| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8367 | ατμός | [ἄχνα] ά-χνα ουσ. (θηλ.) 1. χνότο, εκπνοή ή ο ήχος της. 2. (λογοτ.) αχνός, υδρατμός. Πβ. ατμός. ● ΦΡ.: δεν ακούγεται/δε(ν) βγαίνει άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά, δεν βγάζω άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά [< μεσν. άχνα] | |
| 7617 | ατμός | [ἀτμός] α-τμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ.-ΧΗΜ. αέριο που παράγεται από τη θέρμανση υγρού ή στερεού: γεωθερμικός/υπέρθερμος ~. ~ θέρμανσης/υψηλής πίεσης. Γεννήτρια ~ού (= ατμογεννήτρια). Τοξικοί ~οί. ~οί-αναθυμιάσεις. ~οί νερού (= υδρατμοί, πβ. αχνός). ~οί διαλυτών/θείου/οξέων/πετρελαίου/υδραργύρου. ~οί διαφεύγουν/εκλύονται/συμπυκνώνονται/ψύχονται. Το μπάνιο ήταν γεμάτο ~ούς. Από τα ρήγματα του βράχου έβγαιναν ~οί. ● ΣΥΜΠΛ.: σίδερο ατμού: ατμοσίδερο. ● ΦΡ.: (βρίσκομαι/είμαι) υπ' ατμόν (λόγ.): για κάποιον που βρίσκεται σε ετοιμότητα, σε εγρήγορση ή είναι έτοιμος να φύγει: Οι διοργανωτές του διαγωνισμού είναι ~ ~ για τη μεγάλη μέρα., βγάζω ατμούς: εξοργίζομαι συνήθ. χωρίς να το δείχνω., στον ατμό: μαγείρεμα τροφής πάνω από νερό που βράζει: λαχανικά/ψάρια (βρασμένα) ~ ~. [< αρχ. ἀτμός, γαλλ. vapeur, αγγλ. steam] | |
| 7618 | ατμοσίδερο | [ἀτμοσίδερο] α-τμο-σί-δε-ρο ουσ. (ουδ.): ηλεκτρική συσκευή σιδερώματος ρούχων που λειτουργεί με ατμό, σίδερο ατμού: επαγγελματικό/ηλεκτρικό ~. [< αγγλ. steam iron, περ. 1943] | |
| 7619 | ατμοστρόβιλος | [ἀτμοστρόβιλος] α-τμο-στρό-βι-λος ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. περιστροφική μηχανή που χρησιμοποιεί ως κινητήρια ενέργεια την εκτόνωση του ατμού: ~οι για τη λειτουργία ηλεκτρικών γεννητριών. Βλ. αεριοστρόβιλος, τουρμπίνα. [< γαλλ. turbine à vapeur] | |
| 7620 | ατμόσφαιρα | [ἀτμόσφαιρα] α-τμό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. το αεριώδες στρώμα που περιβάλλει τη Γη ή/και άλλα ουράνια σώματα· κυρ. το τμήμα της γήινης ατμόσφαιρας που βρίσκεται πιο κοντά στην επιφάνειά της· ο αέρας σε ένα χώρο ή οι μετεωρολογικές συνθήκες, το κλίμα μιας περιοχής: ανώτερη/αραιή/κατώτερη/πυκνή ~. Η ~ ενός δορυφόρου/εξωηλιακών πλανητών/του Κρόνου.|| Τα στρώματα της ~ας της Γης (: εξώ-, θερμό-, ιονό-, μαγνητό-, μεσό-, οζονό-, στρατό-, τροπό-σφαιρα). Μόλυνση/υγρασία της ~ας. Έκλυση/εκπομπή ρύπων στην ~. Μικροσωματίδια αιωρούνται/φθοριούχα αέρια εκλύονται/χημικές ουσίες εκπέμπονται στην ~.