| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7294 | αστιγματισμός | [ἀστιγματισμός] α-στιγ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. διαταραχή της όρασης που οφείλεται συνήθ. σε ατελή σφαιρικότητα του κερατοειδούς, με αποτέλεσμα την ανομοιόμορφη διάθλαση των ακτίνων του φωτός: ανώμαλος/μυωπικός/υπερμετρωπικός ~. Γυαλιά/διόρθωση ~ού. Βλ. αμετρωπία. 2. ΦΥΣ. η αδυναμία ενός οπτικού οργάνου, φακού ή κατόπτρου, να απεικονίσει με ακρίβεια το είδωλο ενός σημείου. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. astigmatisme, αγγλ. astigmatism] | |
| 7295 | αστιγμάτιστος | , η, ο [ἀστιγμάτιστος] α-στιγ-μά-τι-στος επίθ. (λόγ.) ΑΝΤ. στιγματισμένος 1. (μτφ.) που δεν έχει στιγματιστεί, κυρ. ηθικά: ~ο: παρελθόν. ΣΥΝ. ακηλίδωτος (1), άσπιλος (1) 2. που δεν έχει στίγματα: ~ο: δέρμα. | |
| 7296 | αστικολόγος | [ἀστικολόγος] α-στι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): νομικός ειδικός στο Αστικό Δίκαιο. Βλ. -λόγος. | |
| 7297 | αστικοποιείται | [ἀστικοποιεῖται] α-στι-κο-ποι-εί-ται ρ. (αμτβ.) {-ήθηκε, -ηθεί, -ημένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή αστικοποιεί} 1. (για περιοχή) αποκτά χαρακτηριστικά πόλης ή (σπάν.) εντάσσεται σε πόλη: Η δόμηση αυξάνεται και τα νησιά σταδιακά ~ούνται. Η ύπαιθρος ~ήθηκε (άναρχα). Βλ. -ποιώ. 2. ΠΟΛΙΤ. (για πληθυσμό) συγκεντρώνεται σε πόλεις και γίνεται αστικός: Ο κόσμος/πλανήτης ~ με ταχύτατους ρυθμούς. Η ελληνική κοινωνία ~ήθηκε.|| (μτφ.) Ο πολιτισμός ~. [< γαλλ. urbaniser] | |
| 7298 | αστικοποιημένος | , η, ο [ἀστικοποιημένος] α-στι-κο-ποι-η-μέ-νος επίθ. 1. που έχει ενταχθεί σε πόλη: ~ος: πληθυσμός. ~ο: περιβάλλον. ~ες: κοινωνίες. Βλ. δομημένος. 2. ΠΟΛΙΤ. που έχει ενταχθεί ή ανήκει στην αστική τάξη: (στο λεξιλόγιο κυρ. της Αριστεράς) ~ος: συνδικαλισμός. [< γαλλ. urbanisé] | |
| 7299 | αστικοποίηση | [ἀστικοποίηση] α-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση πληθυσμού από την ύπαιθρο στην πόλη και διαμόρφωση νέου τρόπου ζωής και νέας χωροταξικής οργάνωσης: άναρχη/ελεγχόµενη/μαζική ~. Έντονη ~ και ραγδαία εκβιομηχάνιση. Βλ. αστυφιλία, -ποίηση. ΣΥΝ. εξαστισμός 2. ΠΟΛΙΤ. (στο λεξιλόγιο κυρ. της Αριστεράς) ένταξη (κάποιου) στην αστική τάξη. Βλ. αστισμός. [< γαλλ. urbanisation, 1919] | |
