Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8520-8540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7637άτομο[ἄτομο] ά-το-μο ουσ. (ουδ.) {ατόμ-ου} 1. πρόσωπο, άνθρωπος, κυρ. ως ξεχωριστή ύπαρξη ή αριθμητική μονάδα, σε αντιδιαστολή προς την κοινωνία, την ομάδα, το σύνολο: αγαπημένο/άγνωστο/ενοχλητικό/ευαίσθητο/ευγενικό/ηλικιωμένο/καλλιεργημένο/κοινωνικό/λογικό/ξεχωριστό/οικείο/ύποπτο ~ (πβ. τύπος). Αναζήτηση/διάσωση/σύλληψη ενός ~ου. Τα δικαιώματα/οι ελευθερίες του ~ου (= του πολίτη). Αίθουσα/γήπεδο χωρητικότητας ... ~ων. Τιμή/χρέωση ανά/κατά ~. Κράτηση/μερίδα/πρόσκληση/σκηνή/τραπέζι δύο ~ων/για δύο ~α. Οικογένεια ... ~ων. Ηλικιωμένα/παχύσαρκα ~α. Εξαρτημένα ~α. ~α με αναπηρία/περιορισμένης κινητικότητας. Τα συμπτώματα διαφέρουν από ~ σε ~/σε κάθε ~ο. Τρία ~α κατηγορούνται για ...|| (νεαν. αργκό) Άκου, ρε, τι λέει το ~! Φευγάτο το ~. 2. ΧΗΜ. στοιχειώδες συστατικό της ύλης, που διαθέτει τις ιδιότητες συγκεκριμένου χημικού στοιχείου και παραμένει αμετάβλητο κατά τη χημική αντίδραση: τα ηλεκτρόνια/τα πρωτόνια/ο πυρήνας/τα νετρόνια του ~ου. ~ οξυγόνου/υδρογόνου. Βλ. αδρ-, βαρυ-, λεπτ-, μεσ-, μποζ-, νουκλε-, ποζιτρ-όνιο, μόριο, νετρίνο. 3. ΒΙΟΛ. ζωικός ή φυτικός οργανισμός: αποικία/πληθυσμός ... ~ων. 4. ΦΙΛΟΣ. το ελάχιστο αδιαίρετο τμήμα της ύλης, από το οποίο συντίθενται τα υλικά όντα του κόσμου, σύμφωνα με τη θεωρία της ατομοκρατίας. ● ΣΥΜΠΛ.: διάσπαση του ατόμου βλ. διάσπαση, εμποδιζόμενα άτομα βλ. εμποδίζω ● ΦΡ.: για το άτομό μου/σου/του: για μένα/σένα/εκείνον: Μόνο καλά λόγια θα ακούσεις για το ~ μου. Δεν ξέρω τίποτα ~ του., άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες/δεξιότητες βλ. ειδικός, γαμώ τα παιδιά/τα άτομα βλ. γαμώ [< 1: γαλλ. individu, personne 2: γαλλ. atome, αγγλ. atom, γερμ. Atom 3: γαλλ. individu 4: αρχ. ἄτομον]
7638ατομοκεντρικός, ή, ό [ἀτομοκεντρικός] α-το-μο-κε-ντρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον ατομοκεντρισμό: ~ός: ευδαιμονισμός/χαρακτήρας. ~ή: αντίληψη/θεώρηση (του κόσμου)/συμπεριφορά. ~ό: περιβάλλον. Πβ. εγω-, προσωπο-κεντρικός. Βλ. κοινωνιοκεντρικός.
7639ατομοκεντρισμός[ἀτομοκεντρισμός] α-το-μο-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. εγωκεντρισμός. Πβ. ατομικισμός. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. -ΦΙΛΟΣ. κάθε θεωρία ή τάση που δίνει προτεραιότητα στο άτομο έναντι της κοινωνίας. Βλ. -ισμός.
7640ατομοκρατία[ἀτομοκρατία] α-το-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) ΦΙΛΟΣ. 1. ατομικισμός. 2. θεωρία που εισηγήθηκαν ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος συντίθεται από άτομα. Βλ. -κρατία.
