Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [8540-8560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7656ατού[ἀτού] α-τού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.-προφ.) πλεονέκτημα: βασικό/κρυφό ~. Το δυνατό/μεγάλο ~ της ομάδας είναι ... Διαθέτουν/έχουν ένα ισχυρό ~ (= προσόν). ΣΥΝ. αβαντάζ (1), βαρύ πυροβολικό (1), βαρύ/γερό/δυνατό/μεγάλο χαρτί (1) ΑΝΤ. μείον (2), μειονέκτημα, ντεζαβαντάζ 2. τραπουλόχαρτο που υπερισχύει έναντι των άλλων. ● ΣΥΜΠΛ.: διαπραγματευτικό χαρτί/ατού βλ. διαπραγματευτικός [< γαλλ. atout]
7657ατόφιος, ια, ιο [ἀτόφιος] α-τό-φιος επίθ. 1. που είναι γνήσιος, ανόθευτος, χωρίς προσμίξεις: ~ιο: ασήμι/χρυσάφι (= καθαρό). Έπιπλα από ~ιο ξύλο (πβ. συμπαγής).|| (μτφ.) ~ια: ομορφιά. ~ιο: συναίσθημα/ταλέντο. ~ (= αυθεντικός) θεατρίνος. 2. που δεν του λείπει κάτι, ακέραιος, ολόκληρος, αναλλοίωτος: ~ια: αλήθεια. Παρέθεσαν ~ια τα στοιχεία που συνέλεξαν. ΑΝΤ. λειψός 3. (μτφ.) ειλικρινής, αγνός, άδολος, ευθύς: ~ιος: χαρακτήρας (= ντόμπρος). ● επίρρ.: ατόφια [< μεσν. αυτόφυος -παλαιότ. ορθογρ. ατόφυος]
7659ατρακτοειδής, ής, ές [ἀτρακτοειδής] α-τρα-κτο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με άτρακτο, έχει το σχήμα της ατράκτου: ~ής: μορφή. ~ές: σώμα. ~είς: νευρώνες. ~ή: κύτταρα. Βλ. -ειδής. [< μτγν. ἀτρακτοειδής, γαλλ. fusiforme]
7660άτρακτος[ἄτρακτος] ά-τρα-κτος ουσ. (θηλ.) {ατράκτ-ου} 1. ΑΕΡΟΝ. -ΜΗΧΑΝ.-ΤΕΧΝΟΛ. το κύριο μέρος, ο σκελετός του αεροσκάφους που περιλαμβάνει τον θάλαμο πλοήγησης, τους χώρους των επιβατών, του φορτίου και των οργάνων ελέγχου: ~ αεροπλάνου/ελικοπτέρου. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. επιμήκης, συνήθ. κυλινδρικός άξονας που μεταδίδει περιστροφική κίνηση στις μηχανές: ~ ηλεκτροκινητήρα. 3. ΓΕΩΜ. τμήμα της επιφάνειας μιας σφαίρας μεταξύ δύο μέγιστων ημικυκλίων με κοινή διάμετρο. 4. ΒΙΟΛ. ατρακτοειδές σχήμα που παρατηρείται κατά τη μετάφαση της κυτταρικής διαίρεσης και το οποίο αποτελείται από μικροσωληνίσκους που συνδέονται με τα χρωμοσώματα: μιτωτική/πυρηνική ~. 5. (λόγ.) αδράχτι. ● Υποκ.: ατρακτίδιο (το) (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: μυϊκή άτρακτος & (σπάν.) νευρομυϊκή άτρακτος: ΙΑΤΡ. μια από τις αισθητήριες απολήξεις των σκελετικών μυών που αποτελούν τους υποδοχείς των ερεθισμάτων και είναι υπεύθυνοι για το παθητικό τέντωμα του μυός. [< γαλλ. fuseau (neuro)musculaire] , ωριαία άτρακτος: ΓΕΩΓΡ. ζώνη ώρας. [< γαλλ. fuseau horaire, 1911] [< 1: γαλλ. fuselage, 1908 2-4: γαλλ. fuseau 5: μτγν. ἄτρακτος]
7661ατράνταχτος, η, ο [ἀτράνταχτος] α-τρά-ντα-χτος επίθ. & ατράντακτος 1. (μτφ.) που δεν μπορεί να κλονιστεί, να αναιρεθεί, να ανατραπεί: ~η: αλήθεια/απόδειξη (πβ. τρανταχτός)/πίστη. ~ο: άλλοθι/τεκμήριο. ~α: επιχειρήματα (= αδιάσειστα, ΑΝΤ. σαθρά). Πβ. ακλόνητος, ακράδαντος, αδιαμφισβήτητος, αδιάψευστος. 2. (σπάν.) που δεν έχει ή δεν είναι δυνατό να κλονιστεί: ~α: θεμέλια. 3. (σπάν.-μτφ.) πολύ μεγάλος, τεράστιος: ~η: περιουσία. ● επίρρ.: ατράνταχτα & ατράντακτα [< γαλλ. inébranlable]
