Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [8440-8460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7552ατέλεια[ἀτέλεια] α-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.) 1. η έλλειψη τελειότητας και κυρ. συνεκδ. το ελάττωμα: η ~ της ανθρώπινης φύσης. Η ~ του υπάρχοντος νοµικού πλαισίου. Πβ. ελαττωματικότητα. ΑΝΤ. τελειότητα.|| Γενετική/κατασκευαστική/τεχνική ~. Ανθρώπινες/εγγενείς/οργανωτικές/σωματικές/φυσικές ~ες. Οι ~ες ενός προϊόντος. Διαπιστώθηκαν/υπάρχουν (μικρές) ~ες στο φινίρισμα. Η μετάφραση έχει/παρουσιάζει ~ες (: αδυναμίες). Κρέμα που απαλύνει/καλύπτει/κρύβει τις ~ες του προσώπου. Πβ. μειονέκτημα, ψεγάδι.|| (ΦΥΣ.) ~ες της κρυσταλλικής δομής/των στερεών. 2. (για ορισμένες κατηγορίες ατόμων) απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής φόρων, δασμών και το έγγραφο που την πιστοποιεί: τελωνειακή ~. ~ χάρτου. Παροχή/χορήγηση ~ας. ~ στις εισαγωγές/στα καύσιμα. Μερική/πλήρης ~ εισαγωγής εμπορευμάτων. Διατάξεις ~ας αναπήρων/πολυτέκνων. Πβ. φοροαπαλλαγή. [< 1: αρχ. ἀτέλεια, γαλλ. imperfection 2: αρχ. ~]
2577ατελειωτος

, η, ο [ἀμέτρητος] α-μέ-τρη-τος επίθ.: που δεν μπορεί να υπολογιστεί και κατ' επέκτ. υπερβολικά μεγάλος: ~ος: αριθμός (δεδομένων). ~ο: πλήθος. ~οι: συνδυασμοί. ~ες: επιλογές/ευκαιρίες/μέρες και νύχτες/περιπτώσεις/πληροφορίες/φορές (ΑΝΤ. μετρημένες). ~α: ερωτήματα/θύματα/λάθη/πλούτη. Αντιμετωπίζουν ~α (= άπειρα) προβλήματα. Πβ. απειρ-, πολυ-άριθμος, άπειρος, απροσμέτρητος, αρίφνητος, ατέλειωτος, μύριοι.|| (μτφ.) ~ος: ενθουσιασμός/πόνος. ~η: αγάπη/θλίψη (= έντονη)/χαρά. ~α: οφέλη. ΣΥΝ. αναρίθμητος ΑΝΤ. μετρημένος (3) ● επίρρ.: αμέτρητα ● ΦΡ.: χαίρε βάθος αμέτρητον βλ. βάθος [< αρχ. ἀμέτρητος]

7553ατέλειωτος & ατελείωτος, η, ο [ἀτέλειωτος] α-τέ-λειω-τος & α-τε-λεί-ω-τος επίθ. 1. που δεν έχει ή φαίνεται να μην έχει τέλος: ~ος: αγώνας/εφιάλτης/κατάλογος. ~η: απόλαυση/δίψα/μέρα/νύχτα/ουρά. ~ο: γέλιο/σίριαλ (διαπραγματεύσεων)/ταξίδι/τρέξιμο. ~ες: θυσίες/πεδιάδες/περιπέτειες/συζητήσεις/ώρες. ~α: βάσανα/προβλήματα/χιλιόμετρα. Πβ. αμέτρητος, άπειρος, απέραντος, ατέρμων, ατελεύτητος. 2. {κυρ. στον τ. ατελείωτος} που δεν έχει τελειώσει, ανολοκλήρωτος, ημιτελής: ~η: δουλειά/ιστορία. Ο ζωγράφος άφησε το έργο του ~ο. Πβ. μισοτελειωμένος. ΑΝΤ. τελειωμένος (1) 3. (προφ., για πρόσ.) αστείρευτος σε κάτι, συνήθ. ζωντάνια, χιούμορ. ● επίρρ.: ατέλειωτα & ατελείωτα [< 2: αρχ. ἀτελείωτος]
7554ατελεκτασία[ἀτελεκτασία] α-τε-λε-κτα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ατελής διεύρυνση του πνεύμονα ή τμήματός του κατά τη γέννηση ή επέκταση πνευμονικών κυψελίδων σε ενήλικα άτομα λόγω απόφραξης βρόγχου ή βρογχιολίων: λοβώδης/πνευμονική/τμηματική ~. [< γαλλ. atélectasie, αγγλ. atelectasis, γερμ. Atelektasis]
