Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8340-8360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7456ασφαλής, ής, ές [ἀσφαλής] α-σφα-λής επίθ. {ασφαλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ασφαλέστ-ερος, -ατος} 1. που δεν εκθέτει κάποιον ή κάτι σε κίνδυνο, που παρέχει ασφάλεια: ~ής: μεταφορά/οδήγηση/πτήση/συσκευασία/χώρα. ~ές: αίμα (: δεν έχει μολυνθεί· βλ. έιτζ, ηπατίτιδα)/δίκτυο (προστασίας)/καταφύγιο/λιμάνι/μέλλον (= βέβαιο)/όριο (ραδιενέργειας, ταχύτητας)/περιβάλλον/προϊόν/ταξίδι/φάρμακο (βλ. δραστικό). ~είς: διακοπές/συναλλαγές/συνθήκες (εργασίας). ~ πλοήγηση στο διαδίκτυο. Φυλάει τα χρήματά του σε ~ές μέρος. Σε ~ή (= σίγουρα) χέρια. Βλ. πυρ~. ΣΥΝ. ακίνδυνος ΑΝΤ. επικίνδυνος, επισφαλής (1) 2. (κυρ. για πρόσ.) που δεν βρίσκεται σε κίνδυνο, που δεν απειλείται, που αισθάνεται ασφάλεια: απόλυτα/οικονομικά ~. Χωρίς εργασία δεν αισθάνομαι ~ για το μέλλον. Αν γίνει σεισμός, να πας σε σημείο όπου θα είσαι ~ (= προστατευμένος). ΑΝΤ. ανασφαλής 3. που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, σίγουρος, αξιόπιστος, έγκυρος: ~ής: υπολογισμός. ~ής: γνώση/επιλογή/υπόθεση. ~ές: συμπέρασμα (= εξακριβωμένο). Σύμφωνα με ~είς πηγές/πληροφορίες/προβλέψεις, ... (= ακριβείς, αληθείς). ~ής: επικράτηση/νίκη (= βέβαιη). ~ή: αποτελέσματα/κέρδη. ● ΦΡ.: εκ του ασφαλούς (λόγ.): από σίγουρη θέση, χωρίς να διακινδυνεύσει κάποιος κάτι: Αποφαίνομαι/κρίνω/μιλώ ~ ~., για του λόγου το αληθές/το ασφαλές βλ. αληθής, ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος βλ. εχθρός ● βλ. ασφαλώς [< 1,2: αρχ. ἀσφαλής, γαλλ. sûr, αγγλ. safe 3: γαλλ. infaillible]
7457ασφαλίζω[ἀσφαλίζω] α-σφα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ασφάλι-σα, ασφαλί-στηκα (λογιότ.) -σθηκα, ασφαλιζ-όμενος, ασφαλι-σμένος, ασφαλίζ-οντας} 1. ΝΟΜ. συνάπτω σύμβαση ασφάλισης: Εργοδότες/εταιρείες που ~ουν το προσωπικό τους. Ταμεία που ~ουν εργαζομένους (= παρέχουν ασφάλιση).|| ~ ένα αντικείμενο/το εμπόρευμα/τη ζωή μου/το σπίτι. ~ κάτι για ζημία/καταστροφή/κλοπή/πυρκαγιά. ~ το αυτοκίνητό μου κατά παντός κινδύνου. ~σε τα περιουσιακά του στοιχεία για/έναντι ... ευρώ. ~όμενα: κεφάλαια. Βλ. αντ-, δι-ασφαλίζω. 2. τοποθετώ (κάτι) σε ασφαλές μέρος, προστατεύω από κίνδυνο, βάζω ή ενεργοποιώ μηχανισμό ασφάλειας: ~ έγγραφα/παράθυρο/πόρτα/χρηματοκιβώτιο. ~ σε θυρίδα. Πβ. αμπαρώνω, κλειδώνω, κλείνω, μανταλώνω.|| (αμτβ.) Το όπλο (δεν) ~ει. Βλ. εξ~. ΑΝΤ. απασφαλίζω ● Παθ.: ασφαλίζομαι: καταβάλλω εισφορές σε ασφαλιστικό φορέα, εξασφαλίζοντας ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, μελλοντική σύνταξη ή/και αποζημίωση σε περίπτωση ατυχήματος ή θανάτου: ~ επικουρικά/προαιρετικά/υποχρεωτικά. ~στηκε στο ΙΚΑ/στον ΟΓΑ/στο ταμείο Νομικών/στον ΟΑΕΕ. ~όμενοι: υπάλληλοι. Βλ. αυτ~.|| ~στηκε στη Χ εταιρεία (= έκανε ασφάλεια ζωής). ● βλ. ασφαλισμένος [< 1: γαλλ. assurer 2: μτγν. ἀσφαλίζω]
