Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8200-8220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7314αστοχώ[ἀστοχῶ] α-στο-χώ ρ. (αμτβ.) {αστοχ-είς ...| αστόχ-ησα} 1. (μτφ.) κάνω λάθος, αποτυγχάνω: ~ησα στην εκτίμηση ότι .../στην προσπάθεια να ... Παραπλανήθηκες και ~ησες (= έπεσες έξω στην απόφασή σου). Πβ. λαθεύω, σφάλλω. ΑΝΤ. επιτυγχάνω 2. δεν βρίσκω τον στόχο: (ΑΘΛ.) Παίκτης που ~εί σε βολή/πέναλτι. Ο φορ ~ησε σε κενή εστία.|| Η σφαίρα ~ησε. Πβ. ξαστοχώ. ΑΝΤ. ευστοχώ 3. {ειδικότ. στο γ' πρόσ.} παρουσιάζει αστοχία υλικού: Υποστυλώματα που ~ούν κατά τη διάρκεια ενός σεισμού. [< μτγν. ἀστοχῶ]
7315αστράγαλος[ἀστράγαλος] α-στρά-γα-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άλου} 1. ΑΝΑΤ. οστό του ταρσού μεταξύ της κνήμης και της φτέρνας: σπασμένος ~. Διάστρεμμα/επίδεσμος ~άλου. Στο ύψος του ~άλου. Οίδημα/πρήξιμο ~άλων. Στραμπούληξε τον ~ό του. Γλίστρησε και γύρισε ο ~ός της. Πβ. σφυρό. Βλ. ποδοκνημικός.|| Στρογγυλό λάστιχο ~άλων (: αξεσουάρ γυμναστικής).|| Μποτάκια/φορέματα/φούστες μέχρι/ως τους ~άλους.|| Ο ~ (= κότσι) του αρνιού. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. διακοσμητικό γλυπτό με καμπύλες σε επίκρανα και κιονόκρανα ιωνικού ρυθμού. [< 1: αρχ. ἀστράγαλος 2: μτγν. ~]
7316αστρακάν & αστραχάν[ἀστρακάν] α-στρα-κάν επίθ./ουσ. {άκλ.}: γούνα με κατσαρές τρίχες που παράγεται από το δέρμα πολύ νεαρών προβάτων στην πόλη Αστραχάν της Ρωσίας: καπέλο/τσαντάκι από ~.|| (ως επίθ.) Παλτό ~. [< γαλλ. astrakan]
7317αστράκι[ἀστράκι] α-στρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. κάθε αντικείμενο σε σχήμα μικρού αστεριού: ~ια και καρδούλες. Ντοματόσουπα με ~ια (: είδος ζυμαρικού ή ρυζιού· βλ. βίδες). 2. (υποκ.) μικρό αστέρι: λαμπρό ~.|| (κατ' επέκτ.-μτφ.) Βεγγαλικά που πετάνε ~ια. Πβ. αστεράκι. ● ΦΡ.: βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια βλ. βλέπω
7318αστραπή

[ἀστραπή] α-στρα-πή ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΦ. έντονη και σύντομη λάμψη που προκαλείται από ηλεκτρική εκκένωση στην ατμόσφαιρα ανάμεσα σε δύο διαφορετικά σύννεφα ή σε τμήματα του ίδιου σύννεφου: σφαιρικές ~ές (: που μοιάζουν με φωτεινές σφαίρες). Μια ~ φώτισε τον ουρανό. Το φως της ~ής και ο ήχος της βροντής. Κεραυνοί/μπουμπουνητά και ~ές. ~ές και καταιγίδες. Πέφτουν/ρίχνει ~ές (= αστράφτει).|| (λόγ.) Εν μέσω ~ών και βροχής. Βλ. αστροπελέκι.|| (μτφ.) Μάτια που πετούσαν ~ές (= σπίθες, φλόγες, φωτιές). 2. (μτφ.) για να δηλωθεί κάτι πολύ γρήγορο, σύντομο, βιαστικό: (ως παραθετικό σύνθ.) επίσκεψη-/ταξίδι-~. Πόλεμος-~ (: που είχε πάρα πολύ μικρή διάρκεια). Γκολ-~ (: που μπήκε στην αρχή του παιχνιδιού). Δίαιτες-~ και διατροφικές ακρότητες. Πβ. εξπρές.