| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7397 | ασυμβατότητα | [ἀσυμβατότητα] α-συμ-βα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. απουσία συμβατότητας, αδυναμία συνύπαρξης: ~ μεταξύ δημοκρατίας και τρομοκρατίας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ μεταξύ φαρμάκων. ~ χημικών αντιδραστηρίων. Βλ. αναντιστοιχία, ασυμφωνία. 2. ΠΛΗΡΟΦ. αδυναμία συνεργασίας μεταξύ ηλεκτρονικών συστημάτων ή συσκευών: ~ μεταξύ εφαρμογών/προγραμμάτων. ~ κινητού τηλεφώνου και κάρτας. ~ λογισμικού. ΑΝΤ. συμβατότητα. [< αγγλ. incompatibility] | |
| 7398 | ασυμβίβαστος | , η, ο [ἀσυμβίβαστος] α-συμ-βί-βα-στος επίθ. 1. που δεν συμβιβάζεται: ~ος: επαναστάτης/χαρακτήρας. ~η: στάση. ~ο: πνεύμα/φρόνημα (πβ. άκαμπτο). ~ σε θέματα διαφάνειας/ηθικής. Πιστός στις αρχές του και ~. Όροι ~οι και αδιαπραγμάτευτοι. Πβ. αδιάλλακτος, ανένδοτος, αντικομφορμιστής, ανυποχώρητος, απαρέγκλιτος. ΑΝΤ. συμβιβασμένος. Βλ. ανυπότακτος. 2. που δεν ταιριάζει, δεν συμβαδίζει με κάτι άλλο: ~ες: διαφορές (= αγεφύρωτες)/έννοιες.|| Διαγωγή ~η προς το λειτούργημα του ιατρού.|| (ΜΑΘ.) ~α: γεγονότα (: που αλληλοαποκλείονται). Πβ. αταίριαστος. ΑΝΤ. ταιριαστός (1) ● Ουσ.: ασυμβίβαστο (το): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. απαγόρευση συνύπαρξης δύο ή περισσότερων ιδιοτήτων στο ίδιο πρόσωπο (συνήθ. κρατικό αξιωματούχο): βουλευτικό/νομικό/συνταγματικό ~. Απόλυτο/μερικό ~. Άρση/θέσπιση του ~ου. Η αρχή του ~ου. ● επίρρ.: ασυμβίβαστα ● ΦΡ.: προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα & συμβιβάζει τα ασυμβίβαστα: επιχειρεί να συνδυάσει πράγματα ή στοιχεία που δεν ταιριάζουν μεταξύ τους. [< μτγν. ἀσυμβίβαστος, γαλλ. incompatible] | |
| 7399 | ασυμμάζευτος | , η, ο [ἀσυμμάζευτος] α-συμ-μά-ζευ-τος επίθ. 1. ασυγύριστος. Πβ. ακατάστατος, αμάζευτος, ανοικοκύρευτος, ατακτοποίητος. ΑΝΤ. συμμαζεμένος 2. (μτφ., για πρόσ.) που δεν μπορεί να συμμαζευτεί, δεν περιορίζεται. Πβ. αδιόρθωτος, ασυμμόρφωτος. ● ΦΡ.: μαζεύω/συμμαζεύω τα αμάζευτα/τα ασυμμάζευτα βλ. μαζεύω | |
| 7400 | ασυμμετρία | [ἀσυμμετρία] α-συμ-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): απουσία συμμετρίας: ~ κατανομής (του πληθυσμού). Βλ. ανισοκατανομή.|| (ΦΥΣ.) ~ ύλης και αντιύλης.|| (ΧΗΜ.) Μοριακή ~.|| (ΙΑΤΡ.) Λειτουργική ~ (των άνω ή κάτω άκρων). ~ μαστών/προσώπου.|| Άμβλυνση κοινωνικών ~ών (= ανισοτήτων).|| (ΜΑΘ.) Συντελεστής ~ας.|| (μτφ.) ~ μεταξύ οικονομικών και κοινωνικών στόχων. Πβ. δυσαναλογία. [< αρχ. ἀσυμμετρία, γαλλ. asymétrie, αγγλ. asymmetry] | |
