| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7495 | άσχετος | , η, ο [ἄσχετος] ά-σχε-τος επίθ. 1. που δεν σχετίζεται, δεν συνδέεται με κάτι: απαντήσεις ~ες με τις ερωτήσεις. Αναφορά ~η (ως) προς το θέμα. Γεγονότα ~α μεταξύ τους. Στοιχεία ~α (και ανεξάρτητα/διαφορετικά) το ένα από το άλλο. Πβ. ασύνδετος, ασυσχέτιστος, ξεκάρφωτος. ΑΝΤ. συναφής, σχετικός (1) 2. (μειωτ.) (για πρόσ.) που αγνοεί εντελώς κάτι: ~οι: άνθρωποι. Είναι ~ με τα οικονομικά/περί του θέματος. ~ από υπολογιστές. Πβ. άκυρος. Βλ. παν~. ΑΝΤ. σχετικός (3) ● Ουσ.: άσχετος, άσχετη (ο/η): Για πείτε και σε μένα τον ~ο, πώς ... ~ε! (: ως προσφών., για δήλωση αγανάκτησης). Πβ. αδαής, ανίδεος. ΑΝΤ. ειδικός, εξπέρ ● επίρρ.: άσχετα & (λόγ.) ασχέτως: χωρίς να υπάρχει σχέση, σύνδεση, συσχετισμός: Μίλα ελεύθερα, ~α από (/με το) αν διαφωνούμε. Ίσες ευκαιρίες σε όλους, ~ως (= αδιακρίτως) καταγωγής και φύλου. Πβ. ανεξάρτητα, ανεξαρτήτως. ● ΦΡ.: άσχετο (νεαν. αργκό): στην αρχή ή στο τέλος φράσης, για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχει σχέση με τα προαναφερθέντα: Καλό, αλλά ~!, στο άσχετο (νεαν. αργκό) 1. για κάτι που δεν σχετίζεται με τα συμφραζόμενά του, με το περιβάλλον του: Της έπιασε στο (εντελώς/τελείως) ~ κουβέντα και γνωρίστηκαν. ΣΥΝ. στο ξεκούδουνο 2. ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση: Έσκασε μύτη ~ ~. Ο υπολογιστής κάνει επανεκκίνηση ~ ~. Πετάχτηκε ~ ~ να πει τη γνώμη του. Πβ. στο ξεκάρφωτο. [< μτγν. ἄσχετος] | |
| 7496 | ασχετοσύνη | [ἀσχετοσύνη] α-σχε-το-σύ-νη ουσ. (θηλ.): πλήρης άγνοια: παροιμιώδης ~. ~ και αγραμματοσύνη/αμορφωσιά.|| (στον πληθ.) Μην πετάς ~ες (: λόγια που δεν σχετίζονται με το θέμα).|| (επιτατ.) Με την ~ που τον δέρνει ... Πβ. αδαημοσύνη, ασχετίλα. Βλ. -οσύνη. | |
| 7497 | ασχημαίνω | [ἀσχημαίνω] α-σχη-μαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ασχήμ-υνα} ΑΝΤ. ομορφαίνω 1. κάνω (κάποιον ή κάτι) άσχημο: Τα σκουπίδια ~ουν την πόλη.|| Αυτό το ντύσιμο την ~ει (: δεν της πάει, δεν την κολακεύει καθόλου). ΣΥΝ. ασχημίζω ΑΝΤ. καλλωπίζω 2. γίνομαι άσχημος: ~υνε με τα χρόνια και τα βάσανα (= χάλασε). [< μεσν. ασχημαίνω] | |
| 7498 | ασχημάντρας | [ἀσχημάντρας] α-σχη-μά-ντρας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άσχημος άντρας. ΑΝΤ. ομορφάντρας | |