7641ατονία[ἀτονία] α-το-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. εξασθένηση της δύναμης, της ισχύος, της ζωτικότητας: γενική/σωματική ~. Αίσθημα κόπωσης και ~ας. Αισθάνεται (μια) ελαφρά ~. Πβ. κομμάρα.|| (μτφ.) Επιχειρηματική/πνευματική/πολιτική ~. ~ του ενδιαφέροντος/της οικονοµικής δραστηριότητας/των παραδοσιακών δεσμών. ΣΥΝ. αδυναμία (3) ΑΝΤ. αλκή, δύναμη (1), ευεξία 2. ΙΑΤΡ. απουσία φυσιολογικού τόνου (βαθμού σφρίγους και τάσεως) μυώδους κυρ. οργάνου: εντερική/μυϊκή ~. ~ των ιστών/της μήτρας/της χοληδόχου κύστης. Βλ. δυσ-, υπερ-, υπο-τονία. [< 1: αρχ. ἀτονία 2: γαλλ. atonie, αγγλ. atony, γερμ. Atonie]
7642ατονικός1, ή, ό [ἀτονικός] α-το-νι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από έλλειψη δύναμης, ζωντάνιας: ~ή: προσπάθεια. ΣΥΝ. άτονος (1) 2. ΙΑΤΡ. που πάσχει από ατονία ή αποτελεί συνέπειά της: ~ές: κρίσεις. Πβ. άτονος. Βλ. υποτονικός. [< γαλλ. atonique, αγγλ. atonic]
7643ατονικός2, ή, ό [ἀτονικός] α-το-νι-κός επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. (για σύστημα γραφής) που δεν έχει τόνους: ~ή: γραφή. Κείμενο γραμμένο σε ~ό σύστημα. Βλ. μονο-, πολυ-τονικός. 2. ΜΟΥΣ. που δεν ακολουθεί τις αρχές της τονικότητας: ~ή: σύνθεση. ● ΣΥΜΠΛ.: ατονική μουσική: ΜΟΥΣ. η οποία στηρίζεται στους κανόνες της ατονικότητας. [< 2: γαλλ. atonal, 1914, αγγλ. ~, 1922]
7644ατονικότητα[ἀτονικότητα] α-το-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. είδος μουσικής γραφής που χαρακτηρίζεται από έλλειψη τονικότητας (ελεύθερη χρήση της δωδεκάφθογγης χρωματικής κλίμακας). [< γαλλ. atonalité, 1924, αγγλ. atonality, 1922]
7645άτονος, η, ο [ἄτονος] ά-το-νος επίθ. 1. που δεν έχει δύναμη, ένταση, ζωντάνια, ορμή, ενέργεια: ~η: ερμηνεία (= άνευρη)/ομάδα/προσπάθεια/συζήτηση/φωνή (= άψυχη, άχρωμη). ~ο: δέρμα/ενδιαφέρον/χειροκρότημα (= ατονικό). ~α: μάτια (= ανέκφραστα). Ο ασθενής είναι νωθρός και ~ (= αδύναμος). Ποικιλία χρωμάτων, που κυμαίνονται από το πολύ έντονο έως το ~ο. 2. που δεν φέρει τόνο: ~η: λέξη/συλλαβή. Βλ. παρ~. ΑΝΤ. τονούμενος 3. ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην ατονία: ~ο: έλκος (: που δεν επουλώνεται, χρόνιο)/έντερο. ● επίρρ.: άτονα [< 1: αρχ. ἄτονος 2: μεσν. άτονος, γερμ. unbetont 3: γαλλ. atone, αγγλ. atonic]
7646ατονώ[ἀτονῶ] α-το-νώ ρ. (αμτβ.) {ατόν-ησε, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: εξασθενώ, χάνω δύναμη, ένταση, ζωντάνια, ενεργητικότητα: ~εί η διάθεση/ο έλεγχος/το ενδιαφέρον/η προσπάθεια. ~ούν τα μέτρα κατά ... Η φιλία τους ~ησε. Η ιδέα της ευγενούς άμιλλας έχει ~ήσει. Πβ. ξεθυμαίνω. ΑΝΤ. εντείνομαι.ατονεί: ΝΟΜ. μένει ανενεργός: Νόμος που έχει ~ήσει. ΑΝΤ. ισχύει [< αρχ. ἀτονῶ]
7647ατοξικός, ή, ό [ἀτοξικός] α-το-ξι-κός επίθ.: μη τοξικός: ~ή: ουσία. ~ό: προϊόν. ~ά: υλικά. Βλ. οικολογικός. [< γαλλ. atoxique, αγγλ. atoxic]
7648ατόπημα[ἀτόπημα] α-τό-πη-μα ουσ. (ουδ.) {ατοπήμ-ατα} (λόγ.): παράλογος ή απρεπής λόγος ή πράξη: ηθικό/λογικό/σοβαρό/φραστικό ~. Γλωσσικά/σκηνοθετικά ~ατα. Υπέπεσε σε βαρύ ~. Διέπραξε μεγάλο διπλωματικό ~. Πβ. απρέπεια, παρεκτροπή, σφάλμα. [< μτγν. ἀτόπημα ‘παραλογισμός, προσβολή’]
