Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8320-8340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7436ασυνταξία[ἀσυνταξία] α-συ-ντα-ξί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: συντακτικό λάθος ή απόκλιση από συντακτικό κανόνα: ~ και ανορθογραφία. Προτάσεις γεμάτες ~ες. Πβ. σολοικισμός. [< μτγν. ἀσυνταξία]
7437ασυντήρητος, η, ο [ἀσυντήρητος] α-συ-ντή-ρη-τος επίθ.: που δεν έχει συντηρηθεί: ~ος: δρόμος.~ες: υποδομές. ~α: μνημεία. ~ και ξεπερασμένος εξοπλισμός. Κτίριο εγκαταλελειμμένο και ~ο. Βλ. κακοδιατηρη-, κακοσυντηρη-μένος. [< μεσν. ασυντήρητος 'άκριτος']
7438ασυντόνιστος, η, ο [ἀσυντόνιστος] α-συ-ντό-νι-στος επίθ. ΑΝΤ. συντονισμένος 1. που δεν έχει συγχρονιστεί, συνδυαστεί, εναρμονιστεί με κάτι άλλο: ~η: δράση. ~ες: κινήσεις/προσπάθειες. ~οι και αναποτελεσματικοί χειρισμοί. ~ες και αποσπασματικές/μεμονωμένες/σπασμωδικές ενέργειες. 2. (συνήθ. ΜΟΥΣ.) που δεν έχει ρυθμιστεί στον ίδιο τόνο ή στην ίδια συχνότητα: ~η: ορχήστρα.|| (σπανιότ. για ιδιοσυχνότητες) ~ες: κεραίες. ● επίρρ.: ασυντόνιστα
7439ασυρματικός, ή, ό [ἀσυρματικός] α-συρ-μα-τι-κός επίθ. (σπάν.): ασύρματος.
7440ασυρματιστής[ἀσυρματιστής] α-συρ-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν.-θηλ. ασυρματίστρια}: χειριστής ασυρμάτου: (ΣΤΡΑΤ.) Οδηγός/Πυροβολητής ~ (ως ειδικότητα). Πβ. τηλεγραφητής. [< αγγλ. wireless operator, 1908]
7441ασύρματος, ος/η, ο [ἀσύρματος] α-σύρ-μα-τος επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που λειτουργεί ή γίνεται χωρίς ηλεκτροφόρο σύρμα: ~ος: (φορητός) υπολογιστής. ~η: δικτύωση/επικοινωνία (πβ. τηλεματική)/κάρτα/πρόσβαση στο ίντερνετ/τηλεφωνία. ~ο: δίκτυο (βλ. γουάι φάι)/(τηλε)χειριστήριο. ~α: μικρόφωνα. ΑΝΤ. ενσύρματος ● Ουσ.: ασύρματο (το): ασύρματο τηλέφωνο. [< αγγλ. wireless]
7442ασύρματος[ἀσύρματος] α-σύρ-μα-τος ουσ. (αρσ.) {ασυρμάτ-ου | -ων, -ους}: ΤΗΛΕΠ. συσκευή μετάδοσης σημάτων, που λειτουργεί χωρίς ηλεκτροφόρο σύρμα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων: αστυνομικός/φορητός ~. Ο ~ του αεροπλάνου/του πλοίου. Επικοινωνία μέσω ~ου. Πβ. ραδιοπομπός. ● ΣΥΜΠΛ.: σιγή ασυρμάτου (κυριολ. κ. μτφ.): (για στρατιωτικό κυρ. αεροσκάφος, πλοίο ή άρμα μάχης) αποχή από οποιαδήποτε εξωτερική επικοινωνία· κατ' επέκτ. απόλυτη σιωπή ή μυστικότητα: πτήση με ~ ~.|| Έχει επιβληθεί/επικρατεί/τηρείται ~ ~ για ... Πβ. σιγή(ν) ιχθύος. [< αγγλ. wireless, 1903]
7443ασυρματοφόρος, ος/α, ο [ἀσυρματοφόρος] α-συρ-μα-το-φό-ρος επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που μεταφέρει ή έχει ασύρματο. Βλ. -φόρος. ● Ουσ.: ασυρματοφόρο (το): όχημα που φέρει ασύρματο.
7444ασύρτικο[ἀσύρτικο] α-σύρ-τι-κο ουσ. (ουδ.): ποικιλία σταφυλιού· συνεκδ. το λευκό ξηρό κρασί με υψηλή οξύτητα που παράγεται από αυτή. Βλ. αθήρι, μοσχάτο.
