Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [8320-8340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7433ασυνόδευτος, η, ο [ἀσυνόδευτος] α-συ-νό-δευ-τος επίθ. 1. που δεν έχει συνοδό, συνοδεία ή κάτοχο: ~οι ανήλικοι. ~α: προσφυγόπουλα. Ταξιδεύει ~. Δεν κυκλοφορεί ποτέ ~η. Πβ. μόνος.|| ~α: οχήματα. 2. που δεν ενισχύεται ή συμπληρώνεται από κάτι: ~η: χορωδία. Πβ. α καπέλα. 3. (σπάν.) (για φαγητό ή ποτό) που μπορεί να καταναλωθεί μόνο του: Τα λευκά κρασιά πίνονται και ~α. ● Ουσ.: ασυνόδευτο (το): δέμα ή εμπόρευμα που μεταφέρεται χωρίς τον αποστολέα ή τον ιδιοκτήτη του. [< 1: μτγν. ἀσυνόδευτος, γαλλ. inaccompagné]
7434ασύνορος, η, ο [ἀσύνορος] α-σύ-νο-ρος επίθ.: που δεν έχει σύνορα, όρια, φραγμούς: ~η, παγκοσμιοποιημένη αγορά. Το αχανές και ~ο Διάστημα.|| (μτφ.) ~η: αγάπη (= απέραντη).
7435ασύντακτος, η, ο [ἀσύντακτος] α-σύ-ντα-κτος επίθ. & (προφ.) ασύνταχτος 1. (για κείμενο) που δεν έχει συνταχθεί· συνηθέστ. που έχει ασυνταξίες: ~ες: προτάσεις. Ανορθόγραφο και ~ο μήνυμα. 2. (κυρ. για ομάδα ανθρώπων, συνήθ. στρατιωτών) που δεν έχει οργανωθεί, συγκροτηθεί: ~ο: πλήθος. Υποχώρησαν ~οι.|| ~ες: κινήσεις (βλ. ακανόνιστος). Πβ. ανοργάνωτος, ασυγκρότητος. ● επίρρ.: ασύντακτα [< 1: μτγν. ἀσύντακτος 2: αρχ.]
7436ασυνταξία[ἀσυνταξία] α-συ-ντα-ξί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: συντακτικό λάθος ή απόκλιση από συντακτικό κανόνα: ~ και ανορθογραφία. Προτάσεις γεμάτες ~ες. Πβ. σολοικισμός. [< μτγν. ἀσυνταξία]
7437ασυντήρητος, η, ο [ἀσυντήρητος] α-συ-ντή-ρη-τος επίθ.: που δεν έχει συντηρηθεί: ~ος: δρόμος.~ες: υποδομές. ~α: μνημεία. ~ και ξεπερασμένος εξοπλισμός. Κτίριο εγκαταλελειμμένο και ~ο. Βλ. κακοδιατηρη-, κακοσυντηρη-μένος. [< μεσν. ασυντήρητος 'άκριτος']
7438ασυντόνιστος, η, ο [ἀσυντόνιστος] α-συ-ντό-νι-στος επίθ. ΑΝΤ. συντονισμένος 1. που δεν έχει συγχρονιστεί, συνδυαστεί, εναρμονιστεί με κάτι άλλο: ~η: δράση. ~ες: κινήσεις/προσπάθειες. ~οι και αναποτελεσματικοί χειρισμοί. ~ες και αποσπασματικές/μεμονωμένες/σπασμωδικές ενέργειες. 2. (συνήθ. ΜΟΥΣ.) που δεν έχει ρυθμιστεί στον ίδιο τόνο ή στην ίδια συχνότητα: ~η: ορχήστρα.|| (σπανιότ. για ιδιοσυχνότητες) ~ες: κεραίες. ● επίρρ.: ασυντόνιστα
7439ασυρματικός, ή, ό [ἀσυρματικός] α-συρ-μα-τι-κός επίθ. (σπάν.): ασύρματος.
7440ασυρματιστής[ἀσυρματιστής] α-συρ-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν.-θηλ. ασυρματίστρια}: χειριστής ασυρμάτου: (ΣΤΡΑΤ.) Οδηγός/Πυροβολητής ~ (ως ειδικότητα). Πβ. τηλεγραφητής. [< αγγλ. wireless operator, 1908]
7441ασύρματος, ος/η, ο [ἀσύρματος] α-σύρ-μα-τος επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που λειτουργεί ή γίνεται χωρίς ηλεκτροφόρο σύρμα: ~ος: (φορητός) υπολογιστής. ~η: δικτύωση/επικοινωνία (πβ. τηλεματική)/κάρτα/πρόσβαση στο ίντερνετ/τηλεφωνία. ~ο: δίκτυο (βλ. γουάι φάι)/(τηλε)χειριστήριο. ~α: μικρόφωνα. ΑΝΤ. ενσύρματος ● Ουσ.: ασύρματο (το): ασύρματο τηλέφωνο. [< αγγλ. wireless]
7442ασύρματος[ἀσύρματος] α-σύρ-μα-τος ουσ. (αρσ.) {ασυρμάτ-ου | -ων, -ους}: ΤΗΛΕΠ. συσκευή μετάδοσης σημάτων, που λειτουργεί χωρίς ηλεκτροφόρο σύρμα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων: αστυνομικός/φορητός ~. Ο ~ του αεροπλάνου/του πλοίου. Επικοινωνία μέσω ~ου. Πβ. ραδιοπομπός. ● ΣΥΜΠΛ.: σιγή ασυρμάτου (κυριολ. κ. μτφ.): (για στρατιωτικό κυρ. αεροσκάφος, πλοίο ή άρμα μάχης) αποχή από οποιαδήποτε εξωτερική επικοινωνία· κατ' επέκτ. απόλυτη σιωπή ή μυστικότητα: πτήση με ~ ~.|| Έχει επιβληθεί/επικρατεί/τηρείται ~ ~ για ... Πβ. σιγή(ν) ιχθύος. [< αγγλ. wireless, 1903]
7443ασυρματοφόρος, ος/α, ο [ἀσυρματοφόρος] α-συρ-μα-το-φό-ρος επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που μεταφέρει ή έχει ασύρματο. Βλ. -φόρος. ● Ουσ.: ασυρματοφόρο (το): όχημα που φέρει ασύρματο.
