Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8460-8480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7575ατιθάσευτος, η, ο [ἀτιθάσευτος] α-τι-θά-σευ-τος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει ή δεν μπορεί να χαλιναγωγηθεί ή να ελεγχθεί: ~ο: άλογο/παιδί. Πβ. αδάμαστος, ανήμερος.|| (μτφ.) ~η: δύναμη/ορμή/συμπεριφορά. ~ο: μίσος/πάθος (= αχαλίνωτο). Πβ. απειθάρχητος. ΣΥΝ. ανημέρωτος (1), ατίθασος (2) [< μτγν. ἀτιθάσευτος]
7576ατίθασος, η, ο [ἀτίθασος] α-τί-θα-σος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν μπορεί να ελεγχθεί ή να υποταχθεί, απείθαρχος: ~ος: νέος/χαρακτήρας. ~η: καρδιά/ομορφιά/συμπεριφορά/ψυχή. ~ο: πλάσμα/πνεύμα. Ανήσυχο, άτακτο και ~ο παιδί. Πβ. ανυπότακτος.|| ~ο: τσουλούφι (: που δεν στρώνει, πετάγεται). ~α: μαλλιά. ΑΝΤ. υπάκουος 2. (για ζώο) που δεν έχει δαμαστεί ή δεν μπορεί να εξημερωθεί. Πβ. άγριος, αδάμαστος, ανήμερος, ανημέρωτος, ατιθάσευτος. ΑΝΤ. εξημερωμένος. ● επίρρ.: ατίθασα [< μτγν. ἀτίθασος]
7578ατιμάζω[ἀτιμάζω] α-τι-μά-ζω ρ. (μτβ.) {ατίμα-σε, ατιμά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, ατιμάζ-οντας}: ταπεινώνω, εξευτελίζω κάποιον, συμπεριφέρομαι προσβλητικά ή υποτιμητικά: Με τη συμπεριφορά του ~ει την οικογένειά του. Η δράση τους υπονομεύει, αμαυρώνει και ~ει (= σπιλώνει) τη δημοκρατία. ~στηκε το όνομα/η φήμη τους.|| (παλαιότ.) Γυναίκα που ~στηκε (= έχασε την τιμή της, βιάστηκε). Πβ. ντροπιάζω, προσβάλλω. ΑΝΤ. σέβομαι (1) [< αρχ. ἀτιμάζω]
7579ατίμητος, η, ο [ἀτίμητος] α-τί-μη-τος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν μπορεί να υπολογιστεί η υλική ή ηθική αξία του, ανεκτίμητος: ~ος: θησαυρός/πλούτος. ~ο: κειμήλιο/πετράδι.|| (μτφ.) ~η: αγάπη/αξία/παρακαταθήκη. Πβ. ανυπολόγιστος, πολύτιμος. 2. που δεν τιμήθηκε. [< μτγν. ἀτίμητος]
7580ατιμία[ἀτιμία] α-τι-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ανεντιμότητα: πολιτική ~. Έχει κυλιστεί στην ~ (πβ. ανυποληψία) και τη διαφθορά. Πβ. ανηθικότητα. ΑΝΤ. τιμιότητα 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (συνεκδ.) ανέντιμη, ανήθικη ενέργεια: Είναι ~ να τον διασύρεις. (πβ. κακοήθεια, καταισχύνη). Απέκτησε πλούτη με ~ες (= απάτες, απατεωνιές, βρομιές, βρομοδουλειές). Διέπραξαν/έκαναν πάσης φύσεως ~ες σε βάρος του ... [< αρχ. ἀτιμία ‘ατίμωση, ανυποληψία’, γαλλ. atimie, αγγλ. atimy]
7582ατιμωρησία[ἀτιμωρησία] α-τι-μω-ρη-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μη επιβολή ποινής, απαλλαγή ευθυνών: πλήρης/προκλητική/συνεχιζόμενη ~. ~ των δραστών/υπευθύνων. Καθεστώς ~ας και διαφθοράς. Εξασφαλίζουν ~ στις/για τις παράνομες πράξεις τους. ΑΝΤ. τιμωρία [< μτγν. ἀτιμωρησία]
7583ατιμωρητί[ἀτιμωρητί] α-τι-μω-ρη-τί επίρρ. (αρχαιοπρ.): χωρίς τιμωρία, ατιμώρητα: Δεν μπορεί κανείς να παραβιάζει τον νόμο ~. [< μτγν. ἀτιμωρητί]
7584ατιμώρητος, η, ο [ἀτιμώρητος] α-τι-μώ-ρη-τος επίθ.: που δεν του έχει επιβληθεί τιμωρία ή έχει ξεφύγει από αυτή: ~η: πράξη. ~ο: αδίκημα/έγκλημα. Η δικαιοσύνη δεν άφησε ~ο τον δράστη. [< αρχ. ἀτιμώρητος]
7585ατίμωση[ἀτίμωση] α-τί-μω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσβολή της τιμής και του ήθους κάποιου, εξευτελισμός: δημόσια/εθνική ~. ~ της υπόληψης. Υπέστη ~. Πβ. ντρόπιασμα. [< αρχ. ἀτίμωσις]
7586ατιμωτικός, ή, ό [ἀτιμωτικός] α-τι-μω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που θίγει ή ταπεινώνει κάποιον, εξευτελιστικός: ~ός: θάνατος. ~ή: ήττα/πράξη/συμφωνία. ~ό: τέλος. ~ές: καταδίκες. ~ά: αδικήματα/εγκλήματα. Πβ. ταπεινωτικός. ΑΝΤ. τιμητικός ● επίρρ.: ατιμωτικά [< γαλλ. déshonorant]
7587άτιτλος, η, ο [ἄτιτλος] ά-τιτ-λος επίθ. 1. που δεν έχει τίτλο: ~ο: βιβλίο/ποίημα. 2. ΑΘΛ. που δεν έχει τιμηθεί με τίτλο και διάκριση: ~η: ομάδα. [< μεσν. άτιτλος]
7588ατλαζένιος, ια, ιο [ἀτλαζένιος] ατ-λα-ζέ-νιος επίθ. & (σπάν.) ατλαζωτός (λογοτ.) 1. που έχει φτιαχτεί από ατλάζι. Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.) που θυμίζει τη γυαλάδα, τη λάμψη του ατλαζιού: ~ια: θάλασσα.
