Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8480-8500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7597ατμάμαξα[ἀτμάμαξα] α-τμά-μα-ξα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ατμομηχανή, λοκομοτίβα. Βλ. ηλεκτρ-, ντιζελ-άμαξα. [< γερμ. Lokomotive, γαλλ. locomotive]
7598άτμητος, η, ο [ἄτμητος] ά-τμη-τος επίθ. (επιστ.): που δεν έχει ή δεν μπορεί να τεμαχιστεί, να διαιρεθεί σε μικρά κομμμάτια: ~ο: σωματίδιο. ΣΥΝ. αδιαίρετος (1) [< αρχ. ἄτμητος]
7599ατμίδες[ἀτμίδες] α-τμί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. ατμίδα} 1. ΓΕΩΛ. ρωγμές σε ηφαιστειακές ή ηφαιστειογενείς περιοχές και τεκτονικά ρήγματα, από όπου εξέρχονται αναθυμιάσεις αερίων και ατμών· συνεκδ. τα αέρια που εκλύονται: ενεργές ~. ~ βόρακα/θείου. Εκλύσεις ~ων. ΣΥΝ. φουμαρόλες 2. (σπάν.) ατμός, αναθυμιάσεις. [< 2: αρχ. ἀτμίς]
7600ατμίζω[ἀτμίζω] α-τμί-ζω ρ. (αμτβ.) {άτμι-σα, ατμίζ-οντας}: 1. καπνίζω ηλεκτρονικό τσιγάρο. 2. ψήνω σε ατμό, αχνίζω. Βλ. ατμομάγειρας. [< 1: γαλλ. vapoter, 2008]
7601άτμισμα[ἄτμισμα] ά-τμι-σμα ουσ. (ουδ.): 1. κάπνισμα ηλεκτρονικού τσιγάρου: το ~ επιβαρύνει τις αρτηρίες και τους πνεύμονες. 2. άχνισμα. [< 1: γαλλ. vapotage, 2011]
7602ατμιστής, ατμίστρια[ἀτμιστής] α-τμι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που καπνίζει ηλεκτρονικό τσιγάρο. [< γαλλ. vapoteur, 2011]
7603ατμο- & ατμό-& ατμ-: α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων με αναφορά στον ατμό: ατμο-ηλεκτρικός. Ατμό-πλοιο. Ατμ-άμαξα.
7604ατμογεννήτρια[ἀτμογεννήτρια] α-τμο-γεν-νή-τρι-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή πίεσης όπου εισάγεται νερό, το οποίο θερμαίνεται και εξέρχεται ως θερμό υγρό ή ως ατμός υψηλής πίεσης. Βλ. ατμολέβητας, βραστήρας, μπόιλερ. [< αγγλ. steam generator]
7605ατμοηλεκτρικός, ή, ό [ἀτμοηλεκτρικός] α-τμο-η-λε-κτρι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που παράγει ηλεκτρική ενέργεια, χρησιμοποιώντας ατμοστροβίλους: ~ός: σταθμός (ακρ. ΑΗΣ). ~ό: εργοστάσιο.
7606ατμοκίνηση[ἀτμοκίνηση] α-τμο-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. χρησιμοποίηση της ενέργειας του ατμού για παραγωγή μηχανικού έργου. Βλ. ηλεκτροκίνηση. [< γαλλ. traction à vapeur]
7607ατμοκίνητος, η, ο [ἀτμοκίνητος] α-τμο-κί-νη-τος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που εκτελεί κίνηση ή λειτουργεί με ενέργεια ατμού: ~η: μηχανή. ~ο: όχημα/πλοίο (= ατμόπλοιο)/τρένο. Βλ. -κίνητος. [< γαλλ. à vapeur]
7608ατμολέβητας[ἀτμολέβητας] α-τμο-λέ-βη-τας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. καζάνι στο οποίο παράγεται ατμός από την εξάτμιση νερού: βιομηχανικοί/ναυτικοί ~ες. Βλ. ατμογεννήτρια. [< γερμ. Dampfkessel, γαλλ. chaudière à vapeur]
7609ατμόλουτρο[ἀτμόλουτρο] α-τμό-λου-τρο ουσ. (ουδ.): λουτρό με ατμούς και συνεκδ. ο σχετικός χώρος. Βλ. σάουνα, σπα, τζακούζι, χαμάμ, -λουτρο. [< γαλλ. bain de vapeur]
7610ατμομάγειρας[ἀτμομάγειρας] α-τμο-μά-γει-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σκεύος στο οποίο μαγειρεύονται τρόφιμα με χρήση ατμού: Έβρασε τα λαχανικά στον ~α. Βλ. ατμίζω, χύτρα ταχύτητας. [< αγγλ. steam cooker]
7611ατμομηχανή[ἀτμομηχανή] α-τμο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εμβολοφόρος θερμική μηχανή εξωτερικής καύσης, που μετατρέπει την ενέργεια των υδρατμών σε μηχανικό έργο: ~ έλξης/σιδηροδρόμων (πβ. ατμάμαξα, λοκομοτίβα). Πλοίο με ~.|| (μτφ.) Αναπτυξιακή ~. Εμπορική ναυτιλία: η ~ της οικονομίας. Πβ. κινητήρια δύναμη. Βλ. -μηχανή. [< γαλλ. machine à vapeur]
7612ατμοπλοΐα[ἀτμοπλοΐα] α-τμο-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): ΝΑΥΤ. ναυσιπλοΐα με ατμόπλοια. Βλ. -πλοΐα. [< γερμ. Dampfschifffahrt, γαλλ. navigation à vapeur]
7613ατμοπλοϊκός, ή, ό [ἀτμοπλοϊκός] α-τμο-πλο-ϊ-κός επίθ. (κυρ. παλαιότ.): ΝΑΥΤ. που έχει σχέση με την ατμοπλοΐα ή το ατμόπλοιο: ~ή: εταιρεία. ~ές: γραμμές.|| ~ή: συγκοινωνία/σύνδεση. ~ό: ταξίδι. ● επίρρ.: ατμοπλοϊκά & (λόγ.) -ώς [ῶς]: Βλ. αεροπορικώς, οδικώς.
7614ατμόπλοιο[ἀτμόπλοιο] α-τμό-πλοι-ο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): ΝΑΥΤ. καράβι που κινείται με ατμομηχανή: εμπορικά/επιβατηγά/φορτηγά ~α. ΣΥΝ. βαπόρι [< γερμ. Dampfschiff, γαλλ. bateau à vapeur]
7615ατμοποίηση[ἀτμοποίηση] α-τμο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. (για ουσία) μετάβαση από στερεή ή υγρή κατάσταση σε αέρια (υπό συγκεκριμένες συνθήκες θερμοκρασίας και πίεσης): ~ νερού σε λέβητα/ρευστών. Πβ. εξαέρωση, εξάτμιση, εξάχνωση. Βλ. αεριο-, υγρο-ποίηση. [< γαλλ. vaporisation]
7616ατμοποιώ[ἀτμοποιῶ] α-τμο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ατμοποι-εί ... | ατμοποι-ήσει, -είται, -ηθεί, -ημένος}: ΦΥΣ. μεταβάλλω στερεά ή υγρή ουσία σε ατμό: Η βενζίνη/το νερό ~είται. Πβ. εξαερώνω, εξατμίζω, εξαχνώνω. Βλ. αεριο-, υγρο-ποιώ. [< γαλλ. vaporiser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.