|| (με επιρρ. χρ.) Έφυγε ~. Πβ. βολίδα, πύραυλος, σφαίρα. ● ΦΡ.: καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται (παροιμ.): ο τίμιος και ευσυνείδητος δεν φοβάται την κριτική και τον έλεγχο., με αστραπιαία ταχύτητα/με ταχύτητα αστραπής: πάρα πολύ γρήγορα: Οι φλόγες εξαπλώθηκαν ~ ~. Οι φήμες κυκλοφορούν ~ ~., σαν αστραπή 1. πάρα πολύ γρήγορα: Όλα έγιναν ~ ~. Νέο που διαδόθηκε ~ ~. Το τρένο περνούσε ~ ~. Έτρεξε/όρμησε ~ ~. 2. για να δηλωθεί κάτι πολύ φωτεινό, λαμπερό: Τα μάτια έλαμπαν ~ ~ές μες στο σκοτάδι. [< γαλλ. comme un éclair] [< αρχ. ἀστραπή 2: γαλλ. éclair]

7319αστραπιαίος, α, ο [ἀστραπιαῖος] α-στρα-πι-αί-ος επίθ. (λόγ.): ταχύτατος, πάρα πολύ γρήγορος: ~α: αντίδραση/απάντηση/εξέλιξη/σκέψη. ~ο: ταξίδι (= ταξίδι-αστραπή). ~α: αντανακλαστικά. Σε ~ο χρόνο. Με ~ες κινήσεις/~ους ρυθμούς. Πβ. ακαριαίος. Βλ. -ιαίος. ● επίρρ.: αστραπιαία ● ΦΡ.: με αστραπιαία ταχύτητα/με ταχύτητα αστραπής βλ. αστραπή [< γερμ. blitzschnell]
7320αστραποβολά[ἀστραποβολᾷ] α-στρα-πο-βο-λά ρ. (αμτβ.) {κ. -άει | αστραποβόλησε} (λογοτ.): λάμπει, αστράφτει: Ολόλευκα σπίτια που ~ούν στον ήλιο. Το φεγγάρι ~ούσε. Πβ. απαστράπτει.|| (μτφ.) Τα μάτια/το πρόσωπό της ~ούν από χαρά. ΣΥΝ. φεγγοβολά [< μεσν. αστραποβολώ]
7321αστραποβόλος, α, ο [ἀστραποβόλος] α-στρα-πο-βό-λος επίθ. (λογοτ.): λαμπερός, αστραφτερός: ~α: μάτια. ΣΥΝ. φεγγοβόλος [< πβ. μεσν. αστραπηβόλος]
7322αστραπόβροντο[ἀστραπόβροντο] α-στρα-πό-βρο-ντο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό-λογοτ.): αλλεπάλληλες αστραπές και βροντές. [< μεσν. αστραπόβροντο]
7323αστράτευτος, η, ο [ἀστράτευτος] α-στρά-τευ-τος επίθ. 1. που δεν έχει καταταγεί (ακόμη) στον στρατό ή έχει απαλλαγεί από τη στρατιωτική θητεία: (ως ουσ.) Οι ~οι και οι φυγόστρατοι.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του κλήρου (: η μη στράτευσή του). 2. που δεν υπηρετεί συγκεκριμένους ιδεολογικούς ή πολιτικούς σκοπούς. ΑΝΤ. στρατευμένος (2) [< 1: αρχ. ἀστράτευτος]
7324αστράφτει[ἀστράφτει] α-στρά-φτει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {άστρα-φτε, -ψε, αστράφτ-οντας} 1. (απρόσ.) πέφτουν αστραπές: Βρέχει και ~. 2. εκπέμπει ή αντανακλά φως, ακτινοβολεί, λάμπει: Το σπαθί/ο χρυσός ~. Ο δρόμος/η λίμνη/ο ναός ~φτε στον ήλιο (= γυάλιζε). Χρυσά νομίσματα που ~ουν στο φως. Ο ουρανός ~ψε από τα βεγγαλικά. Τα φλας των φωτογράφων ~ψαν.|| (κατ' επέκτ., για να δηλωθεί ότι κάτι είναι πολύ καθαρό) Σπίτι που ~ από καθαριότητα. Τα έπιπλα ~ουν σαν καινούργια. Δόντια που ~ουν. Πβ. γυαλίζει.|| (μτφ., για έκφραση έντονων συναισθημάτων, σπάν. στο α', β' πρόσ.) Πρόσωπο που ~ από χαρά. Τα μάτια του ~ψαν από πόθο. Πβ. λαμποκοπά, φεγγοβολά.|| (μτφ.) Μια ιδέα ~ψε (ξαφνικά) στο μυαλό του. ● ΦΡ.: αν δεν αστράψει, δεν βροντά (κι αν δεν βροντά, δεν βρέχει) (παροιμ.): για να δηλωθεί η σχέση αιτίου-αιτιατού. Βλ. δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά., αστράφτει και βροντά {κυρ. στο γ' εν. πρόσ. του αορ.}: εκδηλώνει τον θυμό του έντονα: ~ ~ για τις καταγγελίες σε βάρος του. Άστραψε και βρόντηξε από το κακό του (: εξοργίστηκε βάζοντας τις φωνές και χειρονομώντας)., αστράφτω (κάποιου) μια ανάποδη/ένα μπάτσο/σκαμπίλι/μια σφαλιάρα/ένα χαστούκι/φούσκο (προφ.): χαστουκίζω και γενικότ. χτυπώ κάποιον δυνατά: Θα πάψεις ή θα σου αστράψω κανένα/καμιά ~;, του/της την άστραψε & του/της άστραψε μία (προφ.): τον/τη(ν) χαστούκισε. [< μεσν. αστράφτω]