7589ατλάζι[ἀτλάζι] ατ-λά-ζι ουσ. (ουδ.): είδος μεταξωτού υφάσματος: κέντημα/μαξιλάρι σε ~. Φόρεμα από μαύρο ~. Πβ. σατέν. [< μεσν. ατλάζι < τουρκ. atlaz]
7590άτλανταςβλ. άτλας
7591ατλαντικός, ή, ό [ἀτλαντικός] ατ-λα-ντι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον Ατλαντικό ωκεανό. Βλ. δι~, ευρω~, υπερ~. 2. ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στο ΝΑΤΟ: ~ός: άξονας/εταίρος/συνασπισμός (κρατών). ~ή: δύναμη. ~ό: σύμφωνο. ~ά: συμφέροντα. Βλ. φιλο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Βορειοατλαντική/Ατλαντική Συμμαχία βλ. βορειοατλαντικός, Βορειοατλαντικό/Ατλαντικό Συμβούλιο βλ. βορειοατλαντικός [< αρχ. Ἀτλαντικόν (πέλαγος ), γαλλ. atlantique, αγγλ. atlantic]
7592ατλαντισμός[ἀτλαντισμός] α-τλα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. άποψη που δίνει πρωτεύουσα σημασία στην πολιτικοοικονομική και στρατιωτική συνεργασία ανάμεσα στα ευρωπαϊκά και βορειοαμερικανικά κράτη στο πλαίσιο της Ατλαντικής Συμμαχίας. Βλ. ευρω~, ευρω-παϊσμός, -σκεπτικισμός, -ισμός. [< γαλλ. atlantisme, περ. 1950]
7593ατλαντιστής[ἀτλαντιστής] ατ-λα-ντι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. υποστηρικτής του ατλαντισμού. Βλ. ευρω~, ευρωπαϊστής. [< γαλλ. atlantiste]
7594άτλας & άτλαντας[ἄτλας] άτ-λας & άτ-λα-ντας ουσ. (αρσ.) {άτλαντ-ος κ. άτλαντ-α | -ες} 1. συλλογή από γεωγραφικούς χάρτες σε μορφή βιβλίου και κατ' επέκτ. κάθε συλλογή από πίνακες, σχέδια, κάρτες, γραφικά, που συνδέονται θεματικά μεταξύ τους: αρχαιολογικός/γεωγραφικός/ηλεκτρονικός/ιστορικός/μυθολογικός/παγκόσμιος ~.|| ~ ανατομίας. ~ του ανθρώπινου σώματος/των ζώων. 2. (μετωνυμ.) πολύ δυνατός άντρας (που έχει τη δύναμη να σηκώνει μεγάλα βάρη): Οι σύγχρονοι ~ες της άρσης βαρών. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) άγαλμα ανδρικής μορφής, το οποίο στηρίζει θριγκούς, εξώστες. Βλ. Καρυάτιδα. 4. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ο πρώτος αυχενικός σπόνδυλος: Πάνω στον ~α στηρίζεται το κεφάλι. ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσικός άτλαντας βλ. γλωσσικός [< 1: γαλλ.-αγγλ. atlas 3: μτγν. ἄτλας, γαλλ. atlante, αγγλ. atlantes 4: μτγν. ἄτλας]
7596ΑΤΜ(το) (πρόφ. έι τι εμ): Αυτόματη Ταμειολογιστική/Ταμειακή Μηχανή.
7595ατμ-βλ. ατμο-

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.