| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49382 | ασύνδετο | [σχῆμα] σχή-μα ουσ. (ουδ.) {σχήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. εξωτερική μορφή, περίγραμμα αντικειμένου και γενικότ. σχέδιο, η παράστασή του: ακαθόριστο/ακανόνιστο/ασύμμετρο/ελικοειδές/κανονικό/στρογγυλό/συμμετρικό/σφαιρικό ~. ~ αβγού (= ωοειδές ~). Διαφορετικά/ίδια/όμοια ~ατα. Αποκτώ/δίνω/παίρνω ~.|| Ζωγραφίζω/σχεδιάζω ένα ~. ~ατα στον τοίχο/στην άμμο. Κόσμημα σε ~ καρδιάς. Καναπές με ~ πι.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~ τσέπης. Βιβλίο μεγάλου/μέτριου/μικρού ~ατος. Σελίδα ~ατος Α3/Α4/Α5.|| (ΜΟΥΣ.) Ρυθμικό ~ όγδοο με δύο δέκατα έκτα. 2. ΓΕΩΜ. κάθε σύνολο σημείων, επιφανειών στον χώρο· ειδικότ. κάθε στερεό σώμα που εξετάζεται ως προς την εξωτερική του μορφή: γραμμικό/επίπεδο ~. Γεωμετρικά ~ατα (: κύκλος, ορθογώνιο, τετράγωνο, τραπέζιο, τρίγωνο). 3. (μτφ.) σύνολο προσώπων με καθορισμένη αρμοδιότητα που συνεργάζονται για συγκεκριμένο σκοπό: διοικητικό/εταιρικό/ευέλικτο/θεατρικό/οργανωτικό/πολιτικό ~. (ΑΘΛ.) Η ομάδα κατέβηκε με αμυντικό/επιθετικό ~. Το νέο ~ της εκτελεστικής επιτροπής.|| (συχνά για μουσικό συγκρότημα) Λαϊκό/μοντέρνο/μουσικό/νεανικό/παραδοσιακό/ρεμπέτικο/ροκ ~.|| (ΠΟΛΙΤ.) Αριστερό/δεξιό/φοιτητικό ~. 4. ενιαίο, οργανωμένο και ολοκληρωμένο σύνολο γνώσεων, ιδεών και αρχών: θεωρητικό/ιδεολογικό/φιλοσοφικό ~. ΣΥΝ. σύστημα (10) 5. ΕΚΚΛΗΣ. η αμφίεση ή κυρ. η ιδιότητα του μοναχού ή του κληρικού: Περιβλήθηκε το μοναχικό ~. ΣΥΝ. άμφια.|| Φέρει το ιερατικό ~. Πβ. ράσο. ● Υποκ.: σχηματάκι (το): μόνο στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: (σχήμα) πρωθύστερο: ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο αναφέρεται πρώτα εκείνο που θα έπρεπε να ακολουθεί μετά: π.χ. Η ανατροφή και η γέννηση του Ηρακλή., κυβερνητικό σχήμα: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ο πρωθυπουργός και το εκάστοτε υπουργικό συμβούλιο: η δομή/τα μέλη/η ορκωμοσία/η σύνθεση του ~ού ~ατος. Υπουργοί εκτός ~ού ~ατος. [< γαλλ. formation gouvernementale] , σχήμα (λόγου): ΦΙΛΟΛ. τυποποιημένη φράση που χρησιμοποιείται μεταφορικά και έχει καθιερωθεί κυρ. για λόγους έμφασης ή αισθητικής. Βλ. έλξη, κύκλος, ομοιοτέλευτο, σύμφυρση, υπαλλαγή, υπερβατό, χιαστό., (σχήμα) ασύνδετο βλ. ασύνδετος, (σχήμα) πολυσύνδετο