7458ασφάλιση[ἀσφάλιση] α-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. σύναψη σύμβασης για την αποζημίωση του ενός συμβαλλομένου από τον άλλο σε περίπτωση ασθενείας ή άλλου περιστατικού: θαλάσσια/ιδιωτική/ταξιδιωτική ~. ~ αναπηρίας/ανεργίας/ανικανότητας/αστικής ευθύνης/γήρατος/ζωής/σύνταξης/υγείας. Ομαδική ~ εργαζομένων. ~ ιατροφαρμακευτικής/νοσοκομειακής περίθαλψης. ~ εργατικών ατυχημάτων. Τεχνικές ~ίσεις. ~ίσεις κατά ζημιών.|| ~ κατοικιών/οχημάτων/περιουσίας/σκαφών. ~ πυρός και σεισμού. Μεσίτης ~ίσεων (βλ. ασφαλειομεσίτης).|| (για μείωση πιστωτικού κινδύνου των επιχειρήσεων:) ~ πιστώσεων. Πβ. ασφάλεια. Βλ. αλληλ~, αντ~, αυτ~, δι~, συν~, υπ~, υπερ~. 2. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. πολιτειακός θεσμός που καλύπτει υπό όρους τους εργαζομένους και γενικότ. τα άτομα που έχουν ανάγκη σε θέματα υγείας, τοκετού, ατυχημάτων, σύνταξης: διαδοχική (: σε διαφορετικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς λόγω ανάληψης άλλης εργασίας ή άσκησης άλλου επαγγέλματος)/κρατική ~. Παράλληλη ~ (: ταυτόχρονη ~ σε δύο ασφαλιστικούς φορείς). Κύρια και επικουρική ~. Χρόνος ~ης. Δικαίωμα στην ~. 3. ενεργοποίηση μηχανισμού ασφαλείας: συναγερμός με αυτόματη ~ θυρών. ΑΝΤ. απασφάλιση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική ασφάλιση: που παρέχεται από το κράτος σε διάφορες κατηγορίες πολιτών, όπως ανέργους και ηλικιωμένους: δημόσια ~ ~. Δίκαιο/κάρτα/αριθμός μητρώου/σύστημα/φορείς ~ής ~ης. Ίδρυμα ~ών ~ίσεων (ακρ. ΙΚΑ). Πβ. κοινωνική ασφάλεια. Βλ. Η.ΔΙ.Κ.Α. [< αμερικ. Social Security, 1935, γαλλ. sécurité sociale, 1945] [< μεσν. ασφάλισις 'εξασφάλιση', γαλλ. assurance, sécurité]
7459ασφαλίσιμος, η, ο [ἀσφαλίσιμος] α-σφα-λί-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να ασφαλιστεί: Η πυρκαγιά θεωρείται ~ κίνδυνος.|| (ως ουσ.) Οι απασχολήσιμοι και οι ~οι. [< γαλλ. assurable]
7460ασφάλισμα[ἀσφάλισμα] α-σφά-λι-σμα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. ποσό ή ποσά που υποχρεούται να καταβάλει η ασφαλιστική εταιρεία στον ασφαλισμένο με τη λήξη του συμβολαίου. Βλ. αποζημίωση. [< μτγν. ἀσφάλισμα 'εχέγγυο, ασφάλεια']
7461ασφαλισμένος, η, ο [ἀσφαλισμένος] α-σφα-λι-σμέ-νος επίθ. ΑΝΤ. ανασφάλιστος 1. που έχει συνάψει ή για τον οποίο έχει συναφθεί σύμβαση ασφάλισης: ~ος: οδηγός.|| ~η: επιχείρηση/περιουσία. ~ο: όχημα/πλοίο/ποσό. 2. τοποθετημένος σε ασφαλές μέρος, συσκευασμένος ή κλεισμένος με μηχανισμό ασφαλείας· προστατευμένος από κίνδυνο: Τα εμπορεύματα μεταφέρονται/ταξιδεύουν ~α. ~ες: πόρτες (= κλειδωμένες).|| Κλήσεις ~ες από υποκλοπές. ● Ουσ.: ασφαλισμένος (ο): πρόσωπο που καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές (σε φορέα ή εταιρεία): ~ που επισκέπτεται συμβεβλημένο ιατρό. Άμεσα/έμμεσα/μερικώς/πλήρως/προαιρετικά ~οι. ~οι και συνταξιούχοι. Οι ~οι του Δημοσίου (βλ. ΟΠΑΔ)/ΙΚΑ/ΟΓΑ/ΟΑΕΕ. Δικαιώματα/νοσηλεία/περίθαλψη/συντάξεις των ~ων. ● βλ. ασφαλίζω [< μτγν. ἠσφαλισμένος, γαλλ. assuré]
7462ασφαλιστήριο[ἀσφαλιστήριο] α-σφα-λι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. σύμβαση ή συμβόλαιο ασφάλισης: ατομικά/ομαδικά ~α. ~α αυτοκινήτων/ζωής/πυρός/σεισμού. ~ κατά παντός κινδύνου. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. (police d') assurance]
7463ασφαλιστήριος, α, ο [ἀσφαλιστήριος] α-σφα-λι-στή-ρι-ος επίθ.: ΝΟΜ. σύμφωνα με τον οποίο συνάπτεται η ασφάλιση: ~α: συμβόλαια. Βλ. -τήριος.
