Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [8260-8280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7370αστυφιλία[ἀστυφιλία] α-στυ-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): το φαινόμενο της μετακίνησης και συσσώρευσης αγροτικών πληθυσμών στα μεγάλα αστικά κέντρα: κύμα/μείωση της/ρεύμα ~ας. Εσωτερική μετανάστευση και ~. ~ και εγκατάλειψη της υπαίθρου/υδροκεφαλισμός των πόλεων. Βλ. αποκεντρο-, αστικο-ποίηση, -φιλία.
7371αστυφύλακας[ἀστυφύλακας] α-στυ-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ανήκει στην κατώτερη βαθμίδα της Αστυνομίας· (γενικότ.-προφ.) αστυνομικός: Σχολή ~άκων. Πβ. πόλισμαν. Βλ. αρχιφύλακας, -φύλακας. [< γαλλ. sergent de ville]
7372ασύγγνωστος, η, ο [ἀσύγγνωστος] α-σύγ-γνω-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): ασυγχώρητος: ~η: αμέλεια/αφέλεια/επιπολαιότητα. ~α: λάθη. ΑΝΤ. συγγνωστός [< μτγν. ἀσύγγνωστος]
7375ασυγκίνητος, η, ο [ἀσυγκίνητος] α-συ-γκί-νη-τος επίθ.: που δεν συγκινείται (εύκολα) από κάτι· απαθής: ~ από τον πλούτο και τη φήμη. Η εμφάνισή της δεν τον αφήνει ~ο. Πβ. αδιάφορος, ανεπηρέαστος.|| Δεν μένει ~ (μπροστά) στην αδικία/στο δράμα των αστέγων/στη δυστυχία. Πβ. αναίσθητος, ανάλγητος. ΑΝΤ. ευαίσθητος (1), ευσυγκίνητος, συγκινημένος ● επίρρ.: ασυγκίνητα [< μτγν. ἀσυγκίνητος]
7376ασυγκράτητος[ἀσυγκράτητος] α-συ-γκρά-τη-τος επίθ.: που δεν μπορεί να συγκρατηθεί: ~ος: ενθουσιασμός. ~η: έλξη/επιθυμία/μανία/οργή/ορμή/περιέργεια. ~ο: γέλιο/κλάμα/πάθος (πβ. αχαλίνωτο, παράφορο).|| (για πρόσ.) Παρορμητικός και ~. Προελαύνουν ~οι (= ακάθεκτοι). Πβ. ακατάσχετος, ακράτητος, ασταμάτητος. ΑΝΤ. συγκρατημένος ● επίρρ.: ασυγκράτητα [< γαλλ. irrépressible]
7377ασύγκριτος, η, ο [ἀσύγκριτος] α-σύ-γκρι-τος επίθ. 1. που είναι ανώτερος σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη συγκρίνεται με κανέναν ή τίποτε άλλο: ~η: αίσθηση/άνεση/αντοχή/γεύση/ευκολία/θέα/ομορφιά. ~ες: επιδόσεις. ~α: πλεονεκτήματα. Προϊόν ~ο σε ποιότητα. ΣΥΝ. ανεπανάληπτος (1), ανυπέρβλητος (2), αξεπέραστος (1), απαράμιλλος, ασυναγώνιστος, άφθαστος & άφταστος (1) 2. (σπάν.) που δεν μπορεί να συγκριθεί με κάποιον ή κάτι λόγω διαφορετικότητας: ~α: μεγέθη/πλεονεκτήματα. Μη συγκρίνεις πράγματα ~α. ΑΝΤ. συγκρίσιμος ● επίρρ.: ασύγκριτα & (λόγ.) ασυγκρίτως [< μτγν. ἀσύγκριτος]
7378ασυγκρότητος, η, ο [ἀσυγκρότητος] α-συ-γκρό-τη-τος επίθ. 1. που παρουσιάζει έλλειψη οργάνωσης ή δομής: απόψεις σκόρπιες και ~ες.|| (για πρόσ.) Παντελώς ~, με νηπιακή σκέψη. Πβ. ακατάρτιστος, ανοργάνωτος. ΑΝΤ. συγκροτημένος 2. (σπάν.) (για όργανο, επιτροπή) που δεν έχει συγκροτηθεί. ● επίρρ.: ασυγκρότητα [< μτγν. ἀσυγκρότητος ‘μη σφυρηλατημένος μαζί, μη συμπαγής’]
7379ασυγύριστος, η, ο [ἀσυγύριστος] α-συ-γύ-ρι-στος επίθ. 1. που δεν έχει τακτοποιηθεί: (εμφατ.) Δεν άφησε ούτε μια γωνίτσα ~η. Πβ. ακατάστατος, ανοικοκύρευτος, α(συμ)μάζευτος, ατακτοποίητος. 2. (για πρόσ.) που δεν του αρέσει να συγυρίζει.