βλ. πολυσύνδετος, αγγελικό σχήμα βλ. αγγελικός, ανακόλουθο (σχήμα) βλ. ανακόλουθος, οξύμωρο σχήμα/σχήμα οξύμωρο βλ. οξύμωρος, σχήμα εκ παραλλήλου βλ. παράλληλος, σχήμα εξ αναλόγου βλ. ανάλογος, σχήμα κατά το νοούμενο βλ. νοούμενο, σχήμα λιτότητας βλ. λιτότητα, σχήμα υποφοράς και ανθυποφοράς βλ. ανθυποφορά, υπερβατό σχήμα βλ. υπερβατός, χορευτικό σχήμα βλ. χορευτικός ● ΦΡ.: δεν είναι σχήμα λόγου βλ. λόγος [< αρχ. σχῆμα, γαλλ. schéma, αγγλ. schema 3,4: γαλλ. forme 5: μεσν. ~] | |
| 7417 | ασύνδετος | , η, ο [ἀσύνδετος] α-σύν-δε-τος επίθ. 1. που δεν έχει σχέση, σύνδεση με κάτι ή κάποιον άλλο: ~ες: εικόνες. Θέμα ~ο με την όλη ιστορία. Γνώσεις διάσπαρτες και ~ες μεταξύ τους.|| (ΑΘΛ.) ~η ομάδα, με λάθη στις μεταβιβάσεις. Πβ. αποκομμένος, ασυσχέτιστος, άσχετος. 2. που παρουσιάζει έλλειψη λογικής συνοχής, ειρμού, οργάνωσης: ~ος: λόγος. ~ες: σκέψεις. Πβ. ασυνάρτητος. 3. (σπανιότ.-κυριολ.) που δεν έχει συνδεθεί με κάτι (λ.χ. για συσκευή που δεν τροφοδοτείται με ηλεκτρικό ρεύμα). ● επίρρ.: ασύνδετα & (σπάν.-λόγ.) ασυνδέτως ● ΣΥΜΠΛ.: (σχήμα) ασύνδετο: ΦΙΛΟΛ. παράθεση όρων με όμοια συντακτική λειτουργία χωρίς παρεμβολή συνδετικών στοιχείων: π.χ.: "Αγόρασα μήλα, πορτοκάλια, πατάτες" (: χωρίς τον σύνδ. και).|| (κατ' επέκτ.) Ασύνδετες προτάσεις. [< αρχ. ἀσύνδετος] | |
| 7418 | ασυνδύαστος | , η, ο [ἀσυνδύαστος] α-συν-δύ-α-στος επίθ.: που δεν συνδυάζεται ή δεν είναι δυνατό να συνδυαστεί με κάτι άλλο: ρούχα ~α μεταξύ τους. Πβ. αταίριαστος, παράταιρος. [< μτγν. ἀσυνδύαστος] | |
| 7419 | ασυνειδησία | [ἀσυνειδησία] α-συ-νει-δη-σί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη υπευθυνότητας, αίσθησης του καθήκοντος ή του ηθικά ορθού: επαγγελματική/κοινωνική/οικολογική ~. Ρύπανση και περιβαλλοντική ~. Πβ. ανευθυνότητα. ΑΝΤ. ευσυνειδησία [< μεσν. ασυνειδησία] | |
| 7420 | ασυνείδητο | [ἀσυνείδητο] α-συ-νεί-δη-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ήτου}: ΨΥΧΑΝ. υποθετικός χώρος μη συνειδητών ψυχικών διεργασιών, κυρ. απωθημένων εμπειριών, επιθυμιών και συναισθημάτων, που μπορούν να επηρεάσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά: ατομικό/προσωπικό ~. Εκδηλώσεις του ~ου (βλ. όνειρο). Οι τραυματικές εμπειρίες απωθούνται στο ~. Βλ. συνειδητό, υποσυνείδητο. ● ΣΥΜΠΛ.: συλλογικό ασυνείδητο: το γενετικά προκαθορισμένο τμήμα του ασυνειδήτου που περιλαμβάνει υπερατομικές (παν)ανθρώπινες εμπειρίες και είναι κοινό σε όλα τα μέλη μιας φυλής ή ενός λαού ή της ανθρωπότητας: Τα ένστικτα και τα αρχέτυπα διαμορφώνουν το ~ ~. [< γερμ. das kollektive Unbewusste] [< γερμ. Unbewusste] | |