7649ατοπία[ἀτοπία] α-το-πί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αλλεργική υπερευαισθησία με κληρονομική προδιάθεση. Βλ. άσθμα, ρινίτιδα. 2. η ιδιότητα του άτοπου ή κυρ. το ίδιο το ατόπημα. [< 1: αγγλ. atopy, 1923, γαλλ. atopie 2: αρχ. ἀτοπία ‘παραξενιά, παραλογισμός’]
7650ατοπικός, ή, ό [ἀτοπικός] α-το-πι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που πάσχει από ή αναφέρεται στην ατοπία: ~ή: νόσος. ~ό: δέρμα/έκζεμα. Πβ. αλλεργικός. 2. (σπάν.) που αναφέρεται στην ανυπαρξία (συγκεκριμένου) τόπου: ~ά: όνειρα. ● ΣΥΜΠΛ.: ατοπική δερματίτιδα βλ. δερματίτιδα [< αγγλ. atopic, 1923, γερμ. atopisch, γαλλ. atopique]
7651άτοπο[ἄτοπο] ά-το-πο ουσ. (ουδ.) 1. (λόγ.) παράλογος ή ανάρμοστος λόγος ή πράξη, ατόπημα: Παραδέχτηκαν το ~ της ενέργειάς τους. Πβ. ατοπία. 2. ΦΙΛΟΣ. (στη λογική) οτιδήποτε εμπεριέχει λογική αντίφαση ή αντιτίθεται σε κάτι αληθές: το ~ ενός επιχειρήματος/μιας θεωρίας. ● ΦΡ.: εις άτοπο(ν) απαγωγή (λόγ.) & απαγωγή σε άτοπο: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. λογική μέθοδος που αποδεικνύει την αλήθεια μιας πρότασης, δείχνοντας ότι η αντίθετή της οδηγεί σε λογική αντίφαση ή εσφαλμένο συμπέρασμα: απόδειξη με την ~ ~. [< γαλλ. démonstration par l'absurde] [< αρχ. ἄτοπον]
7652άτοπος, η, ο [ἄτοπος] ά-το-πος επίθ. 1. που αντιτίθεται στη λογική: ~ος: ισχυρισμός/συλλογισμός. ~ο: επιχείρημα/συμπέρασμα (πβ. άλογο, εσφαλμένο). Θα ήταν ~ο να υποστηρίξουμε ότι ... ΣΥΝ. παράλογος ΑΝΤ. λογικός (3) 2. που είναι εκτός τόπου, δεν αρμόζει, δεν ταιριάζει στην περίσταση: ~η: ερώτηση/πράξη/συμπεριφορά (πβ. απρεπής, αταίριαστος). ~α: σχόλια. Πβ. άκαιρος. ΣΥΝ. ανάρμοστος ● επίρρ.: άτοπα [< αρχ. ἄτοπος ]
7654ατός, ή, ό [ἀτός] α-τός οριστ. αντ. (+ γεν. προσ. αντων.) (λαϊκό-λογοτ.): μόνος, χωρίς τη βοήθεια κανενός: ~ μου τα κατάφερα. [< μεσν. ατόν, ατός]
7656ατού[ἀτού] α-τού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.-προφ.) πλεονέκτημα: βασικό/κρυφό ~. Το δυνατό/μεγάλο ~ της ομάδας είναι ... Διαθέτουν/έχουν ένα ισχυρό ~ (= προσόν). ΣΥΝ. αβαντάζ (1), βαρύ πυροβολικό (1), βαρύ/γερό/δυνατό/μεγάλο χαρτί (1) ΑΝΤ. μείον (2), μειονέκτημα, ντεζαβαντάζ 2. τραπουλόχαρτο που υπερισχύει έναντι των άλλων. ● ΣΥΜΠΛ.: διαπραγματευτικό χαρτί/ατού βλ. διαπραγματευτικός [< γαλλ. atout]
7657ατόφιος, ια, ιο [ἀτόφιος] α-τό-φιος επίθ. 1. που είναι γνήσιος, ανόθευτος, χωρίς προσμίξεις: ~ιο: ασήμι/χρυσάφι (= καθαρό). Έπιπλα από ~ιο ξύλο (πβ. συμπαγής).|| (μτφ.) ~ια: ομορφιά. ~ιο: συναίσθημα/ταλέντο. ~ (= αυθεντικός) θεατρίνος. 2. που δεν του λείπει κάτι, ακέραιος, ολόκληρος, αναλλοίωτος: ~ια: αλήθεια. Παρέθεσαν ~ια τα στοιχεία που συνέλεξαν. ΑΝΤ. λειψός 3. (μτφ.) ειλικρινής, αγνός, άδολος, ευθύς: ~ιος: χαρακτήρας (= ντόμπρος). ● επίρρ.: ατόφια [< μεσν. αυτόφυος -παλαιότ. ορθογρ. ατόφυος]
7659ατρακτοειδής, ής, ές [ἀτρακτοειδής] α-τρα-κτο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με άτρακτο, έχει το σχήμα της ατράκτου: ~ής: μορφή. ~ές: σώμα. ~είς: νευρώνες. ~ή: κύτταρα. Βλ. -ειδής. [< μτγν. ἀτρακτοειδής, γαλλ. fusiforme]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.