Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8220-8240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7334αστροβραδιά[ἀστροβραδιά] α-στρο-βρα-διά ουσ. (θηλ.): βραδιά αστροπαρατήρησης: διοργάνωση ~ιάς.
7335αστροκύτταρο[ἀστροκύτταρο] α-στρο-κύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. νευρογλοιακό κύτταρο με σχήμα άστρου. Βλ. νευρογλοία. [< γαλλ.-αγγλ. astrocyte]
7336αστρολάβος[ἀστρολάβος] α-στρο-λά-βος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. αστρονομικό και ναυτικό όργανο για τον υπολογισμό του ύψους των αστεριών πάνω από τον ορίζοντα. Βλ. εξάντας. [< μτγν. ἀστρολάβος]
7337αστρολογία[ἀστρολογία] α-στρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΛ. η περιγραφή της υποτιθέμενης επίδρασης των ουράνιων σωμάτων στον χαρακτήρα και τη μοίρα των ανθρώπων: κινεζική/συμβουλευτική/ψυχολογική ~. Ζώδια και ~. Βλ. ωρο-σκόπιο, -σκόπος, -λογία. [< μτγν. ἀστρολογία, γαλλ. astrologie, αγγλ. astrology]
7338αστρολογικός, ή, ό [ἀστρολογικός] α-στρο-λο-γι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΛ. που σχετίζεται με την αστρολογία: ~ός: οδηγός/χάρτης. ~ό: αλμανάκ/περιοδικό/προφίλ. ~ές: αναλύσεις/μελέτες/προβλέψεις/συμβουλές. ~ά: άρθρα/βιβλία/σύμβολα. Ο ~ ζωδιακός κύκλος. [< αρχ. ἀστρολογικός 'αστρονομικός', γαλλ. astrologique, αγγλ. astrological]
7339αστρολόγος[ἀστρολόγος] α-στρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την αστρολογία: ~-μελλοντολόγος/-μέντιουμ/-παραψυχολόγος. Προβλέψεις/συμβουλές ~ου. Βλ. -λόγος. [< μτγν. ἀστρολόγος, γαλλ. astrologue, αγγλ. astrologer]
7340αστρομετρία[ἀστρομετρία] α-στρο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος της αστρονομίας που μελετά τις θέσεις, τις διαστάσεις, τις κινήσεις και τις αποστάσεις των ουρανίων σωμάτων ως σημείων στον ουράνιο θόλο. Βλ. αστρονομία, -μετρία. [< γαλλ. astrométrie, αγγλ. astrometry]
7341αστροναύτης[ἀστροναύτης] α-στρο-ναύ-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αστροναύτισσα}: πρόσωπο κατάλληλα εκπαιδευμένο, ώστε να ταξιδεύει έξω από τη γήινη ατμόσφαιρα ως μέλος πληρώματος διαστημικής αποστολής: Επιστροφή των ~ών στη Γη. Πβ. διαστημάνθρωπος, κοσμοναύτης.|| Δίαιτα του ~η.|| Ρομποτικός ~ (= ρομποναύτης). [< γαλλ. astronaute, 1928, αγγλ. astronaut, 1929]
7342αστροναυτική[ἀστροναυτική] α-στρο-ναυ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. επιστήμη που έχει ως αντικείμενο τη θεωρία, πρακτική και τεχνολογία των διαστημικών πτήσεων: αεροναυπηγική και ~. Βλ. βαλλιστική, βιο~. [< γαλλ. astronautique, 1910, αγγλ. astronautics, 1928, γερμ. Astronautik]
7343αστροναυτικός, ή, ό [ἀστροναυτικός] α-στρο-ναυ-τι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. που σχετίζεται με τους αστροναύτες ή την αστροναυτική. [< αγγλ. astronautical, 1928]
7344αστρονομία[ἀστρονομία] α-στρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΑΣΤΡΟΝ. επιστήμη που έχει ως αντικείμενο τα ουράνια σώματα, τις κινήσεις και τις θέσεις τους· η επιστημονική μελέτη του Σύμπαντος: γενική/δυναμική/μαθηματική/οπτική/παρατηρησιακή/περιγραφική/πρακτική ~. Σφαιρική ~ (: για τον προσδιορισμό της θέσης των ουρανίων σωμάτων στην ουράνια σφαίρα, βλ. αστρομετρία). ~ και Αστροφυσική. Εταιρεία ~ας και Διαστήματος. Κέντρο Ερευνών ~ας και Εφηρμοσμένων Μαθηματικών (της Ακαδημίας Αθηνών). Βλ. κοσμο-γραφία, -λογία.|| Ερασιτεχνική ~. Βλ. αρχαιο~, ραδιο~, -νομία. ● ΣΥΜΠΛ.: αστρονομία νετρίνων: κλάδος που έχει ως αντικείμενο την ανίχνευση και τη μέτρηση των νετρίνων που εκπέμπονται από τον Ήλιο και άλλα ουράνια σώματα. [< αγγλ. neutrino astronomy, περ. 1980] , αστρονομική ναυτιλία βλ. ναυτιλία, γεωδαιτική αστρονομία βλ. γεωδαιτικός [< αρχ. ἀστρονομία, γαλλ. astronomie, αγγλ. astronomy]