7444ασύρτικο[ἀσύρτικο] α-σύρ-τι-κο ουσ. (ουδ.): ποικιλία σταφυλιού· συνεκδ. το λευκό ξηρό κρασί με υψηλή οξύτητα που παράγεται από αυτή. Βλ. αθήρι, μοσχάτο.
7445ασυσκεύαστος, η, ο [ἀσυσκεύαστος] α-συ-σκεύ-α-στος επίθ.: που δεν έχει συσκευαστεί: ~α: τρόφιμα. Πβ. χύμα. ΑΝΤ. συσκευασμένος [< αρχ. ἀσυσκεύαστος]
7446ασύστατος, η, ο [ἀσύστατος] α-σύ-στα-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει βάση, υπόσταση: ~ες: κατηγορίες.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο των καταγγελιών. Πβ. αβάσιμος, αθεμελίωτος, ανυπόστατος, αστήρικτος. ΑΝΤ. βάσιμος [< αρχ. ἀσύστατος, γαλλ. infondé ]
7447ασυστηματοποίητος, η, ο [ἀσυστηματοποίητος] α-συ-στη-μα-το-ποί-η-τος επίθ.: που δεν έχει οργανωθεί συστηματικά: ~η συσσώρευση γνώσεων. Πβ. ανοργάνωτος. Βλ. ασυντόνιστος, συγκεχυμένος. ΑΝΤ. συστηματοποιημένος ● επίρρ.: ασυστηματοποίητα [< αγγλ. unsystematic]
7448ασυστολία[ἀσυστολία] α-συ-στο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απουσία καρδιακών παλμών, συστολών: κοιλιακή ~. Βλ. αρρυθμία, βραδυκαρδία. [< γαλλ. asystolie, αγγλ. asystole]
7449ασύστολος, η, ο [ἀσύστολος] α-σύ-στο-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (για πρόσ.) που κάνει κάτι αξιόμεμπτο, χωρίς να ντρέπεται ή (για κάτι) που γίνεται, διατυπώνεται χωρίς αίσθημα ντροπής: ~ος: υβριστής.|| ~ος: εμπαιγμός. ~η: βία/εκμετάλλευση/κοροϊδία/προπαγάνδα. ~ο: θράσος. ~ες: κατηγορίες. ~α: ψεύδη (: χονδροειδή, χοντρά). ~η: παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πβ. αναίσχυντος, αδιά-, ξεδιά-ντροπος. ● επίρρ.: ασύστολα & (λόγ.) ασυστόλως [< γαλλ. impudent, éhonté]
7450ασυσχέτιστος, η, ο [ἀσυσχέτιστος] α-συ-σχέ-τι-στος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να συσχετιστεί, να συνδεθεί (με κάτι άλλο): ~α: γεγονότα/στοιχεία. Όροι ~οι μεταξύ τους.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ες: (τυχαίες) μεταβλητές. Πβ. ασύνδετος, άσχετος. ΑΝΤ. συσχετισμένος
7451ασφαιρικός, ή, ό [ἀσφαιρικός] α-σφαι-ρι-κός επίθ. : ΟΠΤ.-ΦΩΤΟΓΡ. που δεν είναι κυρτός: ~ός: φακός (: σχεδιασμένος με ειδική καμπυλότητα, ώστε να μην προκαλείται παραμόρφωση του ειδώλου). [< αγγλ. aspheric]
7452άσφαιρος, η, ο [ἄσφαιρος] ά-σφαι-ρος επίθ. 1. που δεν περιέχει σφαίρα ή σφαίρες: ~ο: όπλο.|| (κατ' επέκτ.) ~η: βολή. Βλ. -σφαιρος. ΑΝΤ. ένσφαιρος (1) 2. (μτφ.) που δεν πετυχαίνει τον στόχο του: ~η: κριτική. ~ες: καταγγελίες. Πβ. άκαπνος, αναποτελεσματικός, ατελέσφορος. 3. (μτφ.-προφ.) στείρος. ● ΣΥΜΠΛ.: άσφαιρα (πυρά) 1. πυρά με φυσίγγια που δεν περιέχουν γόμωση: εκπαίδευση στρατιωτών/πυροβολισμοί με ~ ~. 2. (μτφ.) επιθέσεις που δεν βρίσκουν τον στόχο τους: ~ ~ κατά του πληθωρισμού. Απειλές/κατηγορίες που είναι ~ ~. Ανταλλάσσουν/ρίχνουν ~ ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.