| 7499 | ασχημάτιστος | , η, ο [ἀσχημάτιστος] α-σχη-μά-τι-στος επίθ.: που δεν έχει πάρει ακόμη συγκεκριμένη ή τελική, οριστική μορφή· αδιαμόρφωτος: ~ος: βλαστός (φυτού). ~η: ύλη. Πβ. αδιάπλαστος, άμορφος.|| ~ες: ιδέες. Πβ. ανολοκλήρωτος. [< αρχ. ἀσχημάτιστος] | |
| 7500 | ασχήμια | [ἀσχήμια] α-σχή-μια ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) ασχημία 1. έλλειψη ή απουσία ομορφιάς: αισθητική/αρχιτεκτονική/εξωτερική/εσωτερική/φυσική ~. Η ~ των κτιρίων/του προσώπου/της ψυχής. Πβ. δυσμορφία. ΑΝΤ. καλλονή (2), κάλλος 2. (κυρ. στον πληθ.) απρεπής πράξη ή συμπεριφορά: αθλιότητες/βαρβαρότητες και ~ιες. Εικόνες ντροπής και ~ιας. ● ΣΥΜΠΛ.: τέρας ασχήμιας βλ. τέρας [< μεσν. ασχημία] | |
| 7501 | ασχημίζω | [ἀσχημίζω] α-σχη-μί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ασχήμισε}: ασχημαίνω. ΑΝΤ. καλλωπίζω [< μεσν. ασχημίζω] | |
| 7502 | ασχημο- & ασχημό- & ασχημ- | & ασκημο- & ασκημό- & ασκημ-: α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων με τη σημασία του κακοφτιαγμένου, του δυσάρεστου στην όψη: ασχημο-μούρης. Ασχημό-παπο/-φατσα. Ασχημ-άντρας. ΑΝΤ. ομορφο- & ομορφό- | |
| 7503 | ασχημομούρης | , α, ικο [ἀσχημομούρης] α-σχη-μο-μού-ρης επίθ./ουσ. {αρσ. πληθ. ασχημομούρηδες | κυρ. ως ουσ.} (προφ.): που έχει άσχημο πρόσωπο. Πβ. δύσμορφος, κακομούτσουνος. Βλ. κακοφτιαγμένος. ΑΝΤ. όμορφος (1), ωραίος | |
| 7504 | ασχημονώ | [ἀσχημονῶ] α-σχη-μο-νώ ρ. (αμτβ.) {ασχημον-είς ..., -ώντας} (λόγ.): συμπεριφέρομαι απρεπώς: Βέβηλοι ~ούν κατά μνημείων. Βλ. βανδαλίζω, βιαιοπραγώ, βωμολοχώ, λεηλατώ, φωνασκώ. ● ΦΡ.: έξεστι(ν) Κλαζομενίοις ασχημονείν (αρχαιοπρ.): λέγεται απαξιωτικά για ανθρώπους που συμπεριφέρονται με απρέπεια: Δεν είναι η πρώτη φορά που ψεύδεστε ασυστόλως· "~ ~". [< αρχ. ἀσχημονῶ] | |
| 7505 | ασχημόπαπο | [ἀσχημόπαπο] α-σχη-μό-πα-πο ουσ. (ουδ.): άσχημος άνθρωπος, συνήθ. κοπέλα ή παιδί: ~ που μεταμορφώθηκε σε καλλονή/ομορφόπαιδο.|| (κυριολ.) Το παραμύθι του ~ου που έγινε κύκνος. [< αγγλ. ugly duckling] | |
