| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7274 | αστειότητα | [ἀστειότητα] α-στει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. {χωρ. πληθ.} το να είναι κάτι αστείο: η ~ του γεγονότος/του θέματος. Εκδοχή που αγγίζει/ξεπερνά τα όρια της ~ας. (λόγ.) Χάριν ~ας/(λογιότ.) ~ος. Πβ. γελοι-, φαιδρ-ότητα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} λόγια ή πράξεις που δεν έχουν σοβαρότητα: ευτράπελα/φληναφήματα και ~ες. Προσπαθεί να δικαιολογηθεί με ~ες. [< μτγν. ἀστειότης, γαλλ. plaisanterie] | |
| 7275 | αστείρευτος | , η, ο [ἀστείρευτος] α-στεί-ρευ-τος επίθ. & (λαϊκό-λογοτ.) αστέρευτος (συνήθ. μτφ.): που δεν εξαντλείται, δεν τελειώνει: ~ος: ενθουσιασμός/πλούτος. ~η: αγάπη/δημιουργία/διάθεση/δίψα (για γνώση)/ενέργεια/φαντασία. ~ο: κέφι/χιούμορ. ~ες: γνώσεις/δυνάμεις. ~α: δάκρυα/ψυχικά αποθέματα. ~η πηγή έμπνευσης και δημιουργικότητας.|| (για πρόσ.) ~οι σε ιδέες.|| (κυριολ.) Άφθονα και ~α νερά. Πβ. αέναος, ακένωτος, ανεξάντλητος. ● επίρρ.: αστείρευτα [< γαλλ. intarissable] | |
| 7276 | αστεϊσμός | [ἀστεϊσμός] α-στε-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αστείο: πνευματώδης ~. Ανταλλαγές ~ών και πειραγμάτων.|| (λόγ.) Χάριν ~ού (πβ. στ' αστεία). [< μτγν. ἀστεϊσμός] | |
| 7277 | αστέρας | [ἀστέρας] α-στέ-ρας ουσ. (αρσ.) (επίσ.) & (αρχαιοπρ.) αστήρ 1. ΑΣΤΡΟΝ. αστέρι: γέννηση/θάνατος/θέση/κίνηση/μάζα/τροχιά/φάσμα ενός ~α. ~ γίγαντας (βλ. κόκκινος/ερυθρός γίγαντας)/νάνος (βλ. λευκός νάνος). Σμήνη ~ων. Α(ει)φανείς ~ες. Οι ~ες ενός γαλαξία. Πβ. άστρο. Βλ. αστερισμός, ημι~. 2. (μτφ.) γνωστή προσωπικότητα, συνήθ. καλλιτέχνης, με λάμψη και γοητεία: διάσημος/διεθνής/νέος/τηλεοπτικός (= τηλε~) ~. ~ες της δημοσιογραφίας/του θεάματος/του κινηματογράφου/της μουσικής/του ποδοσφαίρου/του Χόλιγουντ. Η διοργάνωση θα φιλοξενήσει ~ες του παγκόσμιου κλασικού αθλητισμού. Πβ. βεντέτα, διασημότητα, (σούπερ) σταρ, φίρμα. ● αστέρων: διακριτικό διαβάθμισης της ποιότητας: εστιατόριο/ξενοδοχείο πέντε (: πρώτης κατηγορίας)/έξι (: πολυτελείας) ~. Κονιάκ/μπράντι τριών, πέντε ή επτά ~.|| (μτφ.-επιτατ.) Γιορτή/συμφωνία πολλών ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απλανής (αστέρας) & απλανές αστέρι: που λόγω της απόστασής του από τη Γη, δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται σε σταθερή θέση σε σχέση με άλλους αστέρες. [< γαλλ. étoile fixe] , άστρο/αστέρας νετρονίων & αστέρι νετρονίων: ουράνιο σώμα που αποτελείται από συμπυκνωμένη ύλη, προκύπτει από την κατάρρευση άστρου στην τελευταία φάση της ζωής του και έχει ισχυρό βαρυτικό πεδίο. Βλ. σουπερνόβα. [< αγγλ. neutron star, 1934] , διπλός αστέρας: σύστημα δύο αστέρων που φαίνονται (οπτικό ζεύγος) ή είναι (φυσικό ζεύγος ή δυαδικός