7464ασφαλιστής, ασφαλίστρια[ἀσφαλιστής] α-σφα-λι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη σύναψη συμβολαίων ασφάλισης: (κ. ως επίθ.) Ασφαλίστρια εταιρεία. Βλ. αντ~, πράκτορας. [< μεσν. ασφαλιστής 'κηδεμόνας', γαλλ. assureur]
7465ασφαλιστικός, ή, ό [ἀσφαλιστικός] α-σφα-λι-στι-κός επίθ. 1. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στην ασφάλιση: ~ός: κλάδος/κώδικας/νόμος/όμιλος/πράκτορας/σύμβουλος/φορέας. ~ή: διάταξη/εισφορά/νομοθεσία. ~ό: δίκαιο/συμβόλαιο. ~οί: όροι. ~ά: ένσημα/ταμεία. Βλ. αλληλ~, αντ~, χρηματο~. 2. που προστατεύει κάποιον ή κάτι από κίνδυνο, που παρέχει ασφάλεια: ~ός: μηχανισμός. ● Ουσ.: ασφαλιστικό (το): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. σύστημα ασφάλισης των εργαζομένων· κατ' επέκτ. ό,τι σχετίζεται με αυτό: το ~ των δημόσιων υπαλλήλων/ελεύθερων επαγγελματιών. Αλλαγή/μεταρρύθμιση του ~ού. Διάλογος/κινητοποιήσεις/νομοσχέδια για το ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ασφαλιστικά δικαιώματα: δυνατότητες κυρ. συνταξιοδότησης, περίθαλψης, κοινωνικής ασφάλισης που παρέχονται από ασφαλιστικούς φορείς σε δικαιούχους: ώριμα ~ ~. Εργασιακά/κοινωνικά/μισθολογικά ~ ~. ~ ~ των γυναικών. [< αγγλ. insurance rights] , ασφαλιστικά μέτρα: ΝΟΜ. που διατάσσονται από το δικαστήριο προσωρινά για την εξασφάλιση ή διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση κατάστασης: Διέταξε/κατέθεσε ~ ~ εναντίον/κατά ... Αίτηση/απόφαση/εκδίκαση/λήψη ~ών ~ων., ασφαλιστική (εταιρεία): επιχείρηση που παρέχει ασφάλειες., ασφαλιστική σύμβαση: με την οποία η ασφαλιστική επιχείρηση (ο ασφαλιστής) παρέχει προστασία στον ασφαλισμένο έναντι ασφαλίστρου., ασφαλιστικός οργανισμός: που παρέχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και σύνταξη στους ασφαλισμένους του., ασφαλιστικά/αναλογιστικά μαθηματικά βλ. μαθηματικά, ασφαλιστική δικλείδα/δικλείδα ασφαλείας βλ. δικλείδα, ασφαλιστική ενημερότητα βλ. ενημερότητα [< μεσν. ασφαλιστικός 'έγκυρος', γερμ. Versicherungs-]
7466ασφάλιστρα[ἀσφάλιστρα] α-σφά-λι-στρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ασφάλιστρο}: ΝΟΜ. ποσό που καταβάλλει περιοδικά ο ασφαλιζόμενος για ασφάλιση (προσώπου ή περιουσιακού στοιχείου): ενιαία/μηνιαία/μικτά ~. Ετήσια/μειωμένα ~. Υψηλά/χαμηλά ~. Αύξηση ~ίστρων. ~ αυτοκινήτου/ζωής/κινδύνου/κλοπής/μεταφορών/πυρός/υγείας. ~ οδικής βοήθειας. Βλ. αντ~, επασφάλιστρο, -τρο. [< γαλλ. pris d'assurance]
7467ασφαλίτης[ἀσφαλίτης] α-σφα-λί-της ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): πρόσωπο που υπηρετεί στην Ασφάλεια της ΕΛ.ΑΣ. ή είναι συνεργάτης της. Βλ. -ίτης.