| 7421 | ασυνείδητος | , η, ο [ἀσυνείδητος] α-συ-νεί-δη-τος επίθ. 1. (αρνητ. συνυποδ.-μειωτ.) που χαρακτηρίζεται από ασυνειδησία: ~ οδηγός τραυμάτισε πεζό και τον εγκατέλειψε.|| (ως ουσ.) ~οι σκότωσαν αδέσποτα σκυλιά. Πβ. αδιάφορος, αδίστακτος, αναίσθητος, ανεύθυνος, ασυγκίνητος. ΑΝΤ. ευσυνείδητος (1) 2. ΨΥΧΟΛ. που δεν υπάρχει ή δεν γίνεται συνειδητά: ~ος: φόβος. ~η: αντίδραση/προσπάθεια (πβ. αυθόρμητη)/τάση. ~ες: κινήσεις (= αυτόματες, μηχανικές)/ορμές/συγκρούσεις.|| (ΝΟΜ.) ~η: αμέλεια. Πβ. ασυναίσθητος, ασύνειδος, ενστικτώδης. ΑΝΤ. ενσυνείδητος (2), συνειδητός (1) ● επίρρ.: ασυνείδητα & (λόγ.) ασυνειδήτως [< μτγν. ἀσυνείδητος, γαλλ. inconscient] | |
| 7422 | ασύνειδος | , η, ο [ἀσύνειδος] α-σύ-νει-δος επίθ.: ΨΥΧΟΛ. ασυνείδητος: ~α: πάθη (: απωθημένα).|| (ως ουσ.) Το συνειδητό και το ~ο. ΑΝΤ. ενσυνείδητος (2), συνειδητός (1) [< γαλλ. inconscient] | |
| 7423 | ασυνεννοησία | [ἀσυνεννοησία] α-συ-νεν-νο-η-σί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ή αδυναμία συνεννόησης: γλωσσική/πλήρης ~. Αλαλούμ/σύγχυση και ~. Υπήρξε ~ και έλλειψη συντονισμού. ~ μεταξύ των παικτών στην άμυνα. Παρανοήσεις/παρεξηγήσεις και ~ες. Πβ. βαβυλωνία. | |
| 7424 | ασυνεννόητος | , η, ο [ἀσυνεννόητος] α-συ-νεν-νό-η-τος επίθ. (σπάν.) 1. που εμποδίζει τους άλλους να συνεννοηθούν μαζί του: δύστροπος και ~. ΑΝΤ. συνεννοήσιμος 2. που δεν συνεννοήθηκε ή δεν μπορεί να συνεννοηθεί με κάποιον: ~ με τον συνάδελφό του. | |
| 7425 | ασυνέπεια | [ἀσυνέπεια] α-συ-νέ-πει-α ουσ. (θηλ.) 1. έλλειψη συμφωνίας, αντιστοιχίας και συνεκδ. οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από αυτή: ιδεολογική/μεθοδολογική/χρονική ~. (Κραυγαλέα) ~ θεωρίας και πράξης/μεταξύ λόγων και έργων. Είναι ~ να ...|| Λογικές ~ες. Κείμενο με εσωτερικές ~ες. Αντιφάσεις και ~ες. Διόρθωση λαθών και ~ών. Πβ. ανακολουθία, αναντιστοιχία, αντιφατικότητα. 2. μη τήρηση υποχρεώσεων ή υποσχέσεων: οικονομική/περιβαλλοντική/πολιτική ~. ~ του προέδρου απέναντι στις δεσμεύσεις του. ~ προς τον νόμο/στον τόπο και χρόνο του ραντεβού/στην καταβολή των δόσεων. ~ και αναξιοπιστία/αφερεγγυότητα. Έδειξε ~.|| Ποσοστό ~ας επιχειρήσεων. ΑΝΤ. συνέπεια (2) [< γαλλ. inconséquence] | |
