| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7554 | ατελεκτασία | [ἀτελεκτασία] α-τε-λε-κτα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ατελής διεύρυνση του πνεύμονα ή τμήματός του κατά τη γέννηση ή επέκταση πνευμονικών κυψελίδων σε ενήλικα άτομα λόγω απόφραξης βρόγχου ή βρογχιολίων: λοβώδης/πνευμονική/τμηματική ~. [< γαλλ. atélectasie, αγγλ. atelectasis, γερμ. Atelektasis] | |
| 7555 | ατελέσφορος | , η, ο [ἀτελεσφόρος] α-τε-λέ-σφο-ρος επίθ. & ατελεσφόρητος (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει αποτέλεσμα, ανεπιτυχής: ~ος: αγώνας (πβ. μάταιος)/διάλογος. ~η: απόπειρα/προσπάθεια. Οι συνομιλίες απέβησαν ~ες. Τα μέτρα αποδείχθηκαν στην πράξη ~α. Πβ. άγονος, αλυσιτελής, άκαρπος. ΣΥΝ. αναποτελεσματικός ΑΝΤ. τελεσφόρος ● επίρρ.: ατελέσφορα [< πβ. μτγν. ἀτελεσφόρος ‘που δεν έχει αποπερατωθεί, ανώριμος’] | |
| 7556 | ατελεύτητος | , η, ο [ἀτελεύτητος] α-τε-λεύ-τη-τος επίθ. & (λογοτ.) ατέλευτος (λόγ.): που δεν τελειώνει ποτέ, ατέλειωτος: ~ος: αγώνας. ~η: προσπάθεια (πβ. διαρκής). ~ο: ταξίδι. ~ες: ώρες. Επιδίδονται σε ~ες συζητήσεις, χωρίς ιδιαίτερο όφελος. ΑΝΤ. πεπερασμένος ● επίρρ.: ατελεύτητα [< αρχ. ἀτελεύτητος] | |
| 7557 | ατελής | , ής, ές [ἀτελής] α-τε-λής επίθ. {ατελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ ατελέστ-ερος, -ατος} 1. που παρουσιάζει ελλείψεις και γι' αυτό δεν είναι πλήρης, επαρκής, ολοκληρωμένος ή τέλειος: ~ής: έλεγχος (πβ. ανεπαρκής, ανολοκλήρωτος, υποτυπώδης). ~ής: ανάπτυξη/γνώση/πληροφόρηση. ~ές: έργο (πβ. μισοτελειωμένο). ~ή: στοιχεία.|| (ΧΗΜ.) Προϊόντα ~ούς καύσης (ΑΝΤ. τέλεια).|| (ΜΑΘ.) ~ διαίρεση (: που αφήνει υπόλοιπο, ΑΝΤ. τέλεια).|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: κάταγμα.|| ~ής: κόσμος/νόμος. ~ής: όραση/οργάνωση. ~ές: σύστημα (ΑΝΤ. άρτιο). ~είς: μορφές ζωής (= κατώτερες). 2. που έχει απαλλαγεί από φόρους, δασμούς: ~ής: εισαγωγή αυτοκινήτων. Πβ. αδασμολόγητος, αφορολόγητος.|| ~είς: κλήσεις (= δωρεάν). ● επίρρ.: ατελώς [-ῶς]: χωρίς τέλη. ● ΣΥΜΠΛ.: ατελής αγορά: ΟΙΚΟΝ. στην οποία το κοινό δεν έχει πλήρη πρόσβαση στη χρηματοπιστωτική πληροφόρηση και οι πωλητές δεν μπορούν εύκολα και άμεσα να βρουν αγοραστές και το αντίστροφο. [< αγγλ. imperfect market] , ατελής ανταγωνισμός: ΟΙΚΟΝ. κάθε κατάσταση αγοράς που δεν είναι εντελώς ανταγωνιστική: εμπόριο υπό συνθήκες ~ούς ~ού (μονο-, ολιγο-πώλια) στις διεθνείς αγορές. [< αγγλ. imperfect competition] , ατελής οστεογένεση βλ. οστεογένεση [< 1: αρχ. ἀτελής, γαλλ. incomplet 2: αρχ. ~] | |
| 7558 | ατελιέ | [ἀτελιέ] α-τε-λιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εργαστήριο, συνήθ. καλλιτέχνη: ~ γλυπτικής/ζωγραφικής/υψηλής ραπτικής (βλ. μπουτίκ). [< γαλλ. atelier] | |