7345αστρονομικός, ή, ό [ἀστρονομικός] α-στρο-νο-μι-κός επίθ. 1. ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με την αστρονομία ή τον αστρονόμο: ~ός: δορυφόρος/εξοπλισμός/σταθμός/χάρτης. ~ή: έρευνα/εφημερίδα (: πίνακας που περιέχει στοιχεία χρήσιμα για αστρονομικές παρατηρήσεις)/φωτογραφία. ~ό: παρατηρητήριο/τηλεσκόπιο. ~ές: ανακαλύψεις/μετρήσεις. ~ά: κιάλια/όργανα/φαινόμενα. (Εκπαιδευτικό) ~ό πάρκο. 2. (μτφ.) που υπερβαίνει κατά πολύ το κανονικό ή το συνηθισμένο: ~ή: αποζημίωση/τιμή (= πολύ υψηλή). ~ό: μέγεθος/ποσό/πρόστιμο. ~ές: αμοιβές. Τα κέρδη τους έφτασαν σε ~ά ύψη. Πβ. τεράστιος, υπερβολικός, υπέρογκος. ● επίρρ.: αστρονομικά ● ΣΥΜΠΛ.: αστρονομική μονάδα (σύμβ. ΑΜ): ΑΣΤΡΟΝ. για τη μέτρηση αποστάσεων στο ηλιακό σύστημα: Μία ~ ~ ισοδυναμεί με 149,6 εκατομμύρια χλμ., όση είναι περ. η μέση απόσταση ανάμεσα στον Ήλιο και τη Γη. [< αγγλ. astronomical unit, 1909] , αστρονομική ναυτιλία βλ. ναυτιλία [< αρχ. ἀστρονομικός, γαλλ. astronomique, γερμ. astronomisch]
7346αστρονόμος[ἀστρονόμος] α-στρο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης την αστρονομία. Βλ. -νόμος, ραδιο~. [< αρχ. ἀστρονόμος, γαλλ. astronome, αγγλ. astronomer]
7347αστροπαρατήρηση[ἀστροπαρατήρηση] α-στρο-πα-ρα-τή-ρη-ση ουσ. (θηλ.): οργανωμένη συνάντηση κατά τις νυχτερινές ώρες με σκοπό την παρατήρηση των αστερισμών στον ουρανό: ~ με τηλεσκόπιο. Ομάδα ~ης. Βλ. αστροβραδιά.
7348αστροπάρτι[ἀστροπάρτι] α-στρο-πάρ-τι ουσ. (ουδ.): αστροβραδιά στην οποία συμμετέχουν πολλά άτομα.
7349αστροπελέκι[ἀστροπελέκι] α-στρο-πε-λέ-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): κεραυνός: βροντές κι ~ια.|| (μτφ., για κάτι αναπάντεχο:) Η είδηση έπεσε σαν ~ (= κεραυνός (εν αιθρία). [< μεσν. αστροπελέκι(ν)]
7350αστροσωματιδιακός, ή, ό [ἀστροσωματιδιακός] α-στρο-σω-μα-τι-δι-α-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αστροσωματιδιακή φυσική: ΦΥΣ. διεπιστημονικό πεδίο που συνδέει τη σωματιδιακή φυσική με την αστροφυσική (μελετά μεταξύ άλλων την κοσμική ακτινοβολία, τα νετρίνα και τη σκοτεινή ύλη): πειραματική ~ ~. [< αγγλ. astroparticle physics] [< γαλλ. astroparticule, 1995]
7351αστροφεγγιά[ἀστροφεγγιά] α-στρο-φε-γγιά ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): το φως των αστεριών· συνεκδ. ξάστερη νύχτα: Νύχτα με/χωρίς ~.|| Οι αυγουστιάτικες ~ιές. [< μεσν. αστροφεγγιά]
7352αστροφυσική[ἀστροφυσική] α-στρο-φυ-σι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Α): ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος της αστρονομίας που έχει ως αντικείμενο τις φυσικές και χημικές ιδιότητες, τη δημιουργία και εξέλιξη των ουράνιων σωμάτων: εργαστηριακή/παρατηρησιακή/πυρηνική/υπολογιστική ~. Πειραματική ~ υψηλών ενεργειών. Ινστιτούτο Διαστημικής και Επίγειας ~ής. Βλ. νετρίνο. [< γερμ. Astrophysik, αγγλ. astrophysics, γαλλ. astrophysique, 1903]
7353αστροφυσικός[ἀστροφυσικός] α-στρο-φυ-σι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην αστροφυσική. [< αγγλ. astrophysicist, γαλλ. astrophysicien, 1964]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.