|| (κατ' επέκτ.) Αστρική ~. Ηλιακή ~ (= φωτό-, χρωμό-σφαιρα).|| Ανθυγιεινή/αποπνικτική/μολυσμένη/πνιγηρή ~. Τα κλιματιστικά ξηραίνουν την ~ (= τον αέρα).|| Διαυγής/καθαρή/υγρή ~ (= το κλίμα). Βλ. κλιματολογία. 2. (μτφ.) διάθεση, συναισθηματικό ή ψυχολογικό περιβάλλον, κλίμα: (αντι)πολεμική/αρνητική/γιορτινή/ερωτική/ευχάριστη/εχθρική/ζεστή/ηλεκτρισμένη/θετική/κατάλληλη/νοσταλγική/πανηγυρική/υποβλητική/φιλική/φορτισμένη/χριστουγεννιάτικη ~.|| Άναψε κεριά, για να δημιουργήσει/κάνει ~ (= ρομαντική ~). Η ~ μιας βραδιάς/μιας εκδήλωσης. Σε τεταμένη ~ διεξήχθησαν οι εκλογές. Δυναμιτίζουν την ~ οι δηλώσεις του υπουργού. Η πόλη έχει ανατολίτικη/ευρωπαϊκή/κοσμοπολίτικη ~. Η ταινία αποδίδει πιστά την ~ (= το πνεύμα) του βιβλίου. 3. ΜΕΤΡΟΛ. -ΦΥΣ. μονάδα μέτρησης της πίεσης. Πβ. πασκάλ.|| Τεχνική (σύμβ. At)/φυσική (σύμβ. Atm) ~. ● ΣΥΜΠΛ.: περιρρέουσα ατμόσφαιρα (απαιτ. λεξιλόγ.): το περιβάλλον, οι συνθήκες που κυριαρχούν σε έναν χώρο: ευνοϊκή/νοσηρή ~ ~. Έχει δημιουργηθεί/επικρατεί ~ ~ ανασφάλειας/ηττοπάθειας/σκανδαλολογίας. [< αγγλ. surrounding air] , αναγωγική ατμόσφαιρα βλ. αναγωγικός, βαριά ατμόσφαιρα βλ. βαρύς, κυκλοφορία της ατμόσφαιρας βλ. κυκλοφορία ● ΦΡ.: πλανάται/υπάρχει στον αέρα/στην ατμόσφαιρα βλ. πλανώ [< γαλλ. atmosphère, αγγλ. atmosphere] | |
| 7621 | ατμοσφαιρικός | , ή, ό [ἀτμοσφαιρικός] α-τμο-σφαι-ρι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με την ατμόσφαιρα ή αναφέρεται σε αυτή: ~ός: αέρας/κινητήρας (: χωρίς υπερσυμπιεστή). ~ή: διάβρωση/διάθλαση/διατάραξη/διαταραχή/διάχυση/μόλυνση/πυκνότητα/ρύπανση/χημεία. ~οί: ρύποι. ~ές: επιστήμες/συνθήκες. ~ά: αέρια/(ΜΕΤΕΩΡ.) αιωρήματα/κατακρημνίσματα/(ΦΥΣ.) κύματα/στρώματα/σωματίδια/φαινόμενα. 2. (μτφ.) που δημιουργεί ή αποτυπώνει υποβλητική ατμόσφαιρα, κλίμα: ~ός: φωτισμός/χώρος. ~ή: μουσική/πόλη/ταινία/φωτογραφία. ~ό: σκηνικό. ● ΣΥΜΠΛ.: ατμοσφαιρική πίεση βλ. πίεση, κυκλοφορία της ατμόσφαιρας βλ. κυκλοφορία [< γαλλ. atmosphérique, αγγλ. atmospheric] | |
| 7622 | ατμοσφαιρικότητα | [ἀτμοσφαιρικότητα] α-τμο-σφαι-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δημιουργία συγκεκριμένου ψυχολογικού κλίματος: η ~ της μουσικής/ταινίας. Βλ. -ότητα. | |
| 7624 | άτοκος | , η, ο [ἄτοκος] ά-το-κος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που δεν επιβαρύνεται με τόκο ή δεν τον αποδίδει: ~ο: δάνειο. Το ποσό καταβάλλεται σε οκτώ ισόποσες ~ες μηνιαίες δόσεις.|| ~ες: καταθέσεις. Βλ. -τοκος. ΑΝΤ. έντοκος ● επίρρ.: άτοκα & (λόγ.) ατόκως [< αρχ. ἄτοκος] | |
