Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8400-8420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7515ασωτία[ἀσωτία] α-σω-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. άσωτη ζωή. Πβ. ακολασία, διαφθορά, παραλυσία. Βλ. έκλυση (των) ηθών. ΑΝΤ. εγκράτεια (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} ακόλαστες πράξεις: ~ες και κραιπάλες. [< αρχ. ἀσωτία]
7516άσωτος, η, ο [ἄσωτος] ά-σω-τος επίθ.: που δεν έχει μέτρο και φραγμούς, ακόλαστος: ~η: ζωή (= διεφθαρμένη, σπάταλη). ~ο: παρελθόν.|| (ως ουσ.) ~οι και φιλήδονοι. Πβ. αχαλίνωτος, έκλυτος. ΑΝΤ. εγκρατής (1), μετρημένος (1) ● επίρρ.: άσωτα & (λόγ.) ασώτως ● ΣΥΜΠΛ.: άσωτος (υιός): (συνήθ. ειρων., χιουμορ. ή περιπαικτικά) για νεαρό άνδρα που έχει απομακρυνθεί από την οικογένειά του (ή άλλο οικείο περιβάλλον) και σπαταλά την οικογενειακή περιουσία ή γενικότ. δεν ζει έντιμα: (ως ουσ.) Η επιστροφή του ασώτου.|| (ΚΔ) Η παραβολή του ασώτου υιού., Κυριακή του Ασώτου: ΕΚΚΛΗΣ. η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου. [< αρχ. ἄσωτος]
7517ΑΤ(το): Αστυνομικό Τμήμα.
7518ατουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. παπάκι. [< αμερικ. at sign, 1977, πβ. ιταλ. at, 1995]
7519άτα[ἄτα] ά-τα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (οικ., για μωρό): βόλτα: Κάνε μαμ, για να πάμε ~! [< (στρ)άτα]
7520αταβισμός[ἀταβισμός] α-τα-βι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. επανεμφάνιση ενός ή περισσότερων χαρακτηριστικών προγόνου σε απογόνους του, ύστερα από δύο τουλάχιστον γενεές. 2. (μτφ.) κληρονόμηση αρνητικού χαρακτηριστικού ή ξεπερασμένης από τα πράγματα ιδέας, προσέγγισης, συμπεριφοράς: ιδεολογικός/ιστορικός/πολιτικός ~. Φαινόμενα κοινωνικού ~ού. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. atavisme]
7521αταβιστικός, ή, ό [ἀταβιστικός] α-τα-βι-στι-κός επίθ.: (συνήθ. μτφ.-αρνητ.) που σχετίζεται με τον αταβισμό: ~ή: συμπεριφορά. ~ό: κατάλοιπο.|| (κυριολ.) ~ά: χαρακτηριστικά (ΑΝΤ. επίκτητα). Βλ. κληρονομικός, -ιστικός1. [< γαλλ. atavique]
7522αταίριαστος, η, ο [ἀταίριαστος] α-ταί-ρια-στος επίθ. & (σπάν.) αταίριαχτος 1. που δεν ταιριάζει, δεν εναρμονίζεται με κάτι ή κάποιον άλλο: ~η: εμφάνιση. ~οι: συνδυασμοί. ~α: χρώματα. Φοράει ~α ρούχα. Είχε φωνή ~η με το παρουσιαστικό της.|| (ως ουσ.) Προσπαθούν να ταιριάξουν τα ~α. Πβ. δυσαρμονικός.|| ~η: παρέα/φιλία. ~ο: ζευγάρι. ~οι: κόσμοι/χαρακτήρες. Είναι εντελώς ~οι μεταξύ τους. Πβ. παράταιρος. ΑΝΤ. ταιριαστός (1) 2. που δεν αρμόζει, ακατάλληλος: ~η: συμπεριφορά. ~α: λόγια. Πβ. ανάρμοστος, άπρεπος. ● επίρρ.: αταίριαστα [< μεσν. αταίριαστος]
7523ατάιστος, η, ο [ἀτάιστος] α-τά-ι-στος επίθ.: (κυρ. για μωρό ή ζώο) που δεν του έχουν δώσει τροφή: ~ο (= νηστικό) το άφησες/έχεις το παιδί; ΑΝΤ. φαγωμένος (1)
7524ατάκα[ἀτάκα] α-τά-κα ουσ. (θηλ.) 1. μεμονωμένη φράση σε θεατρική ή κινηματογραφική στιχομυθία· κατ' επέκτ. κάθε ετοιμόλογη απάντηση: διάσημες/κλασικές ~ες.|| Άπαιχτη/έξυπνη/ξεκαρδιστική/φοβερή/χιλιοειπωμένη ~. Αγαπημένες/αξέχαστες ~ες. Είπε/έριξε/πέταξε την ~ της βραδιάς/χρονιάς. 2. ΜΟΥΣ. υπόδειξη που δηλώνει τη μετάβαση από το ένα μουσικό κομμάτι στο άλλο χωρίς παύση. ● ΦΡ.: ατάκα κι επί τόπου (προφ.): (τώρα) αμέσως, χωρίς καθυστέρηση: Απάντησε ~ ~. [< 2: ιταλ. attacca]
7525ατακαδόρος[ἀτακαδόρος] α-τα-κα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): που συνηθίζει να μιλάει με ατάκες, ετοιμόλογος. Βλ. -αδόρος.