7662ατραξιόν[ἀτραξιόν] α-τρα-ξιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: οτιδήποτε προσελκύει το ενδιαφέρον, την προσοχή και ειδικότ. θεαματικό νούμερο ή ο καλλιτέχνης που το εκτελεί: τουριστική ~. Η ~ της έκθεσης/της πόλης. Με την εκκεντρική της εμφάνιση έγινε η ~ της βραδιάς. [< γαλλ. attraction]
7663ατραπός[ἀτραπός] α-τρα-πός ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) δρόμος, πορεία: η ~ της αρετής/γνώσης. Οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν εισέλθει σε δύσκολη/επικίνδυνη ~ό. Εκτρέπεται σε ολισθηρές ~ούς. 2. μονοπάτι. [< αρχ. ἀτραπός]
7664ατραυματικός, ή, ό [ἀτραυματικός] α-τραυ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που δεν προκαλεί τραύμα, κάκωση ή βλάβη: ~ή: θεραπεία/μέθοδος. Βελόνα με ~ό άκρο. [< αγγλ. atraumatic, 1934]
7666ατρησία[ἀτρησία] α-τρη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εκ γενετής ή επίκτητη απουσία ή απόφραξη φυσιολογικού σωματικού ανοίγματος ή σωληνώδους σχηματισμού: βρογχική/πνευμονική ~. ~ δωδεκαδακτύλου/οισοφάγου/ρινικών χοανών/χοληφόρων. ~ες και στενώσεις του πεπτικού σωλήνα. [< γαλλ. atrésie, αγγλ. atresia]
7667άτριο[ἄτριο] ά-τρι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. αίθριο σε σπίτια με ρωμαϊκό αρχιτεκτονικό πρότυπο. [< διεθν., λατ. atrium]
7668άτριχος, η, ο [ἄτριχος] ά-τρι-χος επίθ.: που δεν έχει τρίχες, μαλλιά: ~ο: στήθος. ~ες: περιοχές (του σώματος). ΑΝΤ. δασύτριχος, τριχωτός [< μτγν. ἄτριχος]
7669ατρόμητος, η, ο [ἀτρόμητος] α-τρό-μη-τος επίθ.: που δεν φοβάται ή δεν δείχνει τρόμο: ~η: καρδιά/στάση/ψυχή. ~οι: ήρωες/πολεμιστές. Πβ. λεοντόκαρδος. ΣΥΝ. άτρομος, άφοβος, γενναίος (1) ΑΝΤ. δειλός, φοβητσιάρης ● επίρρ.: ατρόμητα [< μτγν. ἀτρόμητος]
7670άτρομος, η, ο [ἄτρομος] ά-τρο-μος επίθ.: ατρόμητος. [< αρχ. ἄτρομος]
7671ατροπίνη[ἀτροπίνη] α-τρο-πί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. κρυσταλλικό αλκαλοειδές (σύμβ. C17H23NO3) με αντισπασμωδική δράση, εκχύλισμα κυρ. του φυτού μπελαντόνα: θειική ~. Βλ. σκοπολαμίνη, (αντι)χολινεργικός, -ίνη. [< γερμ. Atropine, γαλλ.-αγγλ. atropine < νεολατ. Atropa < η Μοίρα Ἄτροπος]
7672άτροπος[ἄτροπος] ά-τρο-πος ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μπελαντόνα.
7673ατροφεί[ἀτροφεῖ] α-τρο-φεί ρ. (αμτβ.) {ατρόφ-ησε} 1. ΙΑΤΡ. μειώνεται ως προς το μέγεθος λόγω ατροφίας. 2. (μτφ.) υπολειτουργεί, παρουσιάζει μειωμένη ανάπτυξη: Η έμπνευση/κριτική σκέψη ~. Πβ. αποδυναμώνομαι, ατονώ, εξασθενώ. [< μτγν. ἀτροφῶ ‘δεν έχω τροφή, μαραζώνω’, αγγλ. atrophy, γαλλ. atrophier]
7674ατροφία[ἀτροφία] α-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μείωση του μεγέθους οργάνων, ιστών, κυττάρων: γεροντική/(νωτιαία) μυϊκή (βλ. μυοπάθεια)/οπτική ~. ~ των γεννητικών οργάνων/του δέρματος/του εγκεφάλου/του ήπατος/της μήτρας. Βλ. απλασία, καχεξία. ΑΝΤ. υπερτροφία (1) 2. (μτφ.) μειωμένη ανάπτυξη ή μη αποτελεσματική λειτουργία: πνευματική ~. ~ της φαντασίας. Πβ. αποτελμάτωση, εξασθένηση, κατάπτωση, μαρασμός. [< αρχ. ἀτροφία, γαλλ. atrophie, αγγλ. atrophy]
7675ατροφικός, ή, ό [ἀτροφικός] α-τρο-φι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που αναφέρεται ή οφείλεται στην ατροφία: ~ός: μυς. ~ό: χέρι. Πόδι ~ό λόγω πολιομυελίτιδας. ΑΝΤ. υπερτροφικός (1) 2. (για ζωντανό οργανισμό) που είναι πολύ αδύνατος και αδύναμος: ~