7380ασυγχρονισμός[ἀσυγχρονισμός] α-συγ-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): έλλειψη συγχρονισμού: (ΙΑΤΡ.) ~ της καρδιάς (: στην καρδιακή ανεπάρκεια). [< γαλλ. asynchronisme, αγγλ. asynchronism]
7381ασυγχρόνιστος, η, ο [ἀσυγχρόνιστος] α-συγ-χρό-νι-στος επίθ.: που δεν έχει συγχρονιστεί (με κάτι άλλο): ~ο: κιβώτιο (ταχυτήτων). ~οι: υπότιτλοι. ~ες: κινήσεις. Κάμερες ~ες μεταξύ τους. ΑΝΤ. συγχρονισμένος ● επίρρ.: ασυγχρόνιστα: Χόρευαν ~.
7382ασύγχρονος, η, ο [ἀσύγχρονος] α-σύγ-χρο-νος επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. για κυκλώματα ή συσκευές που λειτουργούν με εναλλασσόμενη τάση και η συχνότητα της λειτουργίας τους δεν είναι ανάλογη της συχνότητας της τάσης: ~η: γεννήτρια. ~οι: μετρητές. ~ες: μηχανές. Τριφασικός ~ κινητήρας. 2. ασυγχρόνιστος: ~η: ανάπτυξη. ~οι: υπότιτλοι. Βλ. -χρονος. ● επίρρ.: ασύγχρονα ● ΣΥΜΠΛ.: ασύγχρονη επικοινωνία: ΔΙΑΔΙΚΤ. έμμεση επικοινωνία στην οποία οι συνομιλητές δεν είναι κατ' ανάγκην ταυτόχρονα συνδεδεμένοι στο διαδίκτυο: διαπροσωπική/μαζική/τοπική ~ ~. ~ ~ μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. ΑΝΤ. σύγχρονη επικοινωνία [< αγγλ. asynchronous communication] , ασύγχρονη λειτουργία: ΠΛΗΡΟΦ. τρόπος λειτουργίας κατά τον οποίον μια εργασία αρχίζει, αφού έχει ολοκληρωθεί μια προγενέστερη: ~ ~ πελάτη και σέρβερ. [< αγγλ. asynchronous mode/operation] , ασύγχρονη μετάδοση: ΠΛΗΡΟΦ. για δεδομένα που στέλνονται μόνο αφού έχουν γίνει διαθέσιμα. [< αγγλ. asynchronous transmission] , ασύγχρονη τηλεκπαίδευση βλ. τηλεκπαίδευση [< γαλλ. asynchrone, 1905, αγγλ. asynchronous]
7383ασυγχώρητος, η, ο [ἀσυγχώρητος] α-συγ-χώ-ρη-τος επίθ. & (λαϊκό) ασυ(γ)χώρετος 1. αδικαιολόγητος: ~η: αδιαφορία/αμέλεια/επιπολαιότητα/παράλειψη. ~ο: έγκλημα/σφάλμα. Θα ήταν ~ο να κάνω το ίδιο λάθος. Πβ. ανεπίτρεπτος, ασύγγνωστος.|| (για πρόσ.) Ξέχασα τα γενέθλιά σου, είμαι ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (για πρόσ. ή πράξη) που δεν έχει συγχωρηθεί: ~ο: αμάρτημα. ● επίρρ.: ασυγχώρητα [< μτγν. ἀσυγχώρητος]
7384ασυδοσία[ἀσυδοσία] α-συ-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία μέτρου, ελέγχου, φραγμών από κάποια δραστηριότητα: ~ και αισχροκέρδεια/αυθαιρεσία/χάος. Αδιαφάνεια και ~. Κρούσματα/όργιο/συνθήκες ~ας. Φαινόμενα διαφθοράς και ~ας. Πβ. αναρχία, κραιπάλη.|| (συνεκδ.) Βανδαλισμοί, ξυλοδαρμοί και ~ες (: οι αντίστοιχες πράξεις).