7555ατελέσφορος, η, ο [ἀτελεσφόρος] α-τε-λέ-σφο-ρος επίθ. & ατελεσφόρητος (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει αποτέλεσμα, ανεπιτυχής: ~ος: αγώνας (πβ. μάταιος)/διάλογος. ~η: απόπειρα/προσπάθεια. Οι συνομιλίες απέβησαν ~ες. Τα μέτρα αποδείχθηκαν στην πράξη ~α. Πβ. άγονος, αλυσιτελής, άκαρπος. ΣΥΝ. αναποτελεσματικός ΑΝΤ. τελεσφόρος ● επίρρ.: ατελέσφορα [< πβ. μτγν. ἀτελεσφόρος ‘που δεν έχει αποπερατωθεί, ανώριμος’]
7556ατελεύτητος, η, ο [ἀτελεύτητος] α-τε-λεύ-τη-τος επίθ. & (λογοτ.) ατέλευτος (λόγ.): που δεν τελειώνει ποτέ, ατέλειωτος: ~ος: αγώνας. ~η: προσπάθεια (πβ. διαρκής). ~ο: ταξίδι. ~ες: ώρες. Επιδίδονται σε ~ες συζητήσεις, χωρίς ιδιαίτερο όφελος. ΑΝΤ. πεπερασμένος ● επίρρ.: ατελεύτητα [< αρχ. ἀτελεύτητος]
7557ατελής, ής, ές [ἀτελής] α-τε-λής επίθ. {ατελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ ατελέστ-ερος, -ατος} 1. που παρουσιάζει ελλείψεις και γι' αυτό δεν είναι πλήρης, επαρκής, ολοκληρωμένος ή τέλειος: ~ής: έλεγχος (πβ. ανεπαρκής, ανολοκλήρωτος, υποτυπώδης). ~ής: ανάπτυξη/γνώση/πληροφόρηση. ~ές: έργο (πβ. μισοτελειωμένο). ~ή: στοιχεία.|| (ΧΗΜ.) Προϊόντα ~ούς καύσης (ΑΝΤ. τέλεια).|| (ΜΑΘ.) ~ διαίρεση (: που αφήνει υπόλοιπο, ΑΝΤ. τέλεια).|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: κάταγμα.|| ~ής: κόσμος/νόμος. ~ής: όραση/οργάνωση. ~ές: σύστημα (ΑΝΤ. άρτιο). ~είς: μορφές ζωής (= κατώτερες). 2. που έχει απαλλαγεί από φόρους, δασμούς: ~ής: εισαγωγή αυτοκινήτων. Πβ. αδασμολόγητος, αφορολόγητος.|| ~είς: κλήσεις (= δωρεάν). ● επίρρ.: ατελώς [-ῶς]: χωρίς τέλη. ● ΣΥΜΠΛ.: ατελής αγορά: ΟΙΚΟΝ. στην οποία το κοινό δεν έχει πλήρη πρόσβαση στη χρηματοπιστωτική πληροφόρηση και οι πωλητές δεν μπορούν εύκολα και άμεσα να βρουν αγοραστές και το αντίστροφο. [< αγγλ. imperfect market] , ατελής ανταγωνισμός: ΟΙΚΟΝ. κάθε κατάσταση αγοράς που δεν είναι εντελώς ανταγωνιστική: εμπόριο υπό συνθήκες ~ούς ~ού (μονο-, ολιγο-πώλια) στις διεθνείς αγορές. [< αγγλ. imperfect competition] , ατελής οστεογένεση βλ. οστεογένεση [< 1: αρχ. ἀτελής, γαλλ. incomplet 2: αρχ. ~]
7558ατελιέ[ἀτελιέ] α-τε-λιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εργαστήριο, συνήθ. καλλιτέχνη: ~ γλυπτικής/ζωγραφικής/υψηλής ραπτικής (βλ. μπουτίκ). [< γαλλ. atelier]
7559ατενής, ής, ές [ἀτενής] α-τε-νής επίθ. {ατεν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που προσηλώνεται σε ένα συγκεκριμένο σημείο: ~ές: βλέμμα.|| (ΜΗΧΑΝ.) Άκαµπτοι και ~είς βραχίονες (: που δεν στρέφονται). ● επίρρ.: ατενώς [-ῶς] 1. επίμονα: Κοιταζόντουσαν ~. Πβ. ασκαρδαμυκτί. 2. ΓΥΜΝ. παράγγελμα για επάνοδο σε στάση προσοχής. [< αρχ. ἀτενής]
