| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7354 | αστροφυσικός | , ή, ό [ἀστροφυσικός] α-στρο-φυ-σι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αστροφυσική: ~ό: παρατηρητήριο. ~ά: φαινόμενα. [< γερμ. astrophysikalisch, αγγλ. astrophysical] | |
| 7355 | αστροφώτιστος | , η, ο [ἀστροφώτιστος] α-στρο-φώ-τι-στος επίθ. (λογοτ.): που φωτίζεται από τα άστρα: ~η: νύχτα. Πβ. έναστρος. ΑΝΤ. άναστρος | |
| 7356 | αστροφωτογράφηση | [ἀστροφωτογράφηση] α-στρο-φω-το-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) & αστροφωτογράφιση: φωτογράφιση για αστρονομικούς σκοπούς: ~ με τηλεσκόπιο. Βλ. -γράφηση. [< αγγλ. astrophotography, γαλλ. astrophotographie] | |
| 7357 | αστροφωτογραφία | [ἀστροφωτογραφία] α-στρο-φω-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. αστρονομική φωτογραφία. 2. αστροφωτογράφηση. [< 1: αγγλ. astrophotograph, 1938] | |
| 7358 | αστροφωτογράφος | [ἀστροφωτογράφος] α-στρο-φω-το-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που φωτογραφίζει ουράνια σώματα με τη χρήση τηλεσκοπίου: επαγγελματίας/ερασιτέχνης ~. [< αγγλ. astrophotographer] | |
| 7359 | άστρωτος | , η, ο [ἄστρωτος] ά-στρω-τος επίθ. 1. που δεν έχει στρωθεί ή επιστρωθεί: ~ο: κρεβάτι/τραπέζι (: χωρίς τραπεζομάντιλο ή που δεν είναι έτοιμο για φαγητό). ~α: σεντόνια. Το σπίτι ήταν ~ο (: χωρίς χαλιά). Πβ. ξέστρωτος.|| Δρόμοι ανώμαλοι και ~οι (: χωρίς άσφαλτο). ΑΝΤ. στρωμένος. Βλ. -στρωτος. 2. (προφ.) (για καινούργιο κυρ. αυτοκίνητο, μηχάνημα ή μηχανή) που δεν λειτουργεί ακόμη ομαλά, με ικανοποιητικό τρόπο ή ρυθμό: ~ος: κινητήρας. ~α: λάστιχα. Βλ. αδούλευτος.|| ~ες: πίστες (βλ. απάτητος). [< αρχ. ἄστρωτος] | |
| 7360 | άστυ | [ἄστυ] ά-στυ ουσ. (ουδ.) {άστ-εως | -η (κ. -εα)} (αρχαιοπρ.): πόλη. ● ΣΥΜΠΛ.: το κλεινόν άστυ βλ. κλεινός [< αρχ. ἄστυ] | |
| 7361 | αστυκτηνιατρικός | , ή, ό [ἀστυκτηνιατρικός] α-στυ-κτη-νι-α-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αστυκτηνίατρο και το έργο του: ~ή: έκθεση. ~ές: επιθεωρήσεις. ~ και αγορανομικός έλεγχος. ● ΣΥΜΠΛ.: αστυκτηνιατρική υπηρεσία: αρμόδια για τον υγειονομικό έλεγχο της ποιότητας τροφών που έχουν ζωική προέλευση: Σάπια κρέατα και ψάρια εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν από την ~ ~. | |
| 7362 | αστυκτηνίατρος | [ἀστυκτηνίατρος] α-στυ-κτη-νί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -άτρου}: κτηνίατρος που εργάζεται στην αστυκτηνιατρική υπηρεσία. | |