7445ασυσκεύαστος, η, ο [ἀσυσκεύαστος] α-συ-σκεύ-α-στος επίθ.: που δεν έχει συσκευαστεί: ~α: τρόφιμα. Πβ. χύμα. ΑΝΤ. συσκευασμένος [< αρχ. ἀσυσκεύαστος]
7446ασύστατος, η, ο [ἀσύστατος] α-σύ-στα-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει βάση, υπόσταση: ~ες: κατηγορίες.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο των καταγγελιών. Πβ. αβάσιμος, αθεμελίωτος, ανυπόστατος, αστήρικτος. ΑΝΤ. βάσιμος [< αρχ. ἀσύστατος, γαλλ. infondé ]
7447ασυστηματοποίητος, η, ο [ἀσυστηματοποίητος] α-συ-στη-μα-το-ποί-η-τος επίθ.: που δεν έχει οργανωθεί συστηματικά: ~η συσσώρευση γνώσεων. Πβ. ανοργάνωτος. Βλ. ασυντόνιστος, συγκεχυμένος. ΑΝΤ. συστηματοποιημένος ● επίρρ.: ασυστηματοποίητα [< αγγλ. unsystematic]
7448ασυστολία[ἀσυστολία] α-συ-στο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απουσία καρδιακών παλμών, συστολών: κοιλιακή ~. Βλ. αρρυθμία, βραδυκαρδία. [< γαλλ. asystolie, αγγλ. asystole]
7449ασύστολος, η, ο [ἀσύστολος] α-σύ-στο-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (για πρόσ.) που κάνει κάτι αξιόμεμπτο, χωρίς να ντρέπεται ή (για κάτι) που γίνεται, διατυπώνεται χωρίς αίσθημα ντροπής: ~ος: υβριστής.|| ~ος: εμπαιγμός. ~η: βία/εκμετάλλευση/κοροϊδία/προπαγάνδα. ~ο: θράσος. ~ες: κατηγορίες. ~α: ψεύδη (: χονδροειδή, χοντρά). ~η: παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πβ. αναίσχυντος, αδιά-, ξεδιά-ντροπος. ● επίρρ.: ασύστολα & (λόγ.) ασυστόλως [< γαλλ. impudent, éhonté]
7450ασυσχέτιστος, η, ο [ἀσυσχέτιστος] α-συ-σχέ-τι-στος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να συσχετιστεί, να συνδεθεί (με κάτι άλλο): ~α: γεγονότα/στοιχεία. Όροι ~οι μεταξύ τους.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ες: (τυχαίες) μεταβλητές. Πβ. ασύνδετος, άσχετος. ΑΝΤ. συσχετισμένος
7451ασφαιρικός, ή, ό [ἀσφαιρικός] α-σφαι-ρι-κός επίθ. : ΟΠΤ.-ΦΩΤΟΓΡ. που δεν είναι κυρτός: ~ός: φακός (: σχεδιασμένος με ειδική καμπυλότητα, ώστε να μην προκαλείται παραμόρφωση του ειδώλου). [< αγγλ. aspheric]
7452άσφαιρος, η, ο [ἄσφαιρος] ά-σφαι-ρος επίθ. 1. που δεν περιέχει σφαίρα ή σφαίρες: ~ο: όπλο.|| (κατ' επέκτ.) ~η: βολή. Βλ. -σφαιρος. ΑΝΤ. ένσφαιρος (1) 2. (μτφ.) που δεν πετυχαίνει τον στόχο του: ~η: κριτική. ~ες: καταγγελίες. Πβ. άκαπνος, αναποτελεσματικός, ατελέσφορος. 3. (μτφ.-προφ.) στείρος. ● ΣΥΜΠΛ.: άσφαιρα (πυρά) 1. πυρά με φυσίγγια που δεν περιέχουν γόμωση: εκπαίδευση στρατιωτών/πυροβολισμοί με ~ ~. 2. (μτφ.) επιθέσεις που δεν βρίσκουν τον στόχο τους: ~ ~ κατά του πληθωρισμού. Απειλές/κατηγορίες που είναι ~ ~. Ανταλλάσσουν/ρίχνουν ~ ~.
