Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8360-8380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7475άσφαλτος, η, ο [ἄσφαλτος] ά-σφαλ-τος επίθ. (λόγ.): αλάνθαστος. [< μεσν. άσφαλτος]
7476ασφαλτοστρωμένος, η, ο [ἀσφαλτοστρωμένος] α-σφαλ-το-στρω-μέ-νος επίθ.: που έχει καλυφθεί με άσφαλτο: ~ος: δρόμος. ~ο: οδικό δίκτυο. ΣΥΝ. ασφαλτόστρωτος [< γαλλ. asphalté , αγγλ. asphalted]
7477ασφαλτοστρώνω[ἀσφαλτοστρώνω] α-σφαλ-το-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {ασφαλτόστρω-σε, -θηκε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: καλύπτω μια επιφάνεια με άσφαλτο: ~θηκαν (αγροτικοί) δρόμοι. Βλ. τσιμεντοστρώνω. ΣΥΝ. ασφαλτώνω [< γαλλ. asphalter, αγγλ. asphalt]
7478ασφαλτόστρωση[ἀσφαλτόστρωση] α-σφαλ-τό-στρω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): επίστρωση, κάλυψη επιφάνειας με άσφαλτο: ~ δρόμου. Βλ. πισσάρισμα, πλακό-, τσιμεντό-, χαλικό-στρωση. ΣΥΝ. ασφάλτωση [< γαλλ. asphaltage]
7479ασφαλτόστρωτος, η, ο [ἀσφαλτόστρωτος] α-σφαλ-τό-στρω-τος επίθ.: ασφαλτοστρωμένος. Βλ. -στρωτος.
7480ασφαλτοτάπητας[ἀσφαλτοτάπητας] α-σφαλ-το-τά-πη-τας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): επίστρωση από άσφαλτο, ασφαλτικός τάπητας· συνεκδ. η ίδια η άσφαλτος. Βλ. χλοοτάπητας.
7481ασφαλτούχος, α/ος, ο [ἀσφαλτοῦχος] α-σφαλ-τού-χος επίθ. (επιστ.): που περιέχει άσφαλτο: ~ος: άμμος. ~α: ορυκτά/υλικά. Πβ. ασφαλτικός, ασφαλτώδης. Βλ. -ούχος2.
7482ασφαλτώδης, ης, ες [ἀσφαλτώδης] α-σφαλ-τώ-δης επίθ. {ασφαλτώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (επιστ.): ασφαλτούχος: ~εις: ύλες. Πβ. ασφαλτικός. Βλ. -ώδης. [< αρχ. ἀσφαλτώδης]
7483ασφαλτώνω[ἀσφαλτώνω] α-σφαλ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {ασφάλτω-σε, -θηκε, -μένος} (σπάν.): ασφαλτοστρώνω. [< μτγν. ἀσφαλτῶ]
7484ασφάλτωση[ἀσφάλτωση] α-σφάλ-τω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ασφαλτόστρωση. [< μεσν. ασφάλτωσις]
7485ασφαλώς[ἀσφαλῶς] α-σφα-λώς επίρρ. (λόγ.) 1. σίγουρα, βεβαίως, οπωσδήποτε: ~ δύσκολη υπόθεση.|| (επιτατ.) -Σωστή απόφαση; -~! Και ~ γνωρίζεις ότι ... ~ και είμαστε υπεύθυνοι. Πβ. σαφώς. 2. με ασφάλεια, σιγουριά: Ο ασθενής μεταφέρθηκε ~ στο νοσοκομείο. ● βλ. ασφαλής [< αρχ. ἀσφαλῶς]
7486ασφόδελος[ἀσφόδελος] α-σφό-δε-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έλου} & (λαϊκό-λογοτ.) ασφοδίλι (το): ΒΟΤ. πολυετές ποώδες φυτό (οικογ. Liliaceae, γένη Asphodelus και Asphodeline) διαφόρων ειδών, με επιμήκη, γραμμικά φύλλα και λευκά ή χρυσοκίτρινα άνθη σε σχήμα αστεριού. Βλ. γεώφυτα. [< αρχ. ἀσφόδελος, γαλλ. asphodèle, αγγλ. asphodel]
7487ασφράγιστος, η, ο [ἀσφράγιστος] α-σφρά-γι-στος επίθ. 1. που δεν φέρει σφραγίδα γνησιότητας ή ταινία ασφαλείας με σφραγίδα: ~ο: βιβλίο (εσόδων-εξόδων)/έγγραφο/σφάγιο. ~ες: αποδείξεις. ~α: γραμματόσημα/εισιτήρια. ~α (: λαθραία) πακέτα τσιγάρων. 2. που δεν είναι ερμητικά κλειστός. ΑΝΤ. ενσφράγιστος (2), σφραγιστός (2) 3. (για δόντι) που δεν έχει σφραγιστεί. [< 1: μτγν. ἀσφράγιστος]