| 7363 | αστυνόμευση | [ἀστυνόμευση] α-στυ-νό-μευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. δράση της Αστυνομίας που αφορά τον έλεγχο χώρων, περιοχών ή εκδηλώσεων, με στόχο την τήρηση της τάξης και της νομιμότητας: αποτελεσματική/αυστηρή/ελλιπής/ενισχυμένη/(αν)επαρκής/πεζή/προληπτική/σκληρή/τροχαία/χαλαρή ~. ~ του οδικού δικτύου. ~ των γηπέδων/της πόλης/των συνόρων (πβ. συνοριοφυλακή). Ασφάλεια και ~. Μέτρα/όργανα ~ης. Καθήκοντα φύλαξης και ~ης. Η ~ θα ενταθεί. Βλ. ομάδα ΔΙ.ΑΣ. 2. (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) οποιοσδήποτε έλεγχος διενεργείται παρεμβατικά για ρυθμιστικούς σκοπούς: ~ της ιδιωτικής ζωής. ~ στο διαδίκτυο.|| (μτφ.) ~ της σκέψης. | |
| 7364 | αστυνομεύω | [ἀστυνομεύω] α-στυ-νο-μεύ-ω ρ. (μτβ.) {αστυνόμευ-σε, -σει, (σπάν.) -θηκε κ. -τηκε, -θεί κ. -τεί, -οντας, -όμενος} 1. (για την Αστυνομία ή ανάλογα όργανα και υπηρεσίες) ελέγχω, επιτηρώ, παρακολουθώ έναν χώρο με στόχο την τήρηση της νομιμότητας: Αστυνομικό Τμήμα που ~ει ... Δήμους. Θέσεις στάθμευσης που ~ονται από τη Δημοτική Αστυνομία. 2. (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) ελέγχω υπερβολικά, καταπιεστικά: Η ελευθερία της έκφρασης δεν ~εται. | |
| 7365 | αστυνομία | [ἀστυνομία] α-στυ-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) 1. κρατική υπηρεσία επιφορτισμένη με την τήρηση των νόμων και της δημόσιας τάξης, τη δίωξη και την πρόληψη του εγκλήματος: δικαστική/ειδική/λιμενική (βλ. Λιμενικό Σώμα)/μυστική/οικονομική/τοπική ~. Συνοριακή ~/~ συνόρων (βλ. συνοριοφύλακας). (παλαιότ.) ~ πόλεων (βλ. χωροφυλακή). Διεθνής ~ (βλ. ιντερπόλ). Ευρωπαϊκή ~ (= ευρω~). Οι άνδρες (= αστυνομικοί)/ο αρχηγός/ο διοικητής/οι κλούβες/το κρατητήριο/τα όργανα/τα περιπολικά της ~ας. Σχολή Αστυφυλάκων/Αξιωματικών της Ελληνικής ~ας. Έφοδος/μπλόκο της ~ας. (Ειδικές) μονάδες της ~ας. Βλ. Άμεση Δράση, ΕΛ.ΑΣ., εκατό, Τροχαία.|| Ιδιωτική ~ (βλ. σεκιούριτι). Βλ. ευρω~, -νομία. 2. (συνεκδ.) οι αστυνόμοι, οι αστυνομικές δυνάμεις και το κτίριο όπου στεγάζεται η υπηρεσία τους: το αρχηγείο της ~ας. Έλεγχος/επέμβαση της ~ας. Έπεσε στην παγίδα της ~ας (= του νόμου). Η ~ εισέβαλε στο σπίτι του υπόπτου και τον συνέλαβε. Η ~ βρήκε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών. Τον έπιασε/ψάχνει η ~. Η ~ διεξάγει έρευνα/(δι)ερευνά την υπόθεση. Ειδοποιώ/ενημερώνω/καλώ την ~. Καταγγέλλω κάποιον στην ~. Ανακρίνεται/καταζητείται από την ~. Έχει μπλεξίματα με την ~.|| (προφ.) Ψηλά τα χέρια, ~!|| Κρατείται στην ~ (= Ασφάλεια, Τμήμα). Βλ. ΓΑΔΑ. ● ΣΥΜΠΛ.: Δημοτική Αστυνομία: υπηρεσία του Δήμου που αναλαμβάνει τη διενέργεια ελέγχων σε χώρους στάθμευσης, κοινής χρήσης, υπαίθριου εμπορίου., διαπραγματευτής της Αστυνομίας βλ. διαπραγματευτής, στρατιωτική αστυνομία βλ. στρατιωτικός, Τουριστική Αστυνομία βλ. τουριστικός [< αρχ. ἀστυνομία 'το αξίωμα του αστυνόμου΄, γαλλ. police] | |