| 7401 | ασύμμετρος | , η, ο [ἀσύμμετρος] α-σύμ-με-τρος επίθ. & ασυμμετρικός, ή, ό (λόγ.) 1. που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συμμετρίας, αρμονίας, αναλογίας· ακανόνιστος: ~ος: σχεδιασμός (ελαστικού). ~ο: κούρεμα. ~ες: απώλειες/επιπτώσεις. ~α: σχέδια/σχήματα/χαρακτηριστικά.|| (ΜΟΥΣ.) ~οι: ρυθμοί.|| (ΧΗΜ.) ~ο άτομο άνθρακα.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~η: μεταφορά δεδομένων. ΑΝΤ. συμμετρικός 2. (μτφ.) δυσανάλογος, άνισος: ~η: ανάπτυξη/(ΟΙΚΟΝ.) πληροφόρηση. ~η σχέση λειτουργικών και επενδυτικών δαπανών. Με ~ους όρους.|| (ειδικότ.) ~ος: πόλεμος (βλ. ~η απειλή).|| (κατ' επέκτ.) ~ες: συγκρούσεις. ~α (πολεμικά) αντίποινα. ΑΝΤ. σύμμετρος (1) ● επίρρ.: ασύμμετρα ● ΣΥΜΠΛ.: Ασύμμετρη Ψηφιακή Συνδρομητική Γραμμή: ΠΛΗΡΟΦ. έι ντι ες ελ., ασύμμετρη απειλή βλ. απειλή, ασύμμετρη κρυπτογραφία βλ. κρυπτογραφία, ασύμμετροι ζυγοί βλ. ζυγός [< αρχ. ἀσύμμετρος, γαλλ. asymétrique, αγγλ. asymmetric(al)] | |
| 7402 | ασυμμόρφωτος | , η, ο [ἀσυμμόρφωτος] α-συμ-μόρ-φω-τος επίθ.: που δεν έχει συμμορφωθεί, προσαρμοστεί: (αρνητ. συνυποδ.) ~ος: οδηγός. Πβ. αδιόρθωτος, ασυμμάζευτος.|| Δάνειες λέξεις ~ες (ενν. με το σύστημα μιας άλλης γλώσσας) και άκλιτες. | |
| 7403 | ασυμπίεστος | , η, ο [ἀσυμπίεστος] α-συ-μπί-ε-στος επίθ. 1. που δεν έχει ή δεν είναι δυνατόν να συμπιεστεί: ~ος: αέρας. ~ο: ρευστό. 2. ΠΛΗΡΟΦ. (για δεδομένα) που δεν έχουν υποστεί συμπίεση: ~η: εικόνα. ~ο: αρχείο/βίντεο. [< γαλλ. incompressible] | |
| 7404 | ασυμπλήρωτος | , η, ο [ἀσυμπλήρωτος] α-συ-μπλή-ρω-τος επίθ. 1. που δεν έχει συμπληρωθεί: ~ο: κενό/πιστοποιητικό. 2. ανολοκλήρωτος, ημιτελής: Πρόταση που έμεινε ~η. Πβ. ατέλειωτος. [< μτγν. ἀσυμπλήρωτος] | |
| 7405 | ασυμπτωματικός | , ή, ό [ἀσυμπτωματικός] α-συ-μπτω-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για ασθένεια ή για ασθενή) που δεν εμφανίζει κλινικά συμπτώματα: ~ή: μόλυνση/νόσος (= σιωπηλή, υποκλινική). ~οί φορείς ιών. ΑΝΤ. συμπτωματικός (2) ● επίρρ.: ασυμπτωματικά [< αγγλ. asymptomatic, γαλλ. asymptomatique, περ. 1950] | |
| 7406 | ασύμπτωτος | , η, ο [ἀσύμπτωτος] α-σύ-μπτω-τος επίθ. (επιστ.): που δεν συμπίπτει, δεν συμφωνεί με κάτι άλλο: ~η: πορεία. Κατάσταση ~η με την πραγματικότητα.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο δύο εννοιών. ● ΣΥΜΠΛ.: ασύμπτωτη (ευθεία) & (λόγ.) ασύμπτωτος (ευθεία): ΓΕΩΜ. της οποίας η απόσταση από μια δεδομένη καμπύλη τείνει στο μηδέν, χωρίς ποτέ να γίνεται ίση με αυτό. [< μτγν. ἀσύμπτωτος, γαλλ.-αγγλ. asymptote] | |
| 7407 | ασυμφιλίωτος | , η, ο [ἀσυμφιλίωτος] α-συμ-φι-λί-ω-τος επίθ.: που δεν συμφιλιώνεται: ~οι: αντίπαλοι/εχθροί. ~ με τον θάνατο.|| (κατ' επέκτ.) ~η: αντιπαράθεση. Έννοιες αντιφατικές και ~ες. | |
| 7408 | ασύμφορος | , η, ο [ἀσύμφορος] α-σύμ-φο-ρος επίθ. (λόγ.): που δεν συμφέρει, συνήθ. οικονομικά: ~η: αγορά/επένδυση/τιμή. Πολυέξοδη και ~η διαδικασία. Κόστος δυσβάσταχτο και ~ο. Είναι ~ο να ... Πβ. αλυσιτελής, ανώφελος, επιζήμιος. Βλ. επωφελής. ΑΝΤ. συμφέρων, σύμφορος [< αρχ. ἀσύμφορος] | |