7526ατακάρω[ἀτακάρω] α-τα-κά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σπανιότ. ατάκαρ-α κ. -ισα, συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (προφ.): απαντώ ή μιλώ με ατάκες. [< ιταλ. attaccare]
7527ατακτοποίητος, η, ο [ἀτακτοποίητος] α-τα-κτο-ποί-η-τος επίθ. & αταχτοποίητος 1. που δεν τακτοποιήθηκε, δεν ταξινομήθηκε, δεν μπήκε στη θέση του: ~ο: δωμάτιο (= αμάζευτο, ανοικοκύρευτο, ΑΝΤ. συγυρισμένο, τακτοποιημένο). ~α: ρούχα.|| (μτφ.) ~ες: σκέψεις. Πβ. ακατάστατος. 2. για υπόθεση που δεν έχει διευθετηθεί, βρίσκεται σε εκκρεμότητα: ~η: δουλειά. ~ες: διαφορές (ΑΝΤ. διευθετημένος). ~α: χρέη. ΣΥΝ. εκκρεμής
7528άτακτος, η, ο [ἄτακτος] ά-τα-κτος επίθ. & (σπάν.-λαϊκό) άταχτος 1. ανοργάνωτος, χωρίς τάξη, ρυθμό ή σύστημα, κατά τρόπο τυχαίο: ~η: οπισθοχώρηση. Το στράτευμα ετράπη σε ~η φυγή. ΑΝΤ. οργανωμένος.|| (μτφ.) ~η: αναδίπλωση. Ο υπουργός υποχρεώθηκε σε ~η υποχώρηση στο θέμα ...|| ~η ζωή (= άστατη, ακατάστατη).|| ~ος: κύκλος περιόδου/σφυγμός (ΣΥΝ. ακανόνιστος, ΑΝΤ. κανονικός). Η ~η κίνηση των ατόμων και των μορίων.|| ~η καταγγελία σύμβασης εργασίας (: άμεση απόλυση, χωρίς προειδοποίηση, ΑΝΤ. τακτική). 2. που κάνει αταξίες, απείθαρχος, ανυπάκουος: ~ο: παιδί. ~οι: μαθητές (ΑΝΤ. υπάκουοι, φρόνιμοι).|| (ως ουσ.) Ο ~ της παρέας (πβ. σκανταλιάρης, ζιζάνιο, ζωηρός). 3. ΣΤΡΑΤ. που δεν ανήκει σε τακτικό στρατό: ~οι: πολεμιστές. ~ες: δυνάμεις/(ένοπλες) ομάδες. ~α: σώματα. ● Ουσ.: άτακτοι (οι): ομάδες ανταρτών: επίθεση/ομάδες/σώμα ~άκτων. ● Υποκ.: ατακτούλης , α, ικο: Πολύ ~ μας προέκυψε ο ... (: ερωτικά άστατος). Μικρούλα και ~α. ● επίρρ.: άτακτα & άταχτα: Βλ. ατάκτως. [< 1: αρχ. ἄτακτος, μεσν. άταχτος]
7529ατακτώ[ἀτακτῶ] α-τα-κτώ ρ. (αμτβ.) {ατακτείς ... | ατάκτ-ησα, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): δεν υπακούω, δεν πειθαρχώ, κάνω αταξίες, είμαι άτακτος: Μαθητές που ~ούν. [< αρχ. ἀτακτῶ]
