| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7532 | ατάλαντος | , η, ο [ἀτάλαντος] α-τά-λα-ντος επίθ.: που δεν έχει ταλέντο: ~ος: καλλιτέχνης. Είναι εντελώς ~ ως ηθοποιός.|| (ως ουσ.) Οι ~οι και απαίδευτοι. ΑΝΤ. ταλαντούχος [< αρχ. ἀτάλαντος 'ίσος, όμοιος', αγγλ. untalented] | |
| 7533 | αταξία | [ἀταξία] α-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία τάξης, οργάνωσης, ομαλότητας: δημοσιονομική/πολεοδομική ~. Στο δωμάτιο επικρατεί ~ (: ακαταστασία). Ζει σε πλήρη ~ και ανοργανωσιά. Πβ. αναστάτωση, αρρυθμία. 2. {συνήθ. στον πληθ.} παρεκτροπή από την τάξη: παιδικές ~ες. Ο μικρός δεν σταματά να κάνει ~ες στο σχολείο και στο σπίτι/ολοένα σκαρφίζεται καινούργιες ~ες (πβ. σκανταλιές, φάρσες).|| Ερωτικές ~ες (= απιστίες, τσιλημπουρδίσματα). Νεανικές ~ες (= τρέλες).|| Διαχειριστικές/οικονομικές ~ες (= ατασθαλίες). Πβ. παράπτωμα. 3. ΙΑΤΡ. αδυναμία μυϊκού συντονισμού λόγω νευρολογικής βλάβης: κινητική ~. Βλ. εγκεφαλική παράλυση. 4. ΦΥΣ. (αναφέρεται στην κατανομή ατόμων, ενέργειας) απουσία αναγνωρίσιμης και περιγράψιμης κανονικότητας, συμμετρίας: δομική/χημική ~. Πβ. χάος. Βλ. εντροπία. [< αρχ. ἀταξία 3: γαλλ. ataxie, αγγλ. ataxia 4: αγγλ. disorder] | |
| 7534 | αταξίδευτος | , η, ο [ἀταξίδευτος] α-τα-ξί-δευ-τος επίθ.: που δεν έχει ταξιδέψει: ~ος: άνθρωπος. Καράβι ~ο (: που δεν έχει αρμενίσει ακόμη).|| (μτφ.) ~α: όνειρα. ΑΝΤ. ταξιδεμένος (1) | |
| 7535 | αταξικός | , ή, ό [ἀταξικός] α-τα-ξι-κός επίθ. 1. ΠΟΛΙΤ. που δεν χαρακτηρίζεται από ταξικό διαχωρισμό. ΑΝΤ. ταξικός 2. ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην αταξία: ~ό: βάδισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αταξική κοινωνία: ΠΟΛΙΤ. που δεν διακρίνεται σε κοινωνικές τάξεις. [< 1: γερμ. klassenlos 2: γαλλ. ataxique] | |
| 7536 | αταξινόμητος | , η, ο [ἀταξινόμητος] α-τα-ξι-νό-μη-τος επίθ. 1. που δεν ταξινομήθηκε σύμφωνα με κάποια σειρά ή κάποιο σύστημα: ~ο: αρχείο. ~α: δεδομένα. ΑΝΤ. ταξινομημένος 2. που δεν εντάσσεται σε κατηγορία: έργο ~ο. ΑΝΤ. κατατάξιμος [< γαλλ. inclassable] | |
| 7537 | αταραξία | [ἀταραξία] α-τα-ρα-ξί-α ουσ. (θηλ.): κατάσταση ψυχικής ηρεμίας: απόλυτη/εσωτερική/ολύμπια ~. ΣΥΝ. γαλήνη (1), ψυχραιμία ΑΝΤ. ταραχή (1) [< αρχ. ἀταραξία] | |
| 7538 | ατάραχος | , η, ο [ἀτάραχος] α-τά-ρα-χος επίθ. 1. που δεν ταράζεται, δεν εκφράζει ψυχική ένταση: ~ος: ύπνος. ~η: ζωή. ~ο: βλέμμα/ύφος. Δέχθηκε ~ την ετυμηγορία. Παρακολουθούσε ~ και αμέτοχος/ανέκφραστος τη συζήτηση. Πβ. φλεγματικός. ΣΥΝ. νηφάλιος (1), ψύχραιμος ΑΝΤ. ανήσυχος (1) 2. (λογοτ.) ήρεμος, γαλήνιος: ~α: νερά (της λίμνης). ● επίρρ.: ατάραχα [< αρχ. ἀτάραχος] | |