| 7409 | ασυμφωνία | [ἀσυμφωνία] α-συμ-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη, απουσία συμφωνίας: πλήρης/πολιτική ~. ~ απόψεων. ~ ανάμεσα στο πραγματικό και το ιδανικό (πβ. αναντιστοιχία)/λόγων και έργων/μεταξύ κυβέρνησης και συνδικάτων/ως προς .... Άρση της ~ας. Πβ. διάσταση, διαφορά, διαφωνία, δυσαρμονία ● ΣΥΜΠΛ.: ασυμφωνία χαρακτήρων: διαφορετικότητα, ασυμβατότητα χαρακτήρων: Αίτηση διαζυγίου λόγω ~ας ~.,.|| (ΨΥΧΟΛ.) γνωστική ασυμφωνία & (σπανιότ.) γνωστική δυσαρμονία: το στρες που βιώνει το άτομο όταν οι υπάρχουσες αξίες και πεποιθήσεις ανατρέπονται με βάση νέα δεδομένα και πρέπει να αλλάξει συμπεριφορά. [< αμερικ. cognitive dissonance, 1957] [< αρχ. ἀσυμφωνία, γαλλ. désaccord] | |
| 7410 | ασύμφωνος | , η, ο [ἀσύμφωνος] α-σύμ-φω-νος επίθ. (λόγ.): που δεν συμφωνεί με κάποιον ή με κάτι: Η άποψή του με βρίσκει ~ο (= αντίθετο). Προσφορά ~η με/προς τους όρους της διακήρυξης (πβ. ασυνεπής). Πβ. αταίριαστος. ΑΝΤ. σύμφωνος (1) [< αρχ. ἀσύμφωνος] | |
| 7411 | ασυναγώνιστος | , η, ο [ἀσυναγώνιστος] α-συ-να-γώ-νι-στος επίθ.: ασύγκριτος, ανυπέρβλητος: ~η: απόδοση/ομάδα/ομορφιά/προσφορά. ~ο: προϊόν. ~ες: επιδόσεις (: πολύ υψηλές)/τιμές (: πολύ χαμηλές). Είμαστε ~οι σε ποιότητα (: από διαφήμιση). Πβ. άπαιχτος, αχτύπητος. ΣΥΝ. αξεπέραστος (1), απαράμιλλος, άφθαστος & άφταστος (1) ● επίρρ.: ασυναγώνιστα | |
| 7412 | ασυναίρετος | , η, ο [ἀσυναίρετος] α-συ-ναί-ρε-τος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που δεν έχει υποστεί, πάθει συναίρεση: ~ τύπος ρήματος (π.χ. αγαπάω αντί αγαπώ). ΑΝΤ. συνηρημένος [< μεσν. ασυναίρετος] | |
| 7413 | ασυναίσθητος | [ἀσυναίσθητος] α-συ-ναί-σθη-τος επίθ.: που γίνεται ή σπανιότ. υπάρχει χωρίς συναίσθηση, μη συνειδητά: ~η: ανάγκη/αντίδραση/κίνηση (= αυτόματη). Πβ. ανεπίγνωστος, ασυνείδητος. Βλ. ενστικτώδης. ● επίρρ.: ασυναίσθητα [< μτγν. ἀσυναίσθητος] | |
| 7414 | ασυναρμολόγητος | , η, ο [ἀσυναρμολόγητος] α-συ-ναρ-μο-λό-γη-τος επίθ.: που δεν έχει συναρμολογηθεί: Σετ γραφείου που αποστέλλεται συσκευασμένο και ~ο. ΑΝΤ. συναρμολογημένος | |
| 7415 | ασυναρτησία | [ἀσυναρτησία] α-συ-ναρ-τη-σί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. απουσία λογικής συνοχής· λόγος χωρίς ειρμό: ~ σκέψης και έκφρασης. Σύγχυση και ~.|| (συνεκδ.) Μη λες ~ες και πράγματα που δεν στέκουν. Πβ. άλλα αντ' άλλων, ανοησία, αρλούμπα. 2. (κατ' επέκτ.) ανακολουθία, παραλογισμός: πολιτική ~. [< μτγν. ἀσυναρτησία] | |
| 7416 | ασυνάρτητος | [ἀσυνάρτητος] α-συ-νάρ-τη-τος επίθ.: που έχει ή δείχνει έλλειψη λογικής συνοχής ή ειρμού: ~η: συμπεριφορά/φλυαρία. ~ο: κείμενο. ~ες: σκέψεις. ~α: λόγια. Άρθρο με ~ο περιεχόμενο.|| ~οι: ήχοι.|| (ως ουσ.-προφ.) Τι είναι αυτά τα ~α (= οι ασυναρτησίες) που λες; Πβ. ακαταλαβίστικος, ακατανόητος, αλλοπρόσαλλος. ● επίρρ.: ασυνάρτητα [< μτγν. ἀσυνάρτητος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