| 7506 | άσχημος | , η, ο [ἂσχημος] ά-σχη-μος επίθ. & (λαϊκό) άσκημος 1. που δεν είναι ή δεν θεωρείται όμορφος, δεν έχει ωραία εμφάνιση: ~ος: άντρας. ~η: γυναίκα/πόλη/φάτσα (: ασχημόφατσα). ~ο: ντύσιμο/παιδί/πρόσωπο/σώμα. ~α: χαρακτηριστικά. Πβ. δύσμορφος, κακόμορφος, κακοφτιαγμένος. Βλ. κακ~, παν~, τέρας. 2. δυσάρεστος, αρνητικός, επικίνδυνος: ~ος: δρόμος/καιρός/τραυματισμός (= σοβαρός, ΑΝΤ. επιπόλαιος). ~η: αρρώστια (= βαριά)/διάθεση/είδηση/εντύπωση/κατάσταση (υγείας)/μυρωδιά/σκέψη. ~ο: κλίμα/όνειρο/περιστατικό/προηγούμενο (= κακό)/συναίσθημα/τέλος/χτύπημα. ~α: νέα. ~η (= αρνητική) πλευρά των πραγμάτων. ~ο πράγμα η μοναξιά. ~ες καιρικές συνθήκες. Το θέμα πήρε ~η εξέλιξη/τροπή. Ακούγεται/είναι ~ο να ... Με βρήκατε σε ~η (= ακατάλληλη) στιγμή/ώρα.|| (ως ουσ.) Το ~ο (= κακό) είναι ότι/που/πως ... ΑΝΤ. ευχάριστος, καλός (9) 3. απρεπής, αγενής, ανάρμοστος: ~ος: χαρακτηρισμός. ~η: αντίδραση/αντιμετώπιση/έκφραση/κουβέντα (πβ. αισχρή)/πράξη/συμπεριφορά. ~ο: ύφος. ~οι: τρόποι. Αντάλλαξαν ~α λόγια και πιάστηκαν στα χέρια. ΑΝΤ. ευπρεπής. ● Υποκ.: ασχημούλης , α, ικο & ασκημούλης: στη σημ. 1., ασχημούλικος , η/ια, ο & ασκημούλικος: στη σημ. 1., ασχημούτσικος , η/ια, ο & ασκημούτσικος: στη σημ. 1. ● επίρρ.: άσχημα & (λαϊκό) άσκημα: ΣΥΝ. κακά ● ΦΡ.: δεν είναι (κι) άσχημο: (με επιφύλαξη) είναι εντάξει: Σου αρέσει το φαγητό; -~ ~! Δεν είναι κι ~η ιδέα! Δεν είναι καθόλου ~!, το πήρε άσχημα: αντέδρασε αρνητικά, στενοχωρήθηκε ή θίχτηκε. Πβ. παίρνω/βλέπω κάτι στραβά. ΑΝΤ. το πήρε καλά, (τα) περνάω καλά/άσχημα βλ. καλά, άσχημο παιδί στην κούνια, όμορφο στη ρούγα βλ. ρούγα, κάνω καλά/άσχημα βλ. κάνω, παίζω άσχημο παιχνίδι σε κάποιον βλ. παιχνίδι, την έχω καλά/άσχημα βλ. έχω [< μεσν. άσχημος, άσκημος] | |
| 7507 | ασχημοσύνη | [ἀσχημοσύνη] α-σχη-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απρέπεια, ασχήμια: ~ και θρασύτητα/χυδαιότητα.|| Βανδαλισμοί/έκτροπα και ~ες (: ανάρμοστες πράξεις). Βλ. -οσύνη. [< αρχ. ἀσχημοσύνη] | |
| 7508 | ασχημόφατσα | [ἀσχημόφατσα] α-σχη-μό-φα-τσα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): άσχημο πρόσωπο. ΣΥΝ. παλιόφατσα (2) | |
| 7509 | ασχολία | [ἀσχολία] α-σχο-λί-α ουσ. (θηλ.): το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται κάποιος· ενασχόληση με κάτι: αγαπημένη/αγροτική/αποκλειστική/βιοποριστική/δημιουργική/ενδιαφέρουσα/επαγγελματική/ερασιτεχνική/καθημερινή/πνευματική/προσοδοφόρα/σοβαρή ~. Ευχάριστη ~ στις ελεύθερες ώρες. Κύρια ~ των κατοίκων είναι η κτηνοτροφία. Εξωσχολικές ~ες μαθητών. Έχει πολλές ~ες.|| Η ~ με τον αθλητισμό/τον χορό.|| (ΝΟΜ.-ΛΟΓΙΣΤ.) Έσοδα παρεπόμενων ~ών. Πβ. απασχόληση. Βλ. δραστηριότητα, χόμπι. [< αρχ. ἀσχολία, γαλλ. occupation] | |