| 7559 | ατενής | , ής, ές [ἀτενής] α-τε-νής επίθ. {ατεν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που προσηλώνεται σε ένα συγκεκριμένο σημείο: ~ές: βλέμμα.|| (ΜΗΧΑΝ.) Άκαµπτοι και ~είς βραχίονες (: που δεν στρέφονται). ● επίρρ.: ατενώς [-ῶς] 1. επίμονα: Κοιταζόντουσαν ~. Πβ. ασκαρδαμυκτί. 2. ΓΥΜΝ. παράγγελμα για επάνοδο σε στάση προσοχής. [< αρχ. ἀτενής] | |
| 7560 | ατενίζω | [ἀτενίζω] α-τε-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ατένι-ζε, -σε, ατενίζ-οντας}: προσηλώνω το βλέμμα μου σταθερά σε ένα συνήθ. μακρινό σημείο: ~ τον ουρανό/το πέλαγος/το τοπίο. Πβ. αγναντεύω.|| (μτφ.) ~ει το μέλλον με αισιοδοξία. Πβ. εν~. [< αρχ. ἀτενίζω] | |
| 7561 | ατέρμονος | , η, ο [ἀτέρμονος] α-τέρ-μο-νος επίθ. & (λόγ.) ατέρμων & ατέρμονας 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) ατέλειωτος, που δεν γνωρίζει τέλος: ~ος: αγώνας/διάλογος. ~η: διαμάχη/συζήτηση. ~ες: διαπραγματεύσεις/συζητήσεις. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που έχει κυκλικό σχήμα και εκτελεί συνεχή περιστροφική κίνηση, κατά την ίδια πάντα φορά: ~ων/~ος: ιμάντας. ~ο: πριόνι (= πριονοκορδέλα). ● επίρρ.: ατέρμονα ● ΣΥΜΠΛ.: ατέρμων/ατέρμονας (κοχλίας): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα που αποτελείται από κοχλία ο οποίος εμπλέκεται με οδοντωτό τροχό (κορόνα), ώστε να μεταδίδεται η κίνηση. [< γαλλ. vis sans fin] , ατέρμων/ατέρμονος βρόχος: ΠΛΗΡΟΦ. σειρά εντολών σε πρόγραμμα υπολογιστή που επαναλαμβάνεται ατελείωτα. [< αγγλ. infinite/endless loop] [< αρχ. ἀτέρμων] | |
| 7562 | ατεχνία | [ἀτεχνία] α-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη καλαισθησίας ή γενικότ. τεχνικής· κακοτεχνία: καλλιτεχνική ~.|| Έργο με πολλές ~ες και αβλεψίες. Βλ. -τεχνία. [< αρχ. ἀτεχνία] | |
| 7563 | άτεχνος | , η, ο [ἄτεχνος] ά-τε-χνος επίθ. (λόγ.) 1. που κατασκευάστηκε, γράφτηκε, εκτελέστηκε χωρίς τέχνη και τεχνική· (για ενέργεια) που δεν έγινε προσεκτικά: ~ος: στίχος. ~η: γραφή. ~ο: χτύπημα (μπάλας). ~ες: δημιουργίες. Σχέδια άκομψα και ~α. Πβ. ακαλαίσθητος, κακό-γουστος, -τεχνος, κακοφτιαγμένος.|| ~ος: χειρισμός. ~η (= αδέξια) προσπάθεια παραπλάνησης του κοινού. ΑΝΤ. αριστοτεχνικός (1), περίτεχνος 2. (για πρόσ.) που δεν ξέρει καλά την τέχνη του ή το επάγγελμά του ή είναι αδέξιος: ~ος: μουσικός. ~οι: ποιητές. Πβ. ατζαμής. ● επίρρ.: άτεχνα & (λόγ.) ατέχνως [< αρχ. ἄτεχνος] | |
| 7564 | ατζαμής | [ἀτζαμής] α-τζα-μής ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): αδέξιος: Η τύχη του ~ή. Βλ. πρωτάρης.|| (ως επίθ.) ~ής: οδηγός/παίκτης. ~ στο παρκάρισμα. Πβ. ατσούμπαλος. ΑΝΤ. δεξιοτέχνης, επιδέξιος [< μεσν. ατζαμής < τουρκ. acemi] | |
| 7565 | ατζαμίδικος | , η, ο [ἀτζαμίδικος] α-τζα-μί-δι-κος επίθ. (προφ.): που χαρακτηρίζει τον ατζαμή: ~η: δουλειά. Πβ. άτσαλος, κακότεχνος. Βλ. -ίδικος. ● επίρρ.: ατζαμίδικα | |
| 7566 | ατζαμοσύνη | [ἀτζαμοσύνη] α-τζα-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (προφ.): αδεξιότητα, ανικανότητα ή απειρία. Βλ. -οσύνη. | |