| 7625 | ατόλη | [ἀτόλη] α-τό-λη ουσ. (θηλ.) & ατόλ (το) {άκλ.}: ΓΕΩΛ. κοραλλιογενής ύφαλος ή σύνολο υφάλων των τροπικών θαλασσών, που περικλείουν λιμνοθάλασσα. [< αγγλ.-γαλλ. atoll] | |
| 7626 | ατολμία | [ἀτολμία] α-τολ-μί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη τόλμης, διστακτικότητα, αναποφασιστικότητα: πολιτική ~. Παθητικότητα και ~. Επέδειξε ~. ΣΥΝ. δειλία ΑΝΤ. θάρρος (1) [< αρχ. ἀτολμία] | |
| 7627 | άτολμος | , η, ο [ἄτολμος] ά-τολ-μος επίθ.: που δεν έχει ή δεν γίνεται με τόλμη: ~ος: άνθρωπος (= διστακτικός). ~η: απόφαση/στάση. ~ο: σχέδιο. ~α: μέτρα. ΣΥΝ. δειλός ΑΝΤ. γενναίος (1), θαρραλέος, παράτολμος, τολμηρός (1) ● επίρρ.: άτολμα [< αρχ. ἄτολμος] | |
| 7628 | ατομικισμός | [ἀτομικισμός] α-το-μι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.) πρόταξη του ατομικού συμφέροντος: άκρατος ~. Η σύγχρονη κοινωνία επιβάλλει/καλλιεργεί τον έντονο ανταγωνισμό και τον ~ό. Πβ. εγωκεντρ-, φιλοτομαρ-ισμός, φιλαυτία. ΣΥΝ. ατομισμός (1) ΑΝΤ. αλτρουισμός 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία ή τάση που προβάλλει το άτομο ως υπέρτατη αξία· ατομοκρατία: Ο ~ αποδίδει μεγάλη αξία στην ατομική ελευθερία και έκφραση. ΣΥΝ. ιντιβιντουαλισμός 3. ΦΙΛΟΣ. (ειδικότ.) δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του ατόμου απέναντι στις απρόσωπες κοινωνικές εξουσίες, αξίες και επιρροές. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεθοδολογικός ατομι(κι)σμός: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. μέθοδος ανάλυσης και ερμηνείας των κοινωνικών φαινομένων με βάση τις ενέργειες, τη στάση και γενικότ. τα χαρακτηριστικά των ατόμων. [< γαλλ. individualisme] | |
| 7629 | ατομικιστής | [ἀτομικιστής] α-το-μι-κι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ατομικίστρια} 1. πρόσωπο που μεριμνά αποκλειστικά για τον εαυτό του και το προσωπικό του συμφέρον: (κ. ως επίθ.) ~ές: πολιτικοί. Πβ. εγωιστής, εγωκεντρικός, φιλοτομαριστής. ΣΥΝ. ατομιστής (1) 2. ΦΙΛΟΣ. οπαδός του ατομικισμού. [< γαλλ. individualiste] | |
| 7630 | ατομικιστικός | , ή, ό [ἀτομικιστικός] α-το-μι-κι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή ανήκει στον ατομικισμό ή στον ατομικιστή: ~ός: τρόπος ζωής/χαρακτήρας. ~ή: αντίληψη. ~ό: πνεύμα. Βλ. -ιστικός1. ΣΥΝ. ατομιστικός (2) ΑΝΤ. αλτρουιστικός ● επίρρ.: ατομικιστικά [< γαλλ. individualiste] | |