| 7300 | αστικός | , ή, ό [ἀστικός] α-στι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πόλη: ~ός: ιστός/κύκλος/πληθυσµός/πολιτισμός/σιδηρόδρομος/σχεδιασμός/τρόπος ζωής. ~ή: ανάπλαση/ανθρωπολογία/αρχιτεκτονική/διαχείριση/εξάπλωση/επέκταση/κινητικότητα/κοινωνία/κυκλοφορία/μόλυνση/οικονομία/χρέωση. ~ό: περιβάλλον/τηλεφώνημα. ~οί: οδικοί άξονες. ~ές: ζώνες/κατοικίες/μετακινήσεις/συγκοινωνίες/υποδομές. ~ά: δρομολόγια/λύματα. Βλ. δι~, ενδο~, εξω~, ημι~, περι~, υπερ~, περιφερειακός. ΑΝΤ. αγροτικός (2) 2. που αναφέρεται στους αστούς, στην αστική τάξη: ~ή: δημοκρατία/ηθική/ιδεολογία/οικογένεια/πολιτική. ~ό: καθεστώς/κόμμα/μυθιστόρημα. ~ές: αντιλήψεις. Βλ. μεγαλο~, μεσο~, μικρο~, πρωτευουσιάνικος. 3. ΝΟΜ. που έχει σχέση με το Αστικό Δίκαιο και γενικότ. με τον ιδιώτη: ~ή: δικαιοσύνη/νομοθεσία. ~ό: αδίκημα/δικαστήριο. ~οί: συνεταιρισμοί (βλ. αγροτικός). ~ές: δίκες/κυρώσεις/συμβάσεις/υποθέσεις. ~ά: δικαιώματα. ● Ουσ.: αστικό (το): αστικό λεωφορείο. ● ΣΥΜΠΛ.: αστική αναβάθμιση: τα μέτρα, τα έργα και οι ενέργειες που απαιτούνται για την ανάπτυξη και ανάδειξη μιας υποβαθμισμένης αστικής περιοχής. [< αγγλ. urban improvement] , αστική ευθύνη: ΝΟΜ. υποχρέωση κάποιου να υποστεί τις οικονομικές συνέπειες από την πρόκληση υλικής ζημίας ή και σωματικής βλάβης σε ένα άτομο: γενική/επαγγελματική/εργοδοτική/οικογενειακή/προσωπική ~ ~. ~ ~ του κράτους. Ασφάλεια/καθεστώς/κάλυψη ~ής ~ης. Η ~ ~ βαρύνει την ασφαλιστική εταιρεία. [< γαλλ. responsabilité civile ] , αστική τάξη: κοινωνική τάξη η οποία αποτελείται από άτομα με μεσαίο ή υψηλό εισόδημα: ακμάζουσα/αναπτυσσόμενη/ανερχόμενη/μέση ~ ~. Ανάπτυξη/άνοδος/ιδεολογία/κυριαρχία/στρώματα της ~ής ~ης. Πβ. μπουρζουαζία. Βλ. εργατική τάξη., Αστικός Κώδικας (ακρ. ΑΚ): κύρια νομοθετική πηγή του Αστικού Δικαίου: Όπως αναφέρει/ορίζει ο ~ ~ ... Σύμφωνα με ό,τι ισχύει στον ~ό ~α .... O ~ ~ πολιτικής δικονομίας καθορίζει/προβλέπει/δεν επιτρέπει/εμποδίζει ... [< γερμ. Zivilgesetzbuch, γαλλ. code civile] , αστικός μύθος & (σπάν.) αστικός θρύλος: ιστορία, συχνά τρομακτική ή διασκεδαστική, που βασίζεται σε φήμες και διαδίδεται μαζικά ως αληθινή. [< αγγλ. urban legend, 1968, urban myth, 1982] , αστική εταιρεία βλ. εταιρεία & εταιρία, Αστικό Δίκαιο βλ. δίκαιο, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο/Πολιτική Δικονομία βλ. δίκαιο, αστικό κέντρο βλ. κέντρο, αστικό κλίμα βλ. κλίμα, αστικώς υπεύθυνος βλ. υπεύθυνος, θερμική νησίδα βλ. νησίδα, λαϊκό τραγούδι βλ. λαϊκός [< 1: αρχ. ἀστικός, γαλλ. urbain 2: γαλλ. bourgeois, γερμ. bürgerlich 3: γαλλ. civil, γερμ. zivil] | |