| 7366 | αστυνομικός | , ή, ό [ἀστυνομικός] α-στυ-νο-μι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην Αστυνομία ή τους αστυνομικούς: ~ός: ανακριτής/Διευθυντής (Α'/Β')/διοικητής/έλεγχος (διαβατηρίων)/επιθεωρητής/κλοιός/σκύλος (: ειδικά εκπαιδευμένος για τις ανάγκες της Αστυνομίας)/σταθμός/συντάκτης. ~ή: Διεύθυνση/επέμβαση/έρευνα/έφοδος/καταδίωξη/περίπολος/συνοδεία/σχολή/υπηρεσία. ~ό: δελτίο/μέγαρο/όχημα (= περιπολικό)/ρεπορτάζ/ρόπαλο (βλ. κλομπ)/σώμα/φυλάκιο. ~οί: υπάλληλοι. ~ές: Αρχές/επιχειρήσεις. ~ά: μέτρα/μπλόκα. Ζήτησε ~ή προστασία. Σύμφωνα με ~ές πηγές ...|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ό: καθεστώς/κράτος (βλ. αστυνομοκρατία). 2. που έχει σχέση με τη διαλεύκανση, εξιχνίαση μιας υπόθεσης: ~ή: ιστορία/κωμωδία/λογοτεχνία/περιπέτεια/σειρά/ταινία. ~ό: θρίλερ/μυθιστόρημα.|| (ως ουσ.) Μου αρέσουν τα ~ά (ενν. βιβλία ή φιλμ).|| ~ό: δαιμόνιο. ● Ουσ.: αστυνομικός (ο/η) {κ. θηλ. (λαϊκό) αστυνομικίνα}: πρόσωπο που υπηρετεί στην Αστυνομία: απότακτος/δημοτικός/ιδιωτικός/μυστικός ~. ~ της Άμεσης Δράσης/της Αντιτρομοκρατικής/της Ασφάλειας/των ΜΑΤ/της δίωξης ναρκωτικών/της ομάδας "Ζ"/της Τροχαίας. ~ με μοτοσικλέτα (= δικυκλιστής ~)/με πολιτικά. ~οί με κράνη/με στολές. Καταζητείται από (τους) ~ούς (= την αστυνομία).|| (λόγ.) ~ εν αποστρατεία (= απόστρατος)/εν ενεργεία/εν ώρα υπηρεσίας. Πβ. αστυ-νόμος, -φύλακας, μπασκίνας, μπάτσος, όργανο της τάξεως. ● ΣΥΜΠΛ.: αστυνομικά όργανα {σπάν. στον εν.}: αστυνόμοι., αστυνομικές δυνάμεις: ομάδα αστυνομικών που καλείται σε έκτακτες περιστάσεις να αναλάβει δράση: ισχυρές ~ ~. ~ ~ καταστολής. Βλ. ΜΑΤ, Άμεση Δράση., αστυνομική ταυτότητα & (προφ.) ταυτότητα: δελτίο εκδιδόμενο από τις αστυνομικές Αρχές με αποδεικτική ισχύ ως προς τα προσωπικά στοιχεία του πολίτη-κατόχου, τα οποία αναγράφονται σε αυτό: απώλεια/αριθμός (βλ. ΑΔΤ)/επίδειξη (της) ~ής ~ας. Φωτογραφία τύπου ~ής ~ας. Βλ. δελτίο ταυτότητας. [< γαλλ. carte d'identité] , αστυνομικό τμήμα βλ. τμήμα, πολυδύναμο αστυνομικό τμήμα βλ. πολυδύναμος [< αρχ. ἀστυνομικός, γαλλ. policier] | |