7560ατενίζω[ἀτενίζω] α-τε-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ατένι-ζε, -σε, ατενίζ-οντας}: προσηλώνω το βλέμμα μου σταθερά σε ένα συνήθ. μακρινό σημείο: ~ τον ουρανό/το πέλαγος/το τοπίο. Πβ. αγναντεύω.|| (μτφ.) ~ει το μέλλον με αισιοδοξία. Πβ. εν~. [< αρχ. ἀτενίζω]
7561ατέρμονος, η, ο [ἀτέρμονος] α-τέρ-μο-νος επίθ. & (λόγ.) ατέρμων & ατέρμονας 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) ατέλειωτος, που δεν γνωρίζει τέλος: ~ος: αγώνας/διάλογος. ~η: διαμάχη/συζήτηση. ~ες: διαπραγματεύσεις/συζητήσεις. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που έχει κυκλικό σχήμα και εκτελεί συνεχή περιστροφική κίνηση, κατά την ίδια πάντα φορά: ~ων/~ος: ιμάντας. ~ο: πριόνι (= πριονοκορδέλα). ● επίρρ.: ατέρμονα ● ΣΥΜΠΛ.: ατέρμων/ατέρμονας (κοχλίας): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα που αποτελείται από κοχλία ο οποίος εμπλέκεται με οδοντωτό τροχό (κορόνα), ώστε να μεταδίδεται η κίνηση. [< γαλλ. vis sans fin] , ατέρμων/ατέρμονος βρόχος: ΠΛΗΡΟΦ. σειρά εντολών σε πρόγραμμα υπολογιστή που επαναλαμβάνεται ατελείωτα. [< αγγλ. infinite/endless loop] [< αρχ. ἀτέρμων]
7562ατεχνία[ἀτεχνία] α-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη καλαισθησίας ή γενικότ. τεχνικής· κακοτεχνία: καλλιτεχνική ~.|| Έργο με πολλές ~ες και αβλεψίες. Βλ. -τεχνία. [< αρχ. ἀτεχνία]
7563άτεχνος, η, ο [ἄτεχνος] ά-τε-χνος επίθ. (λόγ.) 1. που κατασκευάστηκε, γράφτηκε, εκτελέστηκε χωρίς τέχνη και τεχνική· (για ενέργεια) που δεν έγινε προσεκτικά: ~ος: στίχος. ~η: γραφή. ~ο: χτύπημα (μπάλας). ~ες: δημιουργίες. Σχέδια άκομψα και ~α. Πβ. ακαλαίσθητος, κακό-γουστος, -τεχνος, κακοφτιαγμένος.|| ~ος: χειρισμός. ~η (= αδέξια) προσπάθεια παραπλάνησης του κοινού. ΑΝΤ. αριστοτεχνικός (1), περίτεχνος 2. (για πρόσ.) που δεν ξέρει καλά την τέχνη του ή το επάγγελμά του ή είναι αδέξιος: ~ος: μουσικός. ~οι: ποιητές. Πβ. ατζαμής. ● επίρρ.: άτεχνα & (λόγ.) ατέχνως [< αρχ. ἄτεχνος]
7564ατζαμής[ἀτζαμής] α-τζα-μής ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): αδέξιος: Η τύχη του ~ή. Βλ. πρωτάρης.|| (ως επίθ.) ~ής: οδηγός/παίκτης. ~ στο παρκάρισμα. Πβ. ατσούμπαλος. ΑΝΤ. δεξιοτέχνης, επιδέξιος [< μεσν. ατζαμής < τουρκ. acemi]
7565ατζαμίδικος, η, ο [ἀτζαμίδικος] α-τζα-μί-δι-κος επίθ. (προφ.): που χαρακτηρίζει τον ατζαμή: ~η: δουλειά. Πβ. άτσαλος, κακότεχνος. Βλ. -ίδικος. ● επίρρ.: ατζαμίδικα
7566ατζαμοσύνη[ἀτζαμοσύνη] α-τζα-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (προφ.): αδεξιότητα, ανικανότητα ή απειρία. Βλ. -οσύνη.
