Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8260-8280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7376ασυγκράτητος[ἀσυγκράτητος] α-συ-γκρά-τη-τος επίθ.: που δεν μπορεί να συγκρατηθεί: ~ος: ενθουσιασμός. ~η: έλξη/επιθυμία/μανία/οργή/ορμή/περιέργεια. ~ο: γέλιο/κλάμα/πάθος (πβ. αχαλίνωτο, παράφορο).|| (για πρόσ.) Παρορμητικός και ~. Προελαύνουν ~οι (= ακάθεκτοι). Πβ. ακατάσχετος, ακράτητος, ασταμάτητος. ΑΝΤ. συγκρατημένος ● επίρρ.: ασυγκράτητα [< γαλλ. irrépressible]
7377ασύγκριτος, η, ο [ἀσύγκριτος] α-σύ-γκρι-τος επίθ. 1. που είναι ανώτερος σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη συγκρίνεται με κανέναν ή τίποτε άλλο: ~η: αίσθηση/άνεση/αντοχή/γεύση/ευκολία/θέα/ομορφιά. ~ες: επιδόσεις. ~α: πλεονεκτήματα. Προϊόν ~ο σε ποιότητα. ΣΥΝ. ανεπανάληπτος (1), ανυπέρβλητος (2), αξεπέραστος (1), απαράμιλλος, ασυναγώνιστος, άφθαστος & άφταστος (1) 2. (σπάν.) που δεν μπορεί να συγκριθεί με κάποιον ή κάτι λόγω διαφορετικότητας: ~α: μεγέθη/πλεονεκτήματα. Μη συγκρίνεις πράγματα ~α. ΑΝΤ. συγκρίσιμος ● επίρρ.: ασύγκριτα & (λόγ.) ασυγκρίτως [< μτγν. ἀσύγκριτος]
7378ασυγκρότητος, η, ο [ἀσυγκρότητος] α-συ-γκρό-τη-τος επίθ. 1. που παρουσιάζει έλλειψη οργάνωσης ή δομής: απόψεις σκόρπιες και ~ες.|| (για πρόσ.) Παντελώς ~, με νηπιακή σκέψη. Πβ. ακατάρτιστος, ανοργάνωτος. ΑΝΤ. συγκροτημένος 2. (σπάν.) (για όργανο, επιτροπή) που δεν έχει συγκροτηθεί. ● επίρρ.: ασυγκρότητα [< μτγν. ἀσυγκρότητος ‘μη σφυρηλατημένος μαζί, μη συμπαγής’]
7379ασυγύριστος, η, ο [ἀσυγύριστος] α-συ-γύ-ρι-στος επίθ. 1. που δεν έχει τακτοποιηθεί: (εμφατ.) Δεν άφησε ούτε μια γωνίτσα ~η. Πβ. ακατάστατος, ανοικοκύρευτος, α(συμ)μάζευτος, ατακτοποίητος. 2. (για πρόσ.) που δεν του αρέσει να συγυρίζει.
7380ασυγχρονισμός[ἀσυγχρονισμός] α-συγ-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): έλλειψη συγχρονισμού: (ΙΑΤΡ.) ~ της καρδιάς (: στην καρδιακή ανεπάρκεια). [< γαλλ. asynchronisme, αγγλ. asynchronism]
7381ασυγχρόνιστος, η, ο [ἀσυγχρόνιστος] α-συγ-χρό-νι-στος επίθ.: που δεν έχει συγχρονιστεί (με κάτι άλλο): ~ο: κιβώτιο (ταχυτήτων). ~οι: υπότιτλοι. ~ες: κινήσεις. Κάμερες ~ες μεταξύ τους. ΑΝΤ. συγχρονισμένος ● επίρρ.: ασυγχρόνιστα: Χόρευαν ~.