7468ασφαλίτικος, η, ο [ἀσφαλίτικος] α-σφα-λί-τι-κος επίθ. (μειωτ.): που σχετίζεται με τον ασφαλίτη. Βλ. -ίτικος. ● Ουσ.: ασφαλίτικο (το) (προφ.): αυτοκίνητο της Ασφάλειας με συμβατικές πινακίδες. Βλ. μπατσικό, περιπολικό.
7469ασφαλτικός, ή, ό [ἀσφαλτικός] α-σφαλ-τι-κός επίθ.: που περιέχει άσφαλτο ή αναφέρεται σε αυτή: ~ός: τάπητας (= ασφαλτοτάπητας). ~ή: στρώση. ~ό: βερνίκι/γαλάκτωμα/σκυρόδεμα/υλικό. ~ές: εργασίες (= ασφαλτόστρωση). ~ά: κεραμίδια/προϊόντα. Μόνωση με ~ή μεμβράνη (= ασφαλτόπανο). Πβ. ασφαλτ-ούχος, -ώδης. [< γαλλ. asphaltique, αγγλ. asphaltic]
57627Ασφάλτινος

, η, ο χω-μά-τι-νος επίθ. 1. που αποτελείται από χώμα: ~ος: δρόμος (= χωματόδρομος). ~ο: γήπεδο/μονοπάτι/φράγμα (βλ. λιθόρριπτος). Βλ. πέτρινος, τσιμεντένιος.|| ~ο: σκεύος (= πήλινο).|| Η ~η φύση του ανθρώπου. Πβ. χοϊκός. ΣΥΝ. χωματένιος 2. που γίνεται σε χωματόδρομο ή είναι κατάλληλος για αυτόν: ~ος: αγώνας (ράλι).|| ~α: ελαστικά. Βλ. ασφάλτινος. [< μεσν. χωμάτινος]

7470ασφάλτινος, η, ο [ἀσφάλτινος] α-σφάλ-τι-νος επίθ.: (συνήθ. στον μηχανοκίνητο αθλητισμό) που αποτελείται από ή γίνεται σε άσφαλτο: ~η: ανάβαση/πίστα. ~ο: ράλι. ~οι: αγώνες. ~ες: διαδρομές. ~α: αυτοκίνητα/ελαστικά (: κατάλληλα για άσφαλτο).|| ~ος: δρόμος (= ασφαλτοστρωμένος). Βλ. χωμάτινος.
7471ασφαλτίτης[ἀσφαλτίτης] α-σφαλ-τί-της ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. καθαρή και στέρεη μορφή μαύρης ασφάλτου που βρίσκεται σε φυσικά αποθέματα. [< μτγν. ἀσφαλτῖτις (ἡ) 'ασφαλτώδης', γαλλ.-αγγλ. asphaltite]
7472ασφαλτόδρομος[ἀσφαλτόδρομος] α-σφαλ-τό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): ασφαλτοστρωμένος δρόμος, σε αντιδιαστολή κυρ. με τον χωματόδρομο. Βλ. -δρομος.
7473ασφαλτόπανο[ἀσφαλτόπανο] α-σφαλ-τό-πα-νο ουσ. (ουδ.): ειδικό ύφασμα εμποτισμένο με άσφαλτο, το οποίο χρησιμοποιείται ως μονωτικό υλικό: ~ στέγης. ~α για ταράτσες. Πβ. ασφαλτική μεμβράνη, πισσόχαρτο.
7474άσφαλτος[ἄσφαλτος] ά-σφαλ-τος ουσ. (θηλ.) {ασφάλτ-ου} & (σπάν.-λαϊκό) άσφαλτος (ο): φυσική στερεή ουσία μαύρου χρώματος ή το βαρύτερο προϊόν της κλασματικής απόσταξης του πετρελαίου, που χρησιμοποιείται για επίστρωση δρόμων, επικάλυψη ή μόνωση επιφανειών· (κυρ. συνεκδ.) το ίδιο το οδόστρωμα: θερμή/οξειδωμένη/ορυκτή/στεγνή/τροποποιημένη/υγρή/ψυχρή ~. Δρόμος στρωμένος με ~ο (= ασφαλτοστρωμένος). Πβ. πίσσα, πισσ~.|| Βρεγμένη/γλιστερή/φθαρμένη ~. (μτφ.) Η ζούγκλα/τα θύματα/ο Μολώχ/ο πόλεμος της ~ου. Στον βωμό της ~ου. Φόρος αίματος/θυσία/τραγωδία στην ~ο (: για πολύνεκρο τροχαίο). Ακολουθώ την/αφήνω την/βγαίνω στην ~ο.|| Κύπελλο/ράλι (/σπριντ) ~ου. [< αρχ. ἄσφαλτος, γαλλ. asphalte, αγγλ. asphalt]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.