7567ατζέντα[ἀτζέντα] α-τζέ-ντα ουσ. (θηλ.) 1. έντυπο ή ηλεκτρονικό ημερολόγιο ή ηλεκτρονική συσκευή για καταγραφή ραντεβού, αριθμών τηλεφώνου, διευθύνσεων: μαύρη/προσωπική/τηλεφωνική ~. ~ τσέπης. Πβ. ημεροδείκτης, καλαντάρι, καρνέ, οργκανάιζερ, σημειωματάριο. 2. (μτφ.) σύνολο θεμάτων προς συζήτηση, συνήθ. σε επίσημες διοργανώσεις: διευρυμένη/συγκεκριμένη ~. Στην ~ του συνεδρίου περιλαμβάνονται συζητήσεις που αφορούν ... Άφησαν το ζήτημα εκτός ~ας. (Ένα θέμα) βρίσκεται/είναι/έχει τεθεί ψηλά στην πολιτική ~/στην κορυφή της ~ας /των συνομιλιών (: είναι σημαντικό και επείγον). 3. (γενικότ.) πρόγραμμα: αθλητική/μεταρρυθμιστική/μουσική/πολιτιστική ~. Η ~ της εβδομάδας/της ημέρας/του μήνα. ~ εκδηλώσεων.|| Οι προεκλογικές ~ες των κομμάτων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δρομολόγησε τη νέα της κοινωνική ~. Τι περιλαμβάνει η πασχαλινή ~ (των διακοπών); Ο νέος πρόεδρος έχει ήδη φορτωμένη ~. Πβ. πλάνο. ● ΣΥΜΠΛ.: κρυφή ατζέντα & μυστική ατζέντα: απώτερος στόχος ή σχέδιο: η ~ ~ της κυβέρνησης (π.χ. σχετικά με το ασφαλιστικό). Έλλειψη διαφάνειας, ~ ~. Αρνείται την ύπαρξη ~ής ~ας ... [< αγγλ. hidden agenda, 1955] , ανοιχτή ατζέντα βλ. ανοιχτός [< γαλλ.-ιταλ. agenda]
7568ατζέντης[ἀτζέντης] α-τζέ-ντης ουσ. (αρσ.) {ατζέντηδες}: επαγγελματίας που εκπροσωπεί συνήθ. καλλιτέχνη, συγγραφέα, αθλητή, ρυθμίζοντας το πρόγραμμα και τις υποθέσεις του με σκοπό την προώθηση της καριέρας του: αθλητικός/θεατρικός/καλλιτεχνικός/λογοτεχνικός ~ (= πράκτορας). ~ ποδοσφαιριστή. Αλλάζω/αποκτώ/έχω/ψάχνω ~η. ΣΥΝ. ιμπρεσάριος, μάνατζερ (2) [< ιταλ. agente, αγγλ. agent]
7569άτη[ἄτη] ά-τη ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. σύγχυση του νου, σταλμένη από τους θεούς σε επικό ή τραγικό ήρωα, για να οδηγηθεί στον όλεθρο, λόγω της ύβρεως που διέπραξε. Βλ. νέμεση. [< αρχ. Ἄτη]
7570ατημελησία[ἀτημελησία] α-τη-με-λη-σί-α ουσ. (θηλ.) & ατημέλεια (λόγ.) 1. το να μην έχει κάποιος ή κάτι περιποιημένη εμφάνιση: γοητευτική/ελαφρά/επιμελημένη ~. 2. (μτφ.) έλλειψη φροντίδας: Η ~ της μορφής/του ύφους (ενός λογοτέχνη). [< μεσν. ατημελησία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.