| 7539 | ατασθαλία | [ἀτασθαλία] α-τα-σθα-λί-α ουσ. (θηλ.) {ατασθαλιών, συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): πράξη που παραβαίνει την ηθική τάξη, τον νόμο ή γενικότ. τους κανόνες ενός συστήματος: διαχειριστική/λογιστική ~. Διοικητικές/πολεοδομικές/πολιτικές/φορολογικές ~ες. Καταγγελίες για κακοδιαχείριση και οικονομικές ~ες του δήμου. Απάτες και ~ες σε βάρος της εταιρείας.|| Διατροφικές/ερωτικές ~ες. Πβ. αταξία, παρατυπία, παρεκτροπή. [< αρχ. ἀτασθαλία ‘ανόητη έπαρση, κακοήθεια’] | |
| 7540 | ατάσθαλος | , η, ο [ἀτάσθαλος] α-τά-σθα-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): ανεπίτρεπτος, (ηθικά) ανάρμοστος: ~η: συμπεριφορά. [< αρχ. ἀτάσθαλος ‘υπερφίαλος, αναιδής’] | |
| 7541 | αταύτιστος | , η, ο [ἀταύτιστος] α-ταύ-τι-στος επίθ.: που δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η ταυτότητά του: ~ο: έργο. Πβ. άγνωστος. [< μεσν. αταύτιστος] | |
| 7542 | άταφος | , η, ο [ἄταφος] ά-τα-φος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει ενταφιαστεί: ~ο: πτώμα. Βλ. ακήδευτος. ΣΥΝ. άθαφτος ● ΣΥΜΠΛ.: άταφος νεκρός (μτφ.): για κάτι που έχει φθαρεί, έχει χάσει την ισχύ του και παρ' όλα αυτά επιβιώνει. [< αρχ. ἄταφος] | |
| 7543 | αταχτοποίητος | , η, ο βλ. ατακτοποίητος | |
| 7544 | άταχτος | , η, ο βλ. άτακτος | |
| 7545 | ΑΤΕ | (η) (ως το 2012): Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος. | |
| 7546 | άτεγκτος | , η, ο [ἄτεγκτος] ά-τε-γκτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): σκληρός, ανελέητος: ~ος: κριτής/νόμος. ~η: πολιτική/στάση (= απόλυτη). ~ο: δικαστήριο/καθεστώς/σύστημα. Είναι ~ (= αδιάλλακτος, άκαμπτος, ανένδοτος) σε θέματα αρχών. Πβ. ανεπιεικής, ανυποχώρητος. ● επίρρ.: άτεγκτα [< αρχ. ἄτεγκτος] | |
| 7547 | ΑΤΕΙ | (το): Ανώτατο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα. | |
| 7548 | ατείχιστος | , η, ο [ἀτείχιστος] α-τεί-χι-στος επίθ.: που δεν προφυλάσσεται από τείχος: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ος: οικισμός. ~η: πόλη. Πβ. ανοχύρωτος. [< αρχ. ἀτείχιστος] | |
| 7549 | ατεκμηρίωτος | , η, ο [ἀτεκμηρίωτος] α-τεκ-μη-ρί-ω-τος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να τεκμηριωθεί: ~ος: φόβος (= αναιτιολόγητος)/χαρακτηρισμός. ~η: καταγγελία (= αναπόδεικτη). ~ο: επιχείρημα/συμπέρασμα. ~ες: απόψεις/κατηγορίες (= αστήρικτες). Ισχυρισμοί επιστημονικά/ιστορικά ~οι (= αβάσιμοι). ΑΝΤ. τεκμηριωμένος ● επίρρ.: ατεκμηρίωτα | |
| 7550 | ατεκνία | [ἀτεκνία] α-τε-κνί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το να μην έχει αποκτήσει κάποιος παιδιά: ακούσια ~ (πβ. στειρότητα). Εκούσια ή ηθελημένη ~. Βλ. πολυτεκνία. [< αρχ. ἀτεκνία] | |
| 7551 | άτεκνος | , η, ο [ἄτεκνος] ά-τε-κνος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει αποκτήσει παιδιά: ~η: γυναίκα (πβ. στείρα). ~α ζευγάρια με προβλήματα υπογονιμότητας. Πβ. άκληρος. Βλ. πολύτεκνος. [< αρχ. ἄτεκνος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