7325αστραφτερός, ή, ό [ἀστραφτερός] α-στρα-φτε-ρός επίθ. 1. που αστράφτει ή λάμπει: ~ός: ήλιος. ~ή: λιμουζίνα. ~ό: διαμάντι/λευκό/στολίδι/φως. ~ά: κοσμήματα.|| (ειδικότ., από καθαριότητα:) ~ή: μπουγάδα. ~ά: δόντια/ρούχα/τζάμια. Πβ. απαστράπτων. Βλ. -ερός, ολό-, περί-λαμπρος. 2. (μτφ.) που ακτινοβολεί, γοητεύει, εντυπωσιάζει: ~ή: βραδιά/ματιά/ομορφιά/παρουσία. ~ό: ταλέντο/χαμόγελο (: φωτεινό). Πβ. γκλαμουράτος. ● επίρρ.: αστραφτερά [< μεσν. αστραφτερός, γαλλ. brillant]
7326άστρι & αστρί[ἄστρι] ά-στρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): άστρο. Βλ. δεντρί. [< μτγν. ἄστριον]
7327αστρικός, ή, ό [ἀστρικός] α-στρι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τα αστέρια: ~ός: κόσμος/χάρτης. ~ή: ύλη. ~ό: Σύμπαν/φως. ~ές: εκρήξεις (: σουπερνόβα). ~ά: νέφη/πτώματα (βλ. μαύρος νάνος). Βλ. δι~, μεσο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αστρική ημέρα: ΑΣΤΡΟΝ. ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο διαδοχικές μεσουρανήσεις ενός συγκεκριμένου άστρου και είναι ίσος με εικοσιτρείς ώρες, πενήντα έξι λεπτά και τέσσερα δευτερόλεπτα. Πβ. ηλιακή ημέρα, πολιτική ημέρα. [< γαλλ. jour sidéral ] , αστρικό έτος: ΑΣΤΡΟΝ. η διάρκεια της πλήρους περιστροφής της Γης γύρω από τον Ήλιο σε σχέση με δεδομένο άστρο (τριακόσιες εξηνταπέντε ημέρες, έξι ώρες, εννέα λεπτά και εννιάμισι δευτερόλεπτα). [< γαλλ. année sidérale] , αστρικό σμήνος: ΑΣΤΡΟΝ. σύμπλεγμα αστέρων που βρίσκονται σε μικρή σχετικά απόσταση μεταξύ τους λόγω των ισχυρών αμοιβαίων ελκτικών δυνάμεων: ανοιχτό/σφαιρωτό ~ ~. Νεφελώματα και ~ά ~η. [< αγγλ. star cluster] , αστρικό σύστημα: ομάδα από αστέρια που σχηματίζουν τροχιά το ένα γύρω από το άλλο. [< αγγλ. star system] , αστρικός χρόνος: ΑΣΤΡΟΝ. που βασίζεται στην περιστροφή των πλανητών σε σχέση με δεδομένα άστρα και όχι με τον Ήλιο. Βλ. ηλιακός χρόνος. [< αγγλ. sidereal time] , αστρική/κοσμική/διαστημική σκόνη βλ. σκόνη, σφαιρωτό (αστρικό) σμήνος βλ. σφαιρωτός [< μτγν. ἀστρικός, γαλλ.-αγγλ. astral]
7328άστριοι[ἄστριοι] ά-στρι-οι ουσ. (αρσ.) (οι) {αστρί-ων | σπανιότ. στον εν. άστριος}: ΟΡΥΚΤ. οµάδα αργιλοπυριτικών ορυκτών που περιέχουν κυρ. κάλιο, νάτριο ή ασβέστιο και αποτελούν το βασικότερο ορυκτό συστατικό του φλοιού της Γης. Βλ. φωνόλιθος. [< μτγν. ἄστριος]
7329αστρίτης[ἀστρίτης] α-στρί-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. είδος εξαιρετικά δηλητηριώδους οχιάς (επιστ. ονομασ. Vipera berus) που ζει σε ορεινές περιοχές. Βλ. -ίτης1.