| 7510 | ασχολίαστος | , η, ο [ἀσχολίαστος] α-σχο-λί-α-στος επίθ. 1. που δεν έχει σχολιαστεί: Το περιστατικό πέρασε απαρατήρητο και ~ο.|| (προφ.) Θα το αφήσω ~ο αυτό που είπε (: τόσο απαράδεκτο που δεν χρήζει σχολιασμού). 2. ΦΙΛΟΛ. (για κείμενο) που δεν έχει φιλολογικά (ερμηνευτικά ή κριτικά) σχόλια. | |
| 7511 | ασχολούμαι | [ἀσχολοῦμαι] α-σχο-λού-μαι ρ. (αμτβ.) {ασχολ-είσαι, -ούμαστε | ασχολ-ήθηκα, ασχολ-ούμενος} 1. αφιερώνω τον χρόνο και την ενέργειά μου, επικεντρώνω το ενδιαφέρον μου σε κάτι ή κάποιον: ~ με την ορειβασία/τους υπολογιστές/τη φωτογραφία/τον χορό. ~ επαγγελματικά με τη ζωγραφική/σοβαρά με τη δουλειά μου/συστηματικά με τη μουσική. Από μικρός ~ήθηκα με το πιάνο.|| (προφ.) Αφήστε με ήσυχο, μην ~είστε μαζί μου!|| (ελλειπτ.) Μην ~είσαι!|| (μειωτ.) Ποιος ~είται μαζί σου; Κοίτα με τι ~είται! Πβ. απ~, εν~, καταγίνομαι, καταπιάνομαι. 2. ασκώ μια δραστηριότητα, επαγγελματική ή άλλη: -Με τι ~είσαι; - Είμαι εκπαιδευτικός/φοιτητής. Εταιρεία που ~είται με την πώληση ... (: έχει ως αντικείμενο). [< αρχ. ἀσχολοῦμαι, γαλλ. s'occuper] | |
| 7512 | ασώματος | , η/ος, ο [ἀσώματος] α-σώ-μα-τος επίθ. ΑΝΤ. ενσώματος 1. ΘΕΟΛ. που δεν έχει σώμα, σωματική και γενικότ. υλική υπόσταση: ~ος: λόγος. Ο Θεός ως πνεύμα είναι ~. Η εκκλησία των Αγίων Ασωμάτων (: των Αρχαγγέλων). Οι άγγελοι είναι όντα άυλα και ~α. Πβ. άσαρκος. 2. ΝΟΜ. για περιουσιακά στοιχεία που δεν έχουν υλική, φυσική υπόσταση, όπως είναι τα δικαιώματα ή τα προνόμια: ~ες: ακινητοποιήσεις (: μη χρηματικά στοιχεία ενεργητικού). ~α: πάγια. Πβ. άυλος. ● ΣΥΜΠΛ.: ασώματος κεφαλή 1. (κυρ. παλαιότ., λαϊκό θέαμα σε πανηγύρια) κεφάλι χωρίς σώμα. 2. (μτφ.) για πρόσωπο και κυρ. για όργανο, θεσμό χωρίς λαϊκά ή άλλα ερείσματα: οι ~ες ~ές στην κορυφή της δημόσιας διοίκησης/στα παράθυρα της τηλεόρασης. Βλ. ακέφαλος. [< αρχ. ἀσώματος] | |
| 7513 | άσωστος | , η, ο [ἄσωστος] ά-σω-στος επίθ. (λογοτ.): που δεν τελειώνει, δεν εξαντλείται, δεν στερεύει: κάτω απ' τον ~ο (= απέραντο) ουρανό. Πβ. ανεξάντλητος, αστείρευτος, ατελείωτος. | |
| 7514 | ασωτεύω | [ἀσωτεύω] α-σω-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (σπάν.-λόγ.): ζω άσωτα, κάνω άσωτη ζωή. [< μτγν. ἀσωτεύω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