| 7301 | αστικότητα | [ἀστικότητα] α-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): τα χαρακτηριστικά του αστικού κέντρου ή η ιδιότητα του αστού: πληθυσμός κατά ~. Ομαδοποίηση των δημοτικών διαμερισμάτων της χώρας σύμφωνα με την ~ά τους. Τρία επίπεδα ~ας: αστικές, ηµιαστικές και αγροτικές περιοχές.|| (ΑΡΧΙΤ.) Νέες μορφές ~ας (= αστικού σχεδιασμού).|| Η χρήση του διαδικτύου ανά φύλο και ~. Εργατικό δυναμικό· βαθμός ~ας. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. urbanité] | |
| 7302 | αστισμός | [ἀστισμός] α-στι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. μειωτ.): ΠΟΛΙΤ. η ιδεολογία των αστών ή της αστικής τάξης. Βλ. εξ~, μεγαλο~, μικρο~, μπουρζουαζία, -ισμός. [< γαλλ. bourgeoisisme] | |
| 7303 | αστοιβή | [ἀστοιβή] α-στοι-βή ουσ. (θηλ.) & (διαλεκτ.) αστοιβίδα: ΒΟΤ. είδος χαμηλού αγκαθωτού πολύκλαδου θάμνου (επιστ. ονομασ. Sarcopoterium spinosum), με σύνθετα φύλλα και κόκκινο σαρκώδη καρπό. [< αρχ. στοιβή] | |
| 7304 | αστοιχείωτος | , η, ο [ἀστοιχείωτος] α-στοι-χεί-ω-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει στοιχειοθετηθεί, αναπόδεικτος, ατεκμηρίωτος, αβάσιμος, αθεμελίωτος: ~ες: κατηγορίες. ● επίρρ.: αστοιχείωτα [< πβ. μτγν. ἀστοιχείωτος ‘αυτός που αγνοεί τα πρωταρχικά στοιχεία’] | |
| 7305 | αστοιχείωτος, αστοιχείωτη | [ἀστοιχείωτος] α-στοι-χεί-ω-τος επίθ./ουσ. (μειωτ.): που αγνοεί ακόμη και τα στοιχειώδη· αγράμματος: ιστορικά/μουσικά ~οι. ~ σε οικονομικά θέματα. Πβ. αδαής.|| (κατ' επέκτ.) Άνθρωπος αμαθής και ~ (= αμόρφωτος, απαίδευτος). Πβ. ανίδεος, άσχετος. Βλ. ανιστόρητος. [< πβ. μτγν. ἀστοιχείωτος ‘(για ζώα) όχι εξημερωμένος’] | |
| 7306 | αστόλιστος | , η, ο [ἀστόλιστος] α-στό-λι-στος επίθ. 1. που δεν έχει στολιστεί ή διακοσμηθεί. Πβ. α(δια)κόσμητος. 2. (μτφ.) λιτός, απλός, απέριττος. [< μεσν. αστόλιστος] | |
| 7307 | αστοργία | [ἀστοργία] α-στορ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη στοργής, ευαισθησίας, ενδιαφέροντος: ~ για/προς το περιβάλλον. Ασπλαχνία και ~. ΑΝΤ. φιλοστοργία [< αρχ. ἀστοργία] | |
| 7308 | άστοργος | , η, ο [ἄστοργος] ά-στορ-γος επίθ.: που έχει ή δείχνει έλλειψη τρυφερότητας, ενδιαφέροντος: ~ος: σύζυγος. ~η: κόρη. Πβ. άκαρδος, άσπλαχνος.|| ~ο: κράτος. ΑΝΤ. στοργικός, φιλόστοργος [< αρχ. ἄστοργος] | |