| 7426 | ασυνεπής | , ής, ές [ἀσυνεπής] α-συ-νε-πής επίθ. 1. που αθετεί τις υποχρεώσεις ή τις υποσχέσεις του: ~είς: εργοδότες/φορολογούμενοι. Ήταν/φάνηκε ~ στο ραντεβού του (ΑΝΤ. ακριβής, εντάξει, τυπικός). Αποδείχθηκε ~ στις δεσμεύσεις του. Είναι ~είς απέναντι στους/προς τους πελάτες τους. ΑΝΤ. συνεπής 2. που χαρακτηρίζεται από ανακολουθία, αντιφατικότητα: ~ής: στάση/συμπεριφορά. ~ με την ιδεολογία του. Μετάφραση ~ ως προς το πρωτότυπο. Είναι ~ές να ... Πβ. ανακόλουθος, αναντίστοιχος, αντιφατικός. ΑΝΤ. σύμφωνος (2) ● επίρρ.: ασυνεπώς [-ῶς] (σπάν.-λόγ.) [< γαλλ. inconséquent] | |
| 7427 | ασύνετος | , η, ο [ἀσύνετος] α-σύ-νε-τος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από ή δείχνει έλλειψη σύνεσης, φρόνησης: ~ος: άνθρωπος. ~η: απόφαση. ~ες: ενέργειες. ~α: λόγια. ~η χρήση των φυσικών πόρων. Είναι ~ο να ... Πβ. άμυαλος, απερίσκεπτος, αστόχαστος, άφρων, επιπόλαιος. ΑΝΤ. εχέφρων, συνετός ● επίρρ.: ασύνετα [< αρχ. ἀσύνετος] | |
| 7428 | ασυνέχεια | [ἀσυνέχεια] α-συ-νέ-χει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη συνέχειας, αλληλουχίας: αφηγηματική/ιστορική/νοηματική ~. Γεωγραφική/χωρική ~. ~ στη ροή του λόγου.|| (ΦΥΣ.) Κβαντική ~.|| (ΓΕΩΛ.) Οι ~ες ενός πετρώματος.|| (ΜΑΘ.) Σημεία ~ας. [< γαλλ. discontinuité] | |
| 7429 | ασυνεχής | , ής, ές [ἀσυνεχής] α-συ-νε-χής επίθ. {ασυνεχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που παρουσιάζει ασυνέχεια: ~ής: ροή/(ΜΑΘ.) συνάρτηση. ~είς: αλλαγές/μετρήσεις. ~ή: κείμενα. Εργαζόμενος με ~ή απασχόληση (πβ. εποχιακή, ευκαιριακή, περιοδική). Συνθετικές ~είς ίνες. Μηχανήµατα ~ούς λειτουργίας. Πβ. διακεκομμένος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το χωροχρονικό ~ές. ΑΝΤ. αδιάλειπτος, συνεχής (1) ● επίρρ.: ασυνεχώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀσυνεχής, γαλλ. discontinu] | |
| 7430 | ασυνήθης | , ης, ες [ἀσυνήθης] α-συ-νή-θης επίθ. {(ουδ. ασύνηθ-ες) ασυνήθ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): ασυνήθιστος: ~ης: αιτία (πόνου). ~εις: καιρικές συνθήκες. ~εις: παθήσεις. Γεγονός ~ες και απρόβλεπτο. Δεν είναι ~ες να ...|| (ως ουσ.) Δεν υπάρχει τίποτα το ~ες σε ... ΑΝΤ. συνήθης [< αρχ. ἀσυνήθης] | |