| 7631 | ατομικοποίηση | [ἀτομικοποίηση] α-το-μι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εξατομίκευση: ~ της διδασκαλίας. (αρνητ. συνυποδ.) Συνθήκες κατακερματισμού και ~ης (: απώλειας της συλλογικότητας) των ανθρώπων. Βλ. συλλογικοποίηση, -ποίηση. | |
| 7632 | ατομικός | , ή, ό [ἀτομικός] α-το-μι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στο άτομο ή σχετίζεται με αυτό: ~ός: (ΣΤΡΑΤ.) οπλισμός (: του κάθε στρατιώτη)/φάκελος (μαθητή/υπαλλήλου). ~ή: ασφάλεια/δράση/έκθεση/επιλογή/επιχείρηση/εργασία/θέρμανση (= αυτόνομη)/πίτσα/προσπάθεια/πρωτοβουλία/σύμβαση/συσκευασία/χρήση/ψυχοθεραπεία. ~ό: βιβλιάριο/δελτίο (υγείας). ~ές: δαπάνες/ελευθερίες. ~ά: στοιχεία. Σε ~ή βάση. Σε ~ό επίπεδο. ~ές διαφορές στη μάθηση. ~ά και κοινωνικά δικαιώματα. Βλ. ενδο~, υπερ~. ΣΥΝ. ιδιαίτερος (1), προσωπικός (1) ΑΝΤ. ομαδικός (2), συλλογικός 2. ΑΘΛ. που αφορά μόνο έναν ή συγκεκριμένο αθλητή: ~ή: διάκριση/επίδοση/προπόνηση. ~ό: άθλημα/παιχνίδι. Κάθε χρόνο βελτιώνει το ~ό της ρεκόρ. 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που αναφέρεται στο άτομο της ύλης ή σχετίζεται με αυτό: ~ή: φυσική. ~ό: εργοστάσιο. ~ό: ρολόι (καισίου). Πβ. πυρηνικός. Βλ. μονο~, δι~, τρι~, πολυ~.|| (ΦΥΣ.-ΑΣΤΡΟΝ.) Διεθνής ~ χρόνος. ● επίρρ.: ατομικά ● ΣΥΜΠΛ.: ατομικά όπλα: πυρηνικά όπλα., ατομική βόμβα 1. βόμβα από ραδιενεργή ύλη με ισχύ που παράγεται από τη διάσπαση του ατόμου: ~ ~ ουρανίου/πλουτωνίου. Δοκιμή/κατοχή/ρίψη ~ής ~ας. ~ές ~ες και βόμβες υδρογόνου. ~ ~ πολλών μεγατόνων. Πβ. όπλα μαζικής καταστροφής. ΣΥΝ. πυρηνική βόμβα 2. (μτφ.) συνταρακτική πληροφορία ή εξέλιξη: Η είδηση έσκασε σαν ~ ~. [< αγγλ. atom(ic) bomb, 1914, γαλλ. bombe atomique, 1945] , ατομική ενέργεια 1. ΑΘΛ. (σε ομαδικό άθλημα) ενέργεια που γίνεται αποκλειστικά από έναν παίκτη: Πέτυχε το νικητήριο γκολ με ~ ~. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. πυρηνική ενέργεια. [< 2: αγγλ. atomic energy, 1922] , ατομική θεωρία (η): ΦΙΛΟΣ. ατομοκρατία, ατομισμός., ατομική μάζα & σχετική ατομική μάζα: ΧΗΜ. η σχέση της μάζας του ατόμου ενός στοιχείου ως προς το δωδέκατο της μάζας του ατόμου του άνθρακα 12. [< γαλλ. masse atomique] , ατομικό βάρος: ΧΗΜ. η μάζα του ατόμου ενός στοιχείου υπολογισμένη σε μονάδες ατομικής μάζας. [< γαλλ. poids atomique] , ατομικός αριθμός (σύμβ. Z): ΧΗΜ. ο αριθμός των πρωτονίων του πυρήνα του ατόμου ενός χημικού στοιχείου που δηλώνει και τη θέση του στο περιοδικό σύστημα: ~ ~ του