7382ασύγχρονος, η, ο [ἀσύγχρονος] α-σύγ-χρο-νος επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. για κυκλώματα ή συσκευές που λειτουργούν με εναλλασσόμενη τάση και η συχνότητα της λειτουργίας τους δεν είναι ανάλογη της συχνότητας της τάσης: ~η: γεννήτρια. ~οι: μετρητές. ~ες: μηχανές. Τριφασικός ~ κινητήρας. 2. ασυγχρόνιστος: ~η: ανάπτυξη. ~οι: υπότιτλοι. Βλ. -χρονος. ● επίρρ.: ασύγχρονα ● ΣΥΜΠΛ.: ασύγχρονη επικοινωνία: ΔΙΑΔΙΚΤ. έμμεση επικοινωνία στην οποία οι συνομιλητές δεν είναι κατ' ανάγκην ταυτόχρονα συνδεδεμένοι στο διαδίκτυο: διαπροσωπική/μαζική/τοπική ~ ~. ~ ~ μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. ΑΝΤ. σύγχρονη επικοινωνία [< αγγλ. asynchronous communication] , ασύγχρονη λειτουργία: ΠΛΗΡΟΦ. τρόπος λειτουργίας κατά τον οποίον μια εργασία αρχίζει, αφού έχει ολοκληρωθεί μια προγενέστερη: ~ ~ πελάτη και σέρβερ. [< αγγλ. asynchronous mode/operation] , ασύγχρονη μετάδοση: ΠΛΗΡΟΦ. για δεδομένα που στέλνονται μόνο αφού έχουν γίνει διαθέσιμα. [< αγγλ. asynchronous transmission] , ασύγχρονη τηλεκπαίδευση βλ. τηλεκπαίδευση [< γαλλ. asynchrone, 1905, αγγλ. asynchronous]
7383ασυγχώρητος, η, ο [ἀσυγχώρητος] α-συγ-χώ-ρη-τος επίθ. & (λαϊκό) ασυ(γ)χώρετος 1. αδικαιολόγητος: ~η: αδιαφορία/αμέλεια/επιπολαιότητα/παράλειψη. ~ο: έγκλημα/σφάλμα. Θα ήταν ~ο να κάνω το ίδιο λάθος. Πβ. ανεπίτρεπτος, ασύγγνωστος.|| (για πρόσ.) Ξέχασα τα γενέθλιά σου, είμαι ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (για πρόσ. ή πράξη) που δεν έχει συγχωρηθεί: ~ο: αμάρτημα. ● επίρρ.: ασυγχώρητα [< μτγν. ἀσυγχώρητος]
7384ασυδοσία[ἀσυδοσία] α-συ-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία μέτρου, ελέγχου, φραγμών από κάποια δραστηριότητα: ~ και αισχροκέρδεια/αυθαιρεσία/χάος. Αδιαφάνεια και ~. Κρούσματα/όργιο/συνθήκες ~ας. Φαινόμενα διαφθοράς και ~ας. Πβ. αναρχία, κραιπάλη.|| (συνεκδ.) Βανδαλισμοί, ξυλοδαρμοί και ~ες (: οι αντίστοιχες πράξεις).
7385ασύδοτος, η, ο [ἀσύδοτος] α-σύ-δο-τος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από (ή δείχνει) ασυδοσία: ~η: εκμετάλλευση/κερδοσκοπία. ~ κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Καταχρηστική και ~η συμπεριφορά. Πβ. αδίστακτος, άκρατος, ανεξέλεγκτος. ● επίρρ.: ασύδοτα
7386ΑΣΥΕ(η): Ανωτάτη Στρατιωτική Υγειονομική Επιτροπή.
7387ασύζευκτος, η, ο [ἀσύζευκτος] α-σύ-ζευ-κτος επίθ. (σπάν.-επιστ.): που δεν ενώνεται ή συνδέεται με κάτι: ~α: ηλεκτρόνια. Πβ. αζευγάρωτος. Βλ. ζεύγμα. [< μτγν. ἀσύζευκτος]
7388ασυζητητί[ἀσυζητητί] α-συ-ζη-τη-τί επίρρ. (λόγ.): αναμφίβολα, ανενδοίαστα· χωρίς συζήτηση: Διαφωνώ ~. Για διακοπές προτείνω ~ το νησί ... Είναι ~ (= αναντίρρητα) η καλύτερη επιλογή.|| (σπανιότ.) Αίτημα/πρόταση που απορρίφθηκε ~. [< γαλλ. indiscutablement]
7389ασυζήτητος, η, ο [ἀσυζήτητος] α-συ-ζή-τη-τος επίθ.: που δεν έχει συζητηθεί: Το θέμα δεν πρόκειται να μείνει ~ο. ● επίρρ.: ασυζήτητα: ασυζητητί. [< μεσν. ασυζήτητος]
7390ασύλητος, η, ο [ἀσύλητος] α-σύ-λη-τος επίθ.: (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) που δεν έχει συληθεί, λεηλατηθεί: ~ο: ιερό. Βρέθηκε ~ τάφος. ΑΝΤ. συλημένος [< αρχ. ἀσύλητος ‘ανέπαφος, απαραβίαστος’]