| 7431 | ασυνήθιστος | , η, ο [ἀσυνήθιστος] α-συ-νή-θι-στος επίθ. 1. σχετικά σπάνιος, που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα: ~ος: καιρός. ~η: εμπειρία/ιστορία/κατάσταση. ~ο: θέαμα/ντύσιμο/περιστατικό/φαινόμενο (πβ. αλλόκοτο, παράξενο, πρωτόγνωρο, ΑΝΤ. κοινό). ~ες: συνθήκες. Περίεργος και ~ συνδυασμός χρωμάτων. ~η για την εποχή ζέστη. ΣΥΝ. ασυνήθης. Πβ. παράδοξος.|| (για πρόσ.) ~ος: χαρακτήρας (βλ. εκκεντρικός). ΑΝΤ. συνηθισμένος (1) 2. αξιόλογος, εξαιρετικός: ~η: ικανότητα/ομορφιά/ωριμότητα. ~ο: ταλέντο. ΑΝΤ. συνηθισμένος (2) 3. (για πρόσ.) μη εξοικειωμένος με, άμαθος σε κάτι: ~ στο αλκοόλ. ~ στην κριτική και μαθημένος στην κολακεία. Πβ. άπειρος2. ΑΝΤ. συνηθισμένος (3) ● Ουσ.: ασυνήθιστο (το): το ~ της υπόθεσης. Παράξενα και ~α (ενν. γεγονότα) από όλο τον κόσμο. ● επίρρ.: ασυνήθιστα [< μεσν. ασυνήθιστος] | |
| 7432 | ασυννέφιαστος | , η, ο [ἀσυννέφιαστος] α-συν-νέ-φια-στος επίθ. ΣΥΝ. ανέφελος 1. που δεν έχει σύννεφα: ~ος: ουρανός (: διαυγής). ~η: μέρα. Πβ. αίθριος, ξάστερος. ΑΝΤ. νεφελώδης (1) 2. (μτφ.-λογοτ.) που δεν έχει έγνοιες και προβλήματα. | |
| 7433 | ασυνόδευτος | , η, ο [ἀσυνόδευτος] α-συ-νό-δευ-τος επίθ. 1. που δεν έχει συνοδό, συνοδεία ή κάτοχο: ~οι ανήλικοι. ~α: προσφυγόπουλα. Ταξιδεύει ~. Δεν κυκλοφορεί ποτέ ~η. Πβ. μόνος.|| ~α: οχήματα. 2. που δεν ενισχύεται ή συμπληρώνεται από κάτι: ~η: χορωδία. Πβ. α καπέλα. 3. (σπάν.) (για φαγητό ή ποτό) που μπορεί να καταναλωθεί μόνο του: Τα λευκά κρασιά πίνονται και ~α. ● Ουσ.: ασυνόδευτο (το): δέμα ή εμπόρευμα που μεταφέρεται χωρίς τον αποστολέα ή τον ιδιοκτήτη του. [< 1: μτγν. ἀσυνόδευτος, γαλλ. inaccompagné] | |
| 7434 | ασύνορος | , η, ο [ἀσύνορος] α-σύ-νο-ρος επίθ.: που δεν έχει σύνορα, όρια, φραγμούς: ~η, παγκοσμιοποιημένη αγορά. Το αχανές και ~ο Διάστημα.|| (μτφ.) ~η: αγάπη (= απέραντη). | |
| 7435 | ασύντακτος | , η, ο [ἀσύντακτος] α-σύ-ντα-κτος επίθ. & (προφ.) ασύνταχτος 1. (για κείμενο) που δεν έχει συνταχθεί· συνηθέστ. που έχει ασυνταξίες: ~ες: προτάσεις. Ανορθόγραφο και ~ο μήνυμα. 2. (κυρ. για ομάδα ανθρώπων, συνήθ. στρατιωτών) που δεν έχει οργανωθεί, συγκροτηθεί: ~ο: πλήθος. Υποχώρησαν ~οι.|| ~ες: κινήσεις (βλ. ακανόνιστος). Πβ. ανοργάνωτος, ασυγκρότητος. ● επίρρ.: ασύντακτα [< 1: μτγν. ἀσύντακτος 2: αρχ.] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