| 7309 | αστός, αστή | [ἀστός] α-στός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. κάτοικος πόλης: ~οί και αγρότες/χωρικοί. 2. (συνήθ. στο λεξιλόγιο της Αριστεράς) μέλος της αστικής τάξης: ~οί και εργάτες.|| (ως επίθ.) ~ός: διανοούμενος/πολιτικός. Βλ. μεγαλο~, μικρο~, μπουρζουάς. [< 1: αρχ. ἀστός 2: γαλλ. bourgeois] | |
| 7310 | αστοχασιά | [ἀστοχασιά] α-στο-χα-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): ακρισία, απερισκεψία, απρονοησία. ΑΝΤ. στοχαστικότητα (1) [< μεσν. αστοχασιά] | |
| 7311 | αστόχαστος | , η, ο [ἀστόχαστος] α-στό-χα-στος επίθ.: απερίσκεπτος, ασυλλόγιστος, ασύνετος: ~ες: ενέργειες/επιλογές.|| (για πρόσ.) Επιπόλαιος και ~. Πβ. άσκεφτος. ΑΝΤ. στοχαστικός (2) ● επίρρ.: αστόχαστα [< αρχ. ἀστόχαστος] | |
| 7312 | αστοχία | [ἀστοχία] α-στο-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. {χωρ. πληθ.} αδυναμία ή αποτυχία κάποιου να πετύχει τον στόχο του: (στο μπάσκετ) ~ των παικτών από τη γραμμή των ελεύθερων βολών. ~ στην επίθεση. ΑΝΤ. ευστοχία 2. λάθος, σφάλμα: γλωσσική/λεκτική/πολιτική ~. Επισήμανση παραλείψεων και ~ών. 3. ΟΙΚΟΔ. ατέλεια κατασκευής· η κατάσταση κατά την οποία το έδαφος βρίσκεται στα όρια της αντοχής του και δεν μπορεί να αναλάβει επιπλέον φορτίο: δομική/τεχνική ~. ~ σκυροδέματος. ~ες γεφυρών/υποστυλωμάτων.|| (ειδικότ.) Φαινόμενα εδαφικής ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: αστοχία υλικού: ΤΕΧΝΟΛ. ελάττωμα στο υλικό βιομηχανικής συνήθ. κατασκευής: ~ ~ ή κατασκευαστικό σφάλμα. Μηχανική βλάβη από ~ ~. Κατάρρευση σκέπαστρου που οφείλεται σε ~ ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Καταστροφή του σκληρού δίσκου από ~ ~. [< αγγλ. material failure] [< μτγν. ἀστοχία 3: αγγλ. failure] | |
| 7313 | άστοχος | , η, ο [ἄστοχος] ά-στο-χος επίθ. 1. (μτφ.) εσφαλμένος, ακατάλληλος, ατυχής, άτοπος: ~ος: όρος/χαρακτηρισμός. ~η: δήλωση/διατύπωση/ενέργεια/ερώτηση/κίνηση/παρατήρηση/πρόβλεψη/σύγκριση. ~ο: δημοσίευμα/παράδειγμα/σχόλιο. ~οι: χειρισμοί. ~α: επιχειρήματα. Θεωρώ ~ο να επαναλαμβάνω τα ίδια. Πβ. λανθασμένος.|| ~η έξοδος τερματοφύλακα (ενν. από την εστία του).|| (ΦΙΛΟΛ.) ~α ερωτήματα στα δημοτικά τραγούδια (πβ. σχήμα υποφοράς και ανθυποφοράς). 2. που δεν βρίσκει τον στόχο: (ΑΘΛ.-για πρόσ.) ~ος: παίκτης. ~η: βολή/προσπάθεια. ~ο: πλασέ/σερβίς/σουτ. ~α: πέναλτι. Πβ. ανεπιτυχής, αποτυχημένος. ΑΝΤ. εύστοχος (2) ● επίρρ.: άστοχα [< αρχ. ἄστοχος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