7330άστρο[ἄστρο] ά-στρο ουσ. (ουδ.) 1. (συνήθ. λογοτ.) αστέρι: λαμπρό ~. ~ της αυγής (: ο Αυγερινός)/ημέρας (: ο Ήλιος)/νύχτας (: η Σελήνη)/τραμουντάνας (: ο Πολικός Αστέρας).|| Το ~ της Βηθλεέμ/των Μάγων. Λάμπει/τρεμοσβήνει ένα ~. Μάζα/πυρήνας ~ου. Ουρανός γεμάτος ~α (= έναστρος). ~α ορατά με γυμνό μάτι. Πλήθος ~ων στο ουράνιο στερέωμα. Βλ. αστέρας. 2. (μτφ.) άστρο που επηρεάζει την ανθρώπινη μοίρα: το καλό/τυχερό του ~ (που τον επηρεάζει θετικά).|| Πολιτικό ~. 3. αντικείμενο ή σύμβολο με ακτίνες ή τριγωνικά άκρα-σχηματική αναπαράσταση αστεριού: ασημένιο/χρυσό ~. Το ~ του Δαβίδ/των Χριστουγέννων.άστρα (τα) (προφ.): αστερισμοί του ζωδιακού κύκλου: Διαβάζω τα ~. Δεν πιστεύω στ' ~. Τ' ~ σάς συμβουλεύουν. Επιρροές των ~ων. Τι λένε/προβλέπουν τ' ~ σήμερα; Δεν ταιριάζουν τ' ~ τους. Φταίνε τ' ~ (: ως δικαιολογία για παράλογες ή ανεξήγητες πράξεις). Πβ. ζώδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: πόλεμος των άστρων: αμυντικό πρόγραμμα των ΗΠΑ εξεύρεσης διαστημικών τεχνολογικών μέσων για την αντιμετώπιση επιτιθέμενων πυραύλων με πυρηνικές κυρ. κεφαλές. [< αγγλ. Star War, 1983] , άστρο/αστέρας νετρονίων βλ. αστέρας ● ΦΡ.: ανατέλλει/μεσουρανεί, δύει/σβήνει το άστρο κάποιου (μτφ.): η ανοδική και λαμπρή πορεία κάποιου (καλλιτέχνη, πολιτικού, οργάνωσης) βρίσκεται στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος της., έχω άστρο/αστέρι: έχω την εύνοια της τύχης: Είχα ~, τράκαρα σοβαρά και δεν έπαθα τίποτα. Πβ. τύχη βουνό., βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια βλ. βλέπω, τον ουρανό με τ' άστρα βλ. ουρανός [< 1: αρχ. ἄστρον 2: μεσν. άστρον 2: γαλλ. étoile]
7331αστρο-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στα αστέρια ή γενικότ. τα ουράνια σώματα: ~φεγγιά.|| (επιστ.) ~μετρία/~νομία/~φυσική.
7332αστροβιολογία[ἀστροβιολογία] α-στρο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την έρευνα για πιθανή ζωή στο Σύμπαν, όπως και την επίδραση του εξωγήινου περιβάλλοντος σε ζωντανούς οργανισμούς. ΣΥΝ. εξωβιολογία [< γαλλ. astrobiologie, αγγλ. astrobiology, 1898]
7333αστροβιολόγος[ἀστροβιολόγος] α-στρο-βι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας την αστροβιολογία. [< αγγλ. astrobiologist]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.