| 7367 | αστυνομοκρατείται | [ἀστυνομοκρατεῖται] α-στυ-νο-μο-κρα-τεί-ται ρ. (αμτβ.) {εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ελέγχεται ή φρουρείται από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις: Το αεροδρόμιο/η περιοχή/η χώρα ~. Βλ. -κρατείται, στρατοκρατείται. ● Μτχ.: αστυνομοκρατούμενος , η, ο: ~ο: καθεστώς/κράτος.|| (μτφ.) ~η: κοινωνία. Βλ. -κρατούμενος. | |
| 7368 | αστυνομοκρατία | [ἀστυνομοκρατία] α-στυ-νο-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): αυστηρή, υπερβολική αστυνόμευση· αστυνομικό κράτος: καθεστώς/κλίμα ~ας. Βλ. -κρατία. [< γαλλ. régime policier] | |
| 7369 | αστυνόμος | [ἀστυνόμος] α-στυ-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (επίσ.) αξιωματικός της Αστυνομίας και ο αντίστοιχος βαθμός: τοπικός ~ (: της τοπικής κοινότητας). ~ Α' (: ανώτερος αξιωματικός, αντίστοιχος με τον πλωτάρχη του Λιμενικού και τον επιπυραγό της Πυροσβεστικής). ~ Β' (: κατώτερος αξιωματικός, αντίστοιχος με τον υποπλοίαρχο του Λιμενικού και τον πυραγό της Πυροσβεστικής). Βλ. υπ~, -νόμος. 2. (κατ' επέκτ.-προφ.) αστυνομικός με οποιονδήποτε βαθμό. ● ΦΡ.: κάνω τον αστυνόμο & κάνω τον χωροφύλακα: ελέγχω κάποιον, του επιβάλλω κανόνες, περιορίζοντας την αυτονομία του: Χώρες που ~ουν ~ σε ξένες υποθέσεις. ΣΥΝ. κάνω/παριστάνω τον τροχονόμο, κλέφτες κι αστυνόμοι βλ. κλέφτης [< αρχ. ἀστυνόμος, γαλλ. commissaire] | |
| 7370 | αστυφιλία | [ἀστυφιλία] α-στυ-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): το φαινόμενο της μετακίνησης και συσσώρευσης αγροτικών πληθυσμών στα μεγάλα αστικά κέντρα: κύμα/μείωση της/ρεύμα ~ας. Εσωτερική μετανάστευση και ~. ~ και εγκατάλειψη της υπαίθρου/υδροκεφαλισμός των πόλεων. Βλ. αποκεντρο-, αστικο-ποίηση, -φιλία. | |
| 7371 | αστυφύλακας | [ἀστυφύλακας] α-στυ-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ανήκει στην κατώτερη βαθμίδα της Αστυνομίας· (γενικότ.-προφ.) αστυνομικός: Σχολή ~άκων. Πβ. πόλισμαν. Βλ. αρχιφύλακας, -φύλακας. [< γαλλ. sergent de ville] | |
| 7372 | ασύγγνωστος | , η, ο [ἀσύγγνωστος] α-σύγ-γνω-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): ασυγχώρητος: ~η: αμέλεια/αφέλεια/επιπολαιότητα. ~α: λάθη. ΑΝΤ. συγγνωστός [< μτγν. ἀσύγγνωστος] | |
| 7375 | ασυγκίνητος | , η, ο [ἀσυγκίνητος] α-συ-γκί-νη-τος επίθ.: που δεν συγκινείται (εύκολα) από κάτι· απαθής: ~ από τον πλούτο και τη φήμη. Η εμφάνισή της δεν τον αφήνει ~ο. Πβ. αδιάφορος, ανεπηρέαστος.|| Δεν μένει ~ (μπροστά) στην αδικία/στο δράμα των αστέγων/στη δυστυχία. Πβ. αναίσθητος, ανάλγητος. ΑΝΤ. ευαίσθητος (1), ευσυγκίνητος, συγκινημένος ● επίρρ.: ασυγκίνητα [< μτγν. ἀσυγκίνητος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