7453ασφάλεια[ἀσφάλεια] α-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ών} 1. προστασία από κίνδυνο, τραυματισμό, βλάβη, ζημιά, καθώς και τα συναφή προστατευτικά μέτρα: δημόσια/διεθνής/εθνική/εναέρια/εργασιακή/κρατική/νομική/οικονομική/περιβαλλοντική/υγειονομική ~. Πυρηνική/στρατιωτική/συλλογική ~. ~ αεροσκάφους/πλοίου/φορτίου. ~ τροφίμων. Τεχνικοί ~είας. Για μεγαλύτερη ~. Για λόγους ~είας. Η ~ της πόλης/του σπιτιού/των συνόρων. Η στατική ~ της κατασκευής. ~ των καταναλωτών/των πολιτών. Η υγιεινή και ~ των εργαζομένων. Υποδείξεις για ~ από ηλεκτρισμό/σεισμό. Πρόληψη και ~. Βρίσκω/παρέχω ~. Δεν ετέθη σε κίνδυνο η ~ των επιβατών. Απειλείται/διακυβεύεται/εδραιώνεται η ~. Βλ. βιο~, πυρ~. 2. κατάσταση ή αίσθηση απουσίας κινδύνου: συναισθηματική ~. Αίσθημα ~ας. ~ και σιγουριά. Νιώθω ~ στο σπίτι μου. ΑΝΤ. ανασφάλεια 3. (ειδικότ.) διασφάλιση, κατοχύρωση, διαφύλαξη του απορρήτου: (ΝΟΜ.) εμπράγματη ~. Περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται ως ~ (= εγγύηση) για την αγορά.|| Απόλυτη/αυξημένη/υψηλή ~. ~ επικοινωνίας. ~ πληροφοριών/στοιχείων. Ηλεκτρονικές συναλλαγές με ~ των δεδομένων. 4. βεβαιότητα, σιγουριά: Πρόβλημα που δεν μπορεί να υπολογιστεί με ~. Συμπέρασμα που προκύπτει με ~. Με ~ προβλέπεται ότι … 5. (με κεφαλ. το αρχικό Α) υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, αρμόδια για τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης· συνεκδ. το κτίριο όπου εδρεύει: Γενική/(παλαιότ.) Ειδική ~. Η ~ ερευνά την υπόθεση και εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα.|| Ο δράστης/κατηγορούμενος κρατείται/προσήχθη στην ~. Μάρτυρες που κλήθηκαν στην ~, για να εξεταστούν. 6. φρουρά: ιδιωτική ~. Η προσωπική ~ του Υπουργού. Ειδοποιώ την ~ του κτιρίου. Βλ. σεκιούριτι. 7. ασφαλιστική εταιρεία, σύμβαση, ασφαλιστικό ταμείο, γενικότ. ασφάλιση: Η ~ καλύπτει τη ζημιά.|| Ιδιωτική/μικτή/ομαδική/προαιρετική/ταξιδιωτική/υποχρεωτική ~. ~ κλοπής/περίθαλψης/περιουσίας/σύνταξης/υγείας. ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας/σκάφους. Εμπειρογνώμονες/μεσίτες ~ών. Κάνω ~ (: υπογράφω συμβόλαιο).|| (για ασφάλιστρα) Πληρώνω την ~. Ακριβή/φτηνή ~.|| (προφ.) Θα εισπράξει την ~ (= την αποζημίωση).|| Έχω ~ (δημοσίου). Βλ. αντ~, τραπεζοασφάλειες. 8. ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή που χρησιμοποιείται για την προστασία ενός ηλεκτρικού κυκλώματος από ρεύμα με ένταση μεγαλύτερη από το κανονικό: Έπεσε/κάηκε η ~ (του γενικού διακόπτη). Συσκευές με ενσωματωμένη αυτόματη ~ κατά της υπερθέρμανσης. Βλ. ρελέ. 9. μηχανισμός για προστασία, αποτροπή βλάβης, ανεπιθύμητης ή επικίνδυνης λειτουργίας: Η ~ του όπλου (: που εμποδίζει την τυχαία εκπυρσοκρότησή του).|| (σε αυτοκίνητο) Κλείνω την πόρτα και βάζω ~.ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει προστασία: διακόπτης/συναγερμός/φωτιστικά ~. Ρολά ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αντίγραφα ~ (= μπακ-απ). Κενό ασφαλείας. Κωδικός ~ (= πάσγουορντ ή πιν). ● ΣΥΜΠΛ.: ασφάλεια ζωής: σύμβαση με ασφαλιστική εταιρεία η οποία αναλαμβάνει τα έξοδα ιατρικής περίθαλψης ή την καταβολή αποζημίωσης, σε περίπτωση θανάτου ή ατυχήματος του ασφαλισμένου. [< γαλλ. assurance (sur la) vie] , ασφάλεια πυρός: ασφάλιση που καλύπτει ενδεχόμενη πυρκαγιά: ~ ~ και άλλων κινδύνων (π.χ. κλοπής/σεισμού). ~ ~ αυτοκινήτου/επιχείρησης/σπιτιού. Παρέχεται ~ ~. (βλ. πυρασφάλεια), δυνάμεις Ασφαλείας: αστυνομικές δυνάμεις επιφορτισμένες με τη διασφάλιση της τάξης. Βλ. ΜΑΤ. [< αγγλ. security forces, 1948] , ενεργειακή ασφάλεια: προστασία από τον κίνδυνο εξάντλησης των αποθεμάτων ενέργειας. [< αγγλ. energy security, 1960], ενεργητική ασφάλεια: που παρέχεται στον οδηγό από τα διάφορα συστήματα του αυτοκινήτου για την αποφυγή ατυχήματος (π.