7530ατάκτως[ἀτάκτως] α-τά-κτως επίρρ. (λόγ.): χωρίς τάξη, απείθαρχα: Το στράτευμα υποχώρησε ~.|| (ειρων.) Η κυβέρνηση υπαναχωρεί ~. ● ΦΡ.: (λίθοι,) πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα & ατάκτως ερριμμένα (εσφαλμ. ερριμμένοι): (λόγ.) για να δηλωθεί έλλειψη οργάνωσης, τάξης ή ερείπωση, καταστροφή: ~ ~ , χαρακτήρισε το νομοσχέδιο ο εκπρόσωπος της αντιπολίτευσης.|| ~ ~ ήταν ό,τι απέμεινε μετά τον σεισμό.|| (μτφ.) Σκέψεις ατάκτως ερριμμένες. [< αρχ. ἀτάκτως]
7531αταλάντευτος, η, ο [ἀταλάντευτος] α-τα-λά-ντευ-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν μεταβάλλεται, σταθερός, αμετακίνητος: ~ος: υπερασπιστής των απόψεών του/χαρακτήρας. ~η: απόφαση/πεποίθηση/πολιτική. ~ο: αίτημα/θάρρος. (Παρ)έμεινε ~ (= αμετακίνητος, σταθερός) στις αρχές/στα πιστεύω της. Στόχος μας ~ είναι ... ΣΥΝ. ακλόνητος (1) ● επίρρ.: αταλάντευτα [< μτγν. ἀταλάντευτος]
7532ατάλαντος, η, ο [ἀτάλαντος] α-τά-λα-ντος επίθ.: που δεν έχει ταλέντο: ~ος: καλλιτέχνης. Είναι εντελώς ~ ως ηθοποιός.|| (ως ουσ.) Οι ~οι και απαίδευτοι. ΑΝΤ. ταλαντούχος [< αρχ. ἀτάλαντος 'ίσος, όμοιος', αγγλ. untalented]
7533αταξία[ἀταξία] α-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία τάξης, οργάνωσης, ομαλότητας: δημοσιονομική/πολεοδομική ~. Στο δωμάτιο επικρατεί ~ (: ακαταστασία). Ζει σε πλήρη ~ και ανοργανωσιά. Πβ. αναστάτωση, αρρυθμία. 2. {συνήθ. στον πληθ.} παρεκτροπή από την τάξη: παιδικές ~ες. Ο μικρός δεν σταματά να κάνει ~ες στο σχολείο και στο σπίτι/ολοένα σκαρφίζεται καινούργιες ~ες (πβ. σκανταλιές, φάρσες).|| Ερωτικές ~ες (= απιστίες, τσιλημπουρδίσματα). Νεανικές ~ες (= τρέλες).|| Διαχειριστικές/οικονομικές ~ες (= ατασθαλίες). Πβ. παράπτωμα. 3. ΙΑΤΡ. αδυναμία μυϊκού συντονισμού λόγω νευρολογικής βλάβης: κινητική ~. Βλ. εγκεφαλική παράλυση. 4. ΦΥΣ. (αναφέρεται στην κατανομή ατόμων, ενέργειας) απουσία αναγνωρίσιμης και περιγράψιμης κανονικότητας, συμμετρίας: δομική/χημική ~. Πβ. χάος. Βλ. εντροπία. [< αρχ. ἀταξία 3: γαλλ. ataxie, αγγλ. ataxia 4: αγγλ. disorder]
7534αταξίδευτος, η, ο [ἀταξίδευτος] α-τα-ξί-δευ-τος επίθ.: που δεν έχει ταξιδέψει: ~ος: άνθρωπος. Καράβι ~ο (: που δεν έχει αρμενίσει ακόμη).|| (μτφ.) ~α: όνειρα. ΑΝΤ. ταξιδεμένος (1)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.