμφατ.): προς επιβεβαίωση των λεγομένων: Κάνει ζέστη, ~ ~. Πβ. δεν είναι παίξε-γέλασε., στ' αστεία: για να προκληθεί γέλιο ή εύθυμη διάθεση· χωρίς σοβαρότητα: Δεν λέει τίποτα ~ ~ (= τα εννοεί αυτά που λέει). ΣΥΝ. αστεία (2) ΑΝΤ. στα σοβαρά, το αστείο του πράγματος/του θέματος/στην υπόθεση είναι ότι ...: για κάτι παράξενο, απρόσμενο: Τα φόρτωσαν όλα πάνω μου, αλλά ~ ~ εγώ δεν είχα ιδέα/δεν ήξερα τίποτα., μεταξύ σοβαρού και αστείου βλ. σοβαρός, τέλος/τέρμα/τέλειωσαν τα ψέματα/τ' αστεία/τα παραμύθια! βλ. ψέμα, το γύρισε στ' αστείο/στην πλάκα βλ. γυρίζω ● βλ. αστειάκι [< αρχ. ἀστεῖον 'ευφυολογία', γαλλ. plaisanterie] | |
| 7273 | αστείος | , α, ο [ἀστεῖος] α-στεί-ος επίθ. ΣΥΝ. γελοίος 1. που προκαλεί γέλιο: ~α: γκριμάτσα/εικόνα. ~ο: ντύσιμο/περιστατικό. ~ες: ιστορίες (= ευτράπελες). ~α: ανέκδοτα/βιντεάκια/συμβάντα. Η πιο ~α κωμωδία της χρονιάς.|| (για πρόσ.) Είναι πολύ ~. Πβ. εύθυμος, κωμικός. ΑΝΤ. σοβαρός (4) 2. ασήμαντος, ανάξιος λόγου: ~ος: ισχυρισμός. ~α: δικαιολογία/κατάσταση/κατηγορία (= αβάσιμη). ~ο: επιχείρημα/ποσό/πρόβλημα. Δούλευε στο σπίτι έναντι ~ας αμοιβής (= πολύ μικρής, αμελητέας, μηδαμινής). Είναι ~ο να το συζητάμε. Συμβαίνουν ~α πράγματα (= απαράδεκτα, απίθανα). Πβ. παιδαριώδης.|| (προφ.-για εξετάσεις:) ~α θέματα (= πανεύκολα). ● ΦΡ.: το γελοίο(ν)/το αστείο της υπόθεσης/του πράγματος/του θέματος βλ. γελοίος [< αρχ. ἀστεῖος, γαλλ. plaisant] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