| 7567 | ατζέντα | [ἀτζέντα] α-τζέ-ντα ουσ. (θηλ.) 1. έντυπο ή ηλεκτρονικό ημερολόγιο ή ηλεκτρονική συσκευή για καταγραφή ραντεβού, αριθμών τηλεφώνου, διευθύνσεων: μαύρη/προσωπική/τηλεφωνική ~. ~ τσέπης. Πβ. ημεροδείκτης, καλαντάρι, καρνέ, οργκανάιζερ, σημειωματάριο. 2. (μτφ.) σύνολο θεμάτων προς συζήτηση, συνήθ. σε επίσημες διοργανώσεις: διευρυμένη/συγκεκριμένη ~. Στην ~ του συνεδρίου περιλαμβάνονται συζητήσεις που αφορούν ... Άφησαν το ζήτημα εκτός ~ας. (Ένα θέμα) βρίσκεται/είναι/έχει τεθεί ψηλά στην πολιτική ~/στην κορυφή της ~ας /των συνομιλιών (: είναι σημαντικό και επείγον). 3. (γενικότ.) πρόγραμμα: αθλητική/μεταρρυθμιστική/μουσική/πολιτιστική ~. Η ~ της εβδομάδας/της ημέρας/του μήνα. ~ εκδηλώσεων.|| Οι προεκλογικές ~ες των κομμάτων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δρομολόγησε τη νέα της κοινωνική ~. Τι περιλαμβάνει η πασχαλινή ~ (των διακοπών); Ο νέος πρόεδρος έχει ήδη φορτωμένη ~. Πβ. πλάνο. ● ΣΥΜΠΛ.: κρυφή ατζέντα & μυστική ατζέντα: απώτερος στόχος ή σχέδιο: η ~ ~ της κυβέρνησης (π.χ. σχετικά με το ασφαλιστικό). Έλλειψη διαφάνειας, ~ ~. Αρνείται την ύπαρξη ~ής ~ας ... [< αγγλ. hidden agenda, 1955] , ανοιχτή ατζέντα βλ. ανοιχτός [< γαλλ.-ιταλ. agenda] | |
| 7568 | ατζέντης | [ἀτζέντης] α-τζέ-ντης ουσ. (αρσ.) {ατζέντηδες}: επαγγελματίας που εκπροσωπεί συνήθ. καλλιτέχνη, συγγραφέα, αθλητή, ρυθμίζοντας το πρόγραμμα και τις υποθέσεις του με σκοπό την προώθηση της καριέρας του: αθλητικός/θεατρικός/καλλιτεχνικός/λογοτεχνικός ~ (= πράκτορας). ~ ποδοσφαιριστή. Αλλάζω/αποκτώ/έχω/ψάχνω ~η. ΣΥΝ. ιμπρεσάριος, μάνατζερ (2) [< ιταλ. agente, αγγλ. agent] | |
| 7569 | άτη | [ἄτη] ά-τη ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. σύγχυση του νου, σταλμένη από τους θεούς σε επικό ή τραγικό ήρωα, για να οδηγηθεί στον όλεθρο, λόγω της ύβρεως που διέπραξε. Βλ. νέμεση. [< αρχ. Ἄτη] | |
| 7570 | ατημελησία | [ἀτημελησία] α-τη-με-λη-σί-α ουσ. (θηλ.) & ατημέλεια (λόγ.) 1. το να μην έχει κάποιος ή κάτι περιποιημένη εμφάνιση: γοητευτική/ελαφρά/επιμελημένη ~. 2. (μτφ.) έλλειψη φροντίδας: Η ~ της μορφής/του ύφους (ενός λογοτέχνη). [< μεσν. ατημελησία] | |
| 7571 | ατημέλητος | , η, ο [ἀτημέλητος] α-τη-μέ-λη-τος επίθ.: που δεν είναι περιποιημένος, προσεγμένος: ~ος: χώρος. ~η: εμφάνιση/παρουσία. ~ο: λουκ/χτένισμα. ~α: μαλλιά/ρούχα.|| (για πρόσ.) Κυκλοφορεί τελείως ~. Επιμελώς ~η. Πβ. απεριποίητος, αφρόντιστος, λέτσος. ● επίρρ.: ατημέλητα [< αρχ. ἀτημέλητος] | |
| 7573 | άτι | [ἄτι] ά-τι ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): αρσενικό άλογο, συνήθ. όμορφο και δυνατό: άγριο/ατίθασο/λευκό/περήφανο/(ΜΥΘ.) φτερωτό ~. ΣΥΝ. ίππος (1) [< μεσν. άτι < τουρκ. at] | |
| 7574 | ΑΤΙΑ | (το): Άγνωστης Ταυτότητας Ιπτάμενο Αντικείμενο. ΣΥΝ. ούφο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