7391ασυλία[ἀσυλία] α-συ-λί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. προνόμιο που ισχύει για συγκεκριμένα αξιώματα ή περιστάσεις, κατά τις οποίες τα εμπλεκόμενα πρόσωπα δεν υφίστανται διώξεις: άτυπη/γενική/δικαστική/νομική/ποινική/πολιτική ~. Καθεστώς ~ας. Απολαμβάνει/εξασφάλισε ~. Καλύπτεται από ~.|| (κατ' επέκτ.) Έχει ~ από τα ΜΜΕ (: είναι στο απυρόβλητο). ● ΣΥΜΠΛ.: βουλευτική/κοινοβουλευτική ασυλία: (για βουλευτή, με εξαίρεση το αυτόφωρο κακούργημα) που δεν διώκεται ποινικά, δεν συλλαμβάνεται, δεν φυλακίζεται ούτε περιορίζεται με άλλο τρόπο, χωρίς τη συγκατάθεση της ολομέλειας της Βουλής, όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος: άρση της ~ής ~ας. Πβ. ακαταδίωκτο., διπλωματική ασυλία: προνομιακό καθεστώς για τους διπλωμάτες (τις οικογένειές τους και το προσωπικό της πρεσβείας), σύμφωνα με το οποίο δεν υπάγονται στην έννομη τάξη του κράτους, όπου είναι διαπιστευμένοι. [< αρχ. ἀσυλία, γαλλ. immunité]
7392ασύλληπτος, η, ο [ἀσύλληπτος] α-σύλ-λη-πτος επίθ. 1. (μτφ.-επιτατ.) που είναι τόσο μεγάλος, έντονος, ώστε δεν μπορεί να κατανοηθεί, να γίνει αντιληπτός· που ξεπερνά κάθε προηγούμενο: ~ος: αριθμός/όγκος (πληροφοριών)/πλούτος (γνώσεων)/πόνος. ~η: καταστροφή/ομορφιά/ταχύτητα. ~ες: δυνατότητες. ~α: ποσά/ύψη (= αστρονομικά). Επιτυχία ~η για τον νου. Η σύγκρουση έχει λάβει ~ες διαστάσεις. Πβ. αδιανόητος, απίστευτος, αφάνταστος, υπερβολικός.|| (ως ουσ.) Το ~ο του απείρου. 2. που δεν έχει συλληφθεί από την αστυνομία: ~η: συμμορία. Ο κακοποιός παραμένει ~. Πβ. άπιαστος. [< 1: γαλλ. inconcevable 2: πβ. μτγν. ἀσύλληπτος ‘στείρος, αυτός που εμποδίζει την εγκυμοσύνη’]
7393ασυλλόγιστος[ἀσυλλόγιστος] α-συλ-λό-γι-στος επίθ.: που δείχνει έλλειψη σύνεσης, φρόνησης· απερίσκεπτος, επιπόλαιος: ~η: κατανάλωση αλκοόλ/σπατάλη χρημάτων/χρήση φαρμάκων. ~ες: δαπάνες.|| (σπάν. για πρόσ.) ~οι: οδηγοί/πεζοί. Πβ. άκριτος, αλόγιστος, αστόχαστος. ● επίρρ.: ασυλλόγιστα [< αρχ. ἀσυλλόγιστος]
7394άσυλο[ἄσυλο] ά-συ-λο ουσ. (ουδ.) {ασύλ-ου} 1. ασφάλεια, προστασία από επικείμενο κίνδυνο που παρέχεται σε χώρο απαραβίαστο, ιερό: διπλωματικό ~. Ο θεσμός του ~ου. Άρση/διαδικασία ~ου. Βρίσκω/δίνω/ζητώ/παρέχω/προσφέρω/χορηγώ ~. Επικαλούμαι/καταλύω/καταργώ/παραβιάζω το ~. Το δικαίωμα του ~ου. Βλ. ασυλία. 2. φιλανθρωπικό ή και νοσηλευτικό ίδρυμα για άτομα που δεν μπορούν να αυτοσυντηρηθούν ή γενικότ. να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους: ψυχιατρικό ~. ~ για γέροντες (= γηροκομείο)/παιδιά.|| ~ αστέγων/ζώων. Βλ. αποκούμπι, καταφύγιο, λιμάνι. ● ΣΥΜΠΛ.: οικογενειακό άσυλο/άσυλο κατοικίας: ΝΟΜ. ο συνταγµατικά προστατευόµενος ιδιωτικά φυσικός χώρος του ανθρώπου, στον οποίο απαγορεύεται κάθε παρέµβαση, είσοδος ή παραμονή χωρίς την άδεια ή παρά τη θέληση του ενοίκου, με εξαίρεση περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος και στις οποίες είναι απαραίτητη η παρουσία εισαγγελικής Αρχής· το απαραβίαστο της οικίας κάποιου: παραβίαση ~ού ~ου. Το ~ ~ και η προστασία της ιδιωτικής ζωής/τα ατομικά δικαιώματα., πανεπιστημιακό άσυλο & ακαδημαϊκό άσυλο: ΝΟΜ. απαγόρευση εισόδου αστυνομικών Αρχών και κρατικών οργάνων στους χώρους του πανεπιστημίου χωρίς έγκριση της Συγκλήτου: κατάργηση του ~ού ~ου (2011). Βλ. ακαδημαϊκή ελευθερία., πολιτικό άσυλο: ΝΟΜ. επίσημη κρατική προστασία σε αλλοδαπό, που διώκεται λόγω πολιτικών φρονημάτων ή γενικότ. αδυνατεί να ζήσει στη χώρα του, λόγω της πολιτικής κατάστασης που επικρατεί σ' αυτή: αίτηση ~ού ~ου. Πήρε ~ ~. [< γαλλ. asile politique , αγγλ. political asylum] , αιτητής ασύλου βλ. αιτητής, Άσυλο Ανιάτων βλ. ανίατος [< 1: αρχ. ἄσυλον, γαλλ. asile, αγγλ. asylum]
7395ασυλοποίηση[ἀσυλοποίηση] α-συ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ιδρυματοποίηση. ΑΝΤ. αποασυλοποίηση

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.