7488ασφυκτικός, ή, ό [ἀσφυκτικός] α-σφυ-κτι-κός επίθ. & (προφ.) ασφυχτικός 1. που προκαλεί αίσθημα ασφυξίας, δυσχεραίνει την αναπνοή: ~ός: χώρος. ~ή: ατμόσφαιρα/ζέστη/θηλιά. Πβ. αποπνικτικός, πνιγηρός.|| ~ θάνατος. 2. (μτφ.) που ασκεί εντονότατη πίεση, εμποδίζει την ελευθερία δράσης ή στερεί τη δυνατότητα αντίδρασης: ~ός: ανταγωνισμός/έλεγχος/κλοιός. ~ή: επιτήρηση/παρακολούθηση/προστασία. ~ό: κλίμα/περιβάλλον. ~ές: συνθήκες. ~ά: περιθώρια/προβλήματα (: που επιζητούν άμεση λύση).|| (ΑΘΛ.) ~ή: άμυνα. ~ό: μαρκάρισμα (= πολύ στενό)/πρέσινγκ. Βλ. καταπιεστικός. ● επίρρ.: ασφυκτικά & ασφυχτικά: Η αίθουσα ήταν ~ γεμάτη. [< γαλλ.-αγγλ. asphyxiant]
7489ασφυκτιώ[ἀσφυκτιῶ] α-σφυ-κτι-ώ ρ. (αμτβ.) {ασφυκτι-άς ..., -ώντας· μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.-συνήθ. μτφ.): δυσκολεύομαι να κινηθώ, να λειτουργήσω ελεύθερα, σπανιότ. να αναπνεύσω: ~ά υπό την πίεση του χρόνου/κάτω από το βάρος των ευθυνών/λόγω έλλειψης χρημάτων. Πόλη που ~ά από την κίνηση/το τσιμέντο. Ένιωσα ότι ~ούσα (: πνιγόμουν). Πβ. καταπιέζομαι.|| ~ από τους καπνούς (: έχω δύσπνοια). Πβ. δυσφορώ. ΑΝΤ. αναπνέω (3) [< γαλλ. s' asphyxier]
7490ασφυξία[ἀσφυξία] α-σφυ-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. δυσκολία ή διακοπή της αναπνοής λόγω έλλειψης οξυγόνου και αύξησης της συγκέντρωσης του διοξειδίου του άνθρακα στον οργανισμό: περιγεννητική ~. ~ από εισπνοή τοξικών ουσιών/στραγγαλισμό. Θάνατος από ~ λόγω αναθυμιάσεων. Πβ. πνίξιμο.|| (κατ' επέκτ.) Συνωστισμός στα όρια της ~ας. Κόντεψα να πάθω ~ απ' την κακοσμία.|| ~ ύπνου. Πβ. δύσπνοια. Βλ. πνιγμονή. 2. (μτφ.) έντονη αίσθηση περιορισμού ή καταπίεσης: κυκλοφοριακή/οικιστική/πολεοδομική ~. Συνθήκες ~ας.|| (ΟΙΚΟΝ.) Οικονομική/πιστωτική ~ (στην αγορά). ~ από τα χρέη. Πβ. παράλυση. [< μτγν. ἀσφυξία 'παύση του σφυγμού', γαλλ. asphyxie, αγγλ. asphyxia]
7491ασφυξιογόνος, ος, ο [ἀσφυξιογόνος] α-σφυ-ξι-ο-γό-νος επίθ.: που προκαλεί ασφυξία: ~ος: ουσία. Βλ. αντι~, -γόνος. ● ΣΥΜΠΛ.: ασφυξιογόνα (αέρια): που προξενούν ερεθισμό και αναπνευστικά προβλήματα: έκθεση σε ~ ~. Βλ. δακρυγόνο, μονοξείδιο του αζώτου, φωσγένιο, χημικό, χλώριο. [< γαλλ. asphyxiant, αγγλ. asphyxiating]
7492ασχεδίαστος, η, ο [ἀσχεδίαστος] α-σχε-δί-α-στος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που γίνεται χωρίς σύστημα, προγραμματισμό: ~η: οικιστική επέκταση. Εσπευσμένες και ~ες κινήσεις. Βλ. απροσχεδίαστος. ● επίρρ.: ασχεδίαστα
7493ασχετίλα[ἀσχετίλα] α-σχε-τί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ασχετοσύνη. Βλ. -ίλα.
7494ασχετίλας[ἀσχετίλας] α-σχε-τί-λας ουσ. (αρσ.) (αργκό): άσχετος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.