νατρίου/ουρανίου/πυριτίου. [< γαλλ. nombre/numéro atomique] , μονάδα ατομικής μάζας: ΧΗΜ. μονάδα που ισούται με το 1/12 της μάζας του ατόμου του άνθρακα 12. [< αγγλ. atomic mass unit, 1955] , σύνθετο ατομικό: ΑΘΛ. σύνολο αγωνισμάτων της ρυθμικής ή ενόργανης γυμναστικής, στα οποία διαγωνίζεται ένας αθλητής και νικητής αναδεικνύεται εκείνος που συγκεντρώνει το υψηλότερο άθροισμα στη συνολική βαθμολογία του: ~ ~ ανδρών/γυναικών/κορασίδων/νεανίδων/παίδων., ατομική ψυχολογία βλ. ψυχολογία, ατομικό καλοριφέρ βλ. καλοριφέρ, μικροσκόπιο ατομικής δύναμης βλ. μικροσκόπιο [< 1,2: γαλλ. individuel, personnel 3: γαλλ. atomique, αγγλ. atomic] | |
| 7633 | ατομικότητα | [ἀτομικότητα] α-το-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιαίτερη υπόσταση του κάθε ανθρώπου, η μοναδικότητά του: σεβασμός της ~ας των παιδιών. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. προσωπικότητα (1) 2. (λόγ.) ό,τι χαρακτηρίζει το ατομικό σε αντιδιαστολή προς το συλλογικό: η ~ των συναλλαγών. ~ της ζωής και του θανάτου. Υπέρβαση της ~ας. ΑΝΤ. συλλογικότητα 3. ΦΙΛΟΣ. ιδιαιτερότητα, ειδοποιός διαφορά προσώπου ή οντότητας. 4. ΧΗΜ. ο αριθμός των ατόμων που απαρτίζουν το μόριο ενός στοιχείου: ~ των αερίων/του ουρανίου. [< 1-3: γαλλ. individualité 4: γαλλ. atomicité, αγγλ. atomicity] | |
| 7634 | ατομισμός | [ἀτομισμός] α-το-μι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ατομικισμός. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία τα απλά και αδιαίρετα άτομα είναι τα βασικά συστατικά του Σύμπαντος. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ατομική θεωρία ● ΣΥΜΠΛ.: μεθοδολογικός ατομι(κι)σμός βλ. ατομικισμός [< 2: γαλλ. atomisme, γερμ. Atomismus] | |
| 7635 | ατομιστής | [ἀτομιστής] α-το-μι-στής ουσ. (αρσ.) 1. {θηλ. ατομίστρια} ατομικιστής. 2. ΦΙΛΟΣ. φιλόσοφος στην αρχαία Ελλάδα, οπαδός της ατομικής θεωρίας. [< 2: γαλλ. atomiste, γερμ. Atomist] | |
| 7636 | ατομιστικός | , ή, ό [ἀτομιστικός] α-το-μι-στι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στον ατομιστή, εγωιστή: ~ός: τρόπος σκέψης. ~ή: εποχή/κοινωνία/συμπεριφορά. ΣΥΝ. εγωιστικός, εγωκεντρικός 2. που σχετίζεται με τον ατομικισμό: ~ή αντίληψη της ζωής/των πραγμάτων. ΣΥΝ. ατομικιστικός 3. που αφορά τον ατομισμό, την ατομική θεωρία: η ~ή θεωρία του Δημόκριτου. Βλ. -ιστικός1. ● επίρρ.: ατομιστικά: Δρα ~. [< 3: γαλλ. atomistique, αγγλ. atomistic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