7385ασύδοτος, η, ο [ἀσύδοτος] α-σύ-δο-τος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από (ή δείχνει) ασυδοσία: ~η: εκμετάλλευση/κερδοσκοπία. ~ κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Καταχρηστική και ~η συμπεριφορά. Πβ. αδίστακτος, άκρατος, ανεξέλεγκτος. ● επίρρ.: ασύδοτα
7386ΑΣΥΕ(η): Ανωτάτη Στρατιωτική Υγειονομική Επιτροπή.
7387ασύζευκτος, η, ο [ἀσύζευκτος] α-σύ-ζευ-κτος επίθ. (σπάν.-επιστ.): που δεν ενώνεται ή συνδέεται με κάτι: ~α: ηλεκτρόνια. Πβ. αζευγάρωτος. Βλ. ζεύγμα. [< μτγν. ἀσύζευκτος]
7388ασυζητητί[ἀσυζητητί] α-συ-ζη-τη-τί επίρρ. (λόγ.): αναμφίβολα, ανενδοίαστα· χωρίς συζήτηση: Διαφωνώ ~. Για διακοπές προτείνω ~ το νησί ... Είναι ~ (= αναντίρρητα) η καλύτερη επιλογή.|| (σπανιότ.) Αίτημα/πρόταση που απορρίφθηκε ~. [< γαλλ. indiscutablement]
7389ασυζήτητος, η, ο [ἀσυζήτητος] α-συ-ζή-τη-τος επίθ.: που δεν έχει συζητηθεί: Το θέμα δεν πρόκειται να μείνει ~ο. ● επίρρ.: ασυζήτητα: ασυζητητί. [< μεσν. ασυζήτητος]
7390ασύλητος, η, ο [ἀσύλητος] α-σύ-λη-τος επίθ.: (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) που δεν έχει συληθεί, λεηλατηθεί: ~ο: ιερό. Βρέθηκε ~ τάφος. ΑΝΤ. συλημένος [< αρχ. ἀσύλητος ‘ανέπαφος, απαραβίαστος’]
7391ασυλία[ἀσυλία] α-συ-λί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. προνόμιο που ισχύει για συγκεκριμένα αξιώματα ή περιστάσεις, κατά τις οποίες τα εμπλεκόμενα πρόσωπα δεν υφίστανται διώξεις: άτυπη/γενική/δικαστική/νομική/ποινική/πολιτική ~. Καθεστώς ~ας. Απολαμβάνει/εξασφάλισε ~. Καλύπτεται από ~.|| (κατ' επέκτ.) Έχει ~ από τα ΜΜΕ (: είναι στο απυρόβλητο). ● ΣΥΜΠΛ.: βουλευτική/κοινοβουλευτική ασυλία: (για βουλευτή, με εξαίρεση το αυτόφωρο κακούργημα) που δεν διώκεται ποινικά, δεν συλλαμβάνεται, δεν φυλακίζεται ούτε περιορίζεται με άλλο τρόπο, χωρίς τη συγκατάθεση της ολομέλειας της Βουλής, όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος: άρση της ~ής ~ας. Πβ. ακαταδίωκτο., διπλωματική ασυλία: προνομιακό καθεστώς για τους διπλωμάτες (τις οικογένειές τους και το προσωπικό της πρεσβείας), σύμφωνα με το οποίο δεν υπάγονται στην έννομη τάξη του κράτους, όπου είναι διαπιστευμένοι. [< αρχ. ἀσυλία, γαλλ. immunité]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.