χ. σύστημα πέδησης, ABS, TCS)., κοινωνική ασφάλεια (συνήθ. με κεφαλ. τα αρχικά Κ,Α): παροχή οικονομικής βοήθειας και υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας από ένα κράτος στους πολίτες: ~ ~ και κοινωνική αρωγή. Δίκαιο (της) ~ής ~ας. Πβ. κοινωνική ασφάλιση., μέτρα ασφαλείας: σύνολο μέτρων για την πρόληψη επαπειλούμενης διατάραξης της δημόσιας τάξης (όπως: κλοπής, κατασκοπείας, τρομοκρατικών ενεργειών): αυστηρά/δρακόντεια/έκτακτα/ισχυρά ~ ~. Ειδικά ~ ~ έλαβε η αστυνομία κατά τη διεξαγωγή του αγώνα. [< αγγλ. security measures, 1952] , οδική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία όσων κινούνται στο οδικό δίκτυο: ~ ~ και κυκλοφοριακή αγωγή. [< αγγλ. road safety, γαλλ. sécurité routière] , παθητική ασφάλεια: που παρέχει η καμπίνα και γενικότ. το αμάξωμα στους επιβάτες σε περίπτωση σύγκρουσης. [< αγγλ. passive security] , πληροφορίες ασφαλείας: (κυρ. σε προϊόντα ή υπηρεσίες) οδηγίες για την διασφάλιση της σωστής χρήσης τους και την προστασία του καταναλωτή ή του χρήστη., Συμβούλιο Ασφαλείας: ΠΟΛΙΤ. μόνιμο Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών, υπεύθυνο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας, με πέντε μόνιμα κράτη-μέλη και δέκα επιλεγμένα εκ περιτροπής μεταξύ άλλων κρατών-μελών: Αποφάσεις/ψηφίσματα του ~ίου ~είας. [< αγγλ. Security Council, 1946] , συστήματα ασφαλείας {σπανιότ. στον εν.}: τεχνολογικά προϊόντα διαφόρων ειδών που έχουν ως σκοπό την αποτροπή κινδύνου: ηλεκτρονικά/προηγμένα/σύγχρονα ~ ~. ~ ~ και πυρανίχνευσης/συναγερμού. Πβ. σύστημα προστασίας. [< αγγλ. security systems] , Σώματα Ασφαλείας: το Αστυνομικό, το Λιμενικό και το Πυροσβεστικό Σώμα και το προσωπικό που υπηρετεί στα Σώματα αυτά: Οι Ένοπλες Δυνάμεις και τα ~ ~ (= δημόσια δύναμη)., τιμή ασφαλείας: (κυρ. για αγροτικά προϊόντα) τιμή κάτω από την οποία δεν μπορεί να πωληθεί κάτι: κατώτατη ~ ~., υψίστης ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει τη μέγιστη ασφάλεια: μέτρα/φυλακές ~ ~., φυσική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται για την προστασία του προσωπικού και των δεδομένων μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού από φυσικές καταστροφές. [< αγγλ. physical security] , αντίγραφο ασφαλείας βλ. αντίγραφο, απόσταση ασφαλείας βλ. απόσταση, ασφαλιστική δικλείδα/δικλείδα ασφαλείας βλ. δικλείδα, ζώνη ασφαλείας βλ. ζώνη, κάμερα ασφαλείας βλ. κάμερα, κλειδαριά ασφαλείας βλ. κλειδαριά, πιστοποιητικό ασφαλείας βλ. πιστοποιητικό, πόρτα ασφαλείας βλ. πόρτα, προσωπικό ασφαλείας βλ. προσωπικό, Τάγματα Ασφαλείας βλ. τάγμα, φως ασφαλείας βλ. φως ● ΦΡ.: με ασφάλεια: με τρόπο που να παρέχει προστασία από κίνδυνο: Οδηγώ/ταξιδεύω ~ ~., ησυχία, τάξη και ασφάλεια βλ. ησυχία [< 1: αρχ. ἀσφάλεια 2,3,4,6,7: γαλλ. sécurité, sûreté 5: αγγλ. insurance, γαλλ. assurance]
7454ασφαλειοδιακόπτης[ἀσφαλειοδιακόπτης] α-σφα-λει-ο-δια-κό-πτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που σταματά τη ροή του ηλεκτρικού ρεύματος σε περίπτωση υπερφόρτωσης· αυτόματος διακόπτης κυκλώματος: ~ διαρροής. ~ για προστασία από βραχυκύκλωμα. Βλ. αποζεύκτης, ρελέ.
7455ασφαλειομεσίτης[ἀσφαλειομεσίτης] α-σφα-λει-ο-με-σί-της ουσ. (αρσ.): μεσίτης ασφαλίσεων, ασφαλιστικός διαμεσολαβητής. [< αγγλ. insurance broker]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.