αστέρας) πολύ κοντινοί στο ουράνιο στερέωμα., μεταβλητός αστέρας: του οποίου η φωτεινότητα υπόκειται σε μεταβολές με την πάροδο του χρόνου. Πβ. πάλσαρ., πολικός αστέρας: ο λαμπρότερος αστέρας της Μικρής Άρκτου, που φαίνεται πολύ κοντά στον Β. Πόλο: Ο ~ ~ χρησιμεύει ως δείκτης προσανατολισμού. [< αγγλ. North Star] , ανερχόμενο αστέρι βλ. αστέρι, διάττων αστέρας βλ. διάττων, καινοφανής (αστέρας) βλ. καινοφανής, νεφελοειδής (αστέρας) βλ. νεφελοειδής, υπερκαινοφανής (αστέρας) βλ. υπερκαινοφανής [< μεσν. αστέρας, αγγλ. star, γαλλ. étoile] | |
| 7278 | αστεράτος | , η, ο [ἀστερᾶτος] α-στε-ρά-τος επίθ. (νεαν. αργκό) 1. ξεχωριστός, θαυμαστός, υπέροχος: ~η: ομάδα/παρέα. ~ο: εστιατόριο/κινητό/μπλογκ. Πβ. σούπερ (ντούπερ). Βλ. -άτος, μουράτος. 2. για υψηλόβαθμο αξιωματικό. [< μεσν. αστεράτος 'για ζώο που φέρει στο μέτωπο αστέρι'] | |
| 7279 | αστέρευτος | , η, ο βλ. αστείρευτος | |
| 7280 | αστέρι | [ἀστέρι] α-στέ-ρι ουσ. (ουδ.) {αστερ-ιού | -ιών} 1. ΑΣΤΡΟΝ. καθένα από τα άπειρα ουράνια σώματα που είναι ορατά από τη Γη κατά τη διάρκεια της νύχτας ως μικρά φωτεινά σημεία στον ουρανό: λαμπερό/μακρινό/φεγγοβόλο/φωτεινό ~. ~ που τρεμοπαίζει/τρεμοσβήνει. Ένα ~ πέφτει. Το ~ του Βορρά (= ο Πολικός Αστέρας). Βραδιά γεμάτη ~ια. Βροχή/σύμπλεγμα ~ιών. Το φεγγάρι και τ' ~ια. Κοιμήθηκα κάτω από τ' ~ια (: κάτω από τον έναστρο ουρανό). (συνεκδ.) Ταξίδι στ' ~ια (= στο Διάστημα). Πβ. αστέρας, άστρο. Βλ. αστερισμός.|| (μτφ.) Ένα τυχερό ~ που μας ακολουθεί/μας συντροφεύει. Τραγούδια που σε ανεβάζουν ως τα ~ια (= σε μαγεύουν, σε σαγηνεύουν).|| (ως οικ. προσφών.-χαϊδευτ.) ~ μου! 2. αντικείμενο που έχει το συμβατικό σχήμα του παραπάνω ουράνιου σώματος (συνήθ. τρεις ή περισσότερες τριγωνικές αιχμηρές απολήξεις εκτεινόμενες ακτινοειδώς από το κέντρο) και χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό ή ως σύμβολο: χριστουγεννιάτικο ~. Δέντρο στολισμένο με ~ια και φωτάκια. Κόσμημα/μπισκότα σε σχήμα ~ιού. Κερί-/πιάτο-~.|| Αξιωματικός του στρατού με τρία ασημένια ~ια στον ώμο (= λοχαγός).|| (μτφ., σε δοκιμή πρόσκρουσης) Αυτοκίνητο που απέσπασε/έλαβε πέντε ~ια (= άριστη, κορυφαία βαθμολογία) για την ασφάλεια που προσφέρει. 3. (μτφ.) πρόσωπο, συνήθ. καλλιτέχνης ή αθλητής, που διαπρέπει στον τομέα του και έχει μεγάλη φήμη: κινηματογραφικό/ποδοσφαιρικό/πολιτικό ~ (πβ. άστρο). Ένα ~ ανατέλλει/γεννιέται. Μεγάλα ~ια του μπάσκετ. Πβ. σταρ.|| ~ (= άριστος/άσος) στα μαθηματικά. Είσαι ~, σε παραδέχομαι! ● Υποκ.: αστεράκι (το): Πβ. αστράκι. ● ΣΥΜΠΛ.: ανερχόμενο αστέρι & ανερχόμενος αστέρας: πρόσωπο που ακολουθεί ανοδική πορεία σε έναν χώρο, συνήθ. καλλιτεχνικό ή αθλητικό: ~ ~ της όπερας/του στίβου. ~ ~ στον χώρο της μόδας. [< γαλλ. étoile montante] , απλανής (αστέρας) βλ. αστέρας, άστρο/αστέρας νετρονίων βλ. αστέρας ● ΦΡ.: βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια βλ. βλέπω, έχω άστρο/αστέρι βλ. άστρο [< 1,2: μεσν. αστέρι, γαλλ. étoile 3: αγγλ. star, γαλλ. étoile] | |
| 7281 | αστερίας | [ἀστερίας] α-στε-ρί-ας ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. θαλάσσιο ασπόνδυλο ζώο, που ανήκει στα εχινόδερμα (επιστ. ονομασ. Αcanthaster planci) και έχει αστεροειδές σώμα και ακτινική συμμετρία: ~ες της θάλασσας.|| (ως διακοσμητικό αντικείμενο ή σχέδιο:) Δέσιμο κουτιού με ~α. Πιάτα με ~ες. [< αρχ. ἀστερίας] | |
| 7282 | αστερίσκος | [ἀστερίσκος] α-στε-ρί-σκος ουσ. (αρσ.) 1. σύμβολο που μοιάζει με αστέρι (*) και δηλώνει, μεταξύ άλλων, παραπομπή (π.χ. σε υποσελίδια σημείωση), τη χρονολογία γέννησης κάποιου ή (στη ΓΛΩΣΣ.) αμάρτυρο-υποθετικό τύπο ή αντιγραμματική δομή: ένδειξη ~ου (βλ. σταυρός). Τα πεδία με ~ο είναι υποχρεωτικά. Χωρίς αστερίσκους (και υποσημειώσεις) (= ανεπιφύλακτα, κατηγορηματικά). || (ΠΛΗΡΟΦ.) Πλήκτρο ~ου. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ιερό λειτουργικό σταυροειδές μεταλλικό σκεύος, που τοποθετείται πάνω στο δισκάριο, για να μην έρχεται το κάλυμμα σε επαφή με τον άγιο Άρτο. [< μτγν. ἀστερίσκος, γαλλ. astérisque, αγγλ. asterisk, γερμ. Asteriskus] | |
| 7283 | αστερισμός | [ἀστερισμός] α-στε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. ομάδα αστέρων, συνήθ. φαινομενικά γειτονικών, που είναι ορατοί από τη Γη και διαμορφώνουν ένα αναγνωρίσιμο σχήμα: αμυδρός ~. Ο ~ της Ανδρομέδας/των Πλειάδων/του Ωρίωνα. Βλ. Κύων, -ισμός. 2. ΑΣΤΡΟΛ. ζώδιο: Ανήκει/γεννήθηκε στον ~ό των Διδύμων. 3. (μτφ.) πλαίσιο, πεδίο (μέσα στο οποίο διαδραματίζονται γεγονότα, δρομολογούνται εξελίξεις): οικογενειακός ~. 4. ΤΗΛΕΠ. ομάδα, σύνολο: ~ δορυφόρων. ● ΦΡ.: στον αστερισμό (+ γεν.) (μτφ.): στο πλαίσιο, στην ατμόσφαιρα, στις συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί (από κάτι): (Είμαστε/ζούμε) ~ ~ της ταχύτητας. (Κινείται) ~ ~ των δημοσκοπήσεων/της μόδας/των νέων τεχνολογιών. [< γαλλ. sous le signe de ...] [< 1: μτγν. ἀστερισμός, αγγλ.-γαλλ. constellation] | |
| 7284 | αστεροειδής | , ής, ές [ἀστεροειδής] α-στε-ρο-ει-δής επίθ. {αστεροειδ-ούς (αρσ. κ. -ή) | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που είναι σαν αστέρι, που έχει τη μορφή αστεριού: ~ής: διάταξη ~ές: γάγγλιο/γλυκάνισο (: μπαχαρικό). ~είς: βίδες. (σε αλτήρα) Σφιγκτήρες με ~ή παξιμάδια. ● επίρρ.: αστεροειδώς [-ῶς] (σπάν.) [< μτγν. ἀστεροειδής] | |
| 7285 | αστεροειδής | [ἀστεροειδής] α-στε-ρο-ει-δής ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. καθένα από τα πολυάριθμα μικρά πετρώδη ουράνια σώματα, με διάμετρο έως μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα και ακανόνιστο σχήμα, που διαγράφουν τροχιά γύρω από τον Ήλιο και βρίσκονται κυρ. μεταξύ του Άρη και του Δία: πρόσκρουση/πτώση ~ούς στη Γη. Βροχή/θραύσματα ~ών. Βλ. -ειδής, πλανητοειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: ζώνη αστεροειδών βλ. ζώνη [< γαλλ. astéroïde, αγγλ. asteroid] | |
| 7286 | αστερόεις | , εσσα, εν [ἀστερόεις] α-στε-ρό-εις επίθ. {αστερό-εντος (θηλ. -εσσας), -εντα | -εντες (θηλ. -εσσες, ουδ. -εντα)} (αρχαιοπρ.): έναστρος. [<αρχ. ἀστερόεις] | |
| 7287 | αστερόεσσα | [ἀστερόεσσα] α-στε-ρό-εσ-σα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η σημαία των ΗΠΑ: || (κατ' επέκτ.) Η ευρωπαϊκή ~ (: της Ευρωπαϊκής Ένωσης). [< πβ. αρχ. ἀστερόεις 'γεμάτος αστέρια', αγγλ. Star-Spangled, γαλλ. bannière étoilée] | |
| 7288 | αστεροσκοπείο | [ἀστεροσκοπεῖο] α-στε-ρο-σκο-πεί-ο ουσ. (ουδ.): ΑΣΤΡΟΝ. ερευνητικό ίδρυμα εφοδιασμένο με κατάλληλα όργανα για την παρατήρηση και μελέτη φυσικών φαινομένων, κυρ. αστρονομικών, μετεωρολογικών και γεωφυσικών· συνεκδ. το αντίστοιχο κτίριο: ο θόλος/το τηλεσκόπιο του ~ου. Το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού ~ου Αθηνών. Πβ. πλανητάριο. Βλ. μετεωροσκοπείο. [< γαλλ. observatoire, γερμ. Sternwarte, Observatorium] | |
| 7289 | αστεφάνωτος | , η, ο [ἀστεφάνωτος] α-στε-φά-νω-τος επίθ. (λαϊκό): (συνήθ. για γυναίκα σύντροφο) που δεν έχει παντρευτεί. Βλ. ανύπαντρος. ΑΝΤ. παντρεμένος (1) [< μτγν. ἀστεφάνωτος] | |
| 7290 | αστήρ | βλ. αστέρας | |
| 7291 | αστήρικτος | , η, ο [ἀστήρικτος ] α-στή-ρι-κτος επίθ. & (λαϊκό) αστήριχτος 1. (μτφ.) αβάσιμος: ~ος: ισχυρισμός. ~η: καταγγελία/κατηγορία. ~ο: επιχείρημα. ~οι: φόβοι. ~ες: δικαιολογίες/εικασίες. ~α: δημοσιεύματα. Απόφαση νομικά ~η. Επιστημονικά ~η άποψη. Πβ. αθεμελίωτος, ανυπόστατος, ασύστατος. ΑΝΤ. βάσιμος 2. (σπάν.-κυριολ.) που δεν στηρίζεται (κάπου): ~ος: τοίχος. 3. (μτφ.-σπάν.) (για πρόσ.) ανυποστήρικτος: Έμεινε ~ (: χωρίς βοήθεια). ● επίρρ.: αστήρικτα & αστήριχτα [< 1: γαλλ. insoutenable 2: μτγν. ἀστήρικτος] | |
| 7292 | αστίατρος | [ἀστίατρος] α-στί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός που εργάζεται στην υγειονομική υπηρεσία και ελέγχει αν τηρούνται οι κανόνες υγιεινής σε χώρους μαζικής εστίασης και καταστήματα πώλησης τροφίμων. Βλ. επόπτης. [< παλαιότ. γερμ. Stadtarzt] | |
| 7293 | αστιγματικός | , ή, ό [ἀστιγματικός] α-στιγ-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αστιγματισμό: (ΙΑΤΡ.) ~ή: διόρθωση/μυωπία. ~οί: φακοί επαφής. ~ά: γυαλιά.|| (ΦΥΣ.) ~ές: φωτεινές δέσμες. ● Ουσ.: αστιγματικός (ο/η): ΙΑΤΡ. πρόσωπο που έχει αστιγματισμό. Βλ. μύωπας, πρεσβύωπας. [< γαλλ. astigmatique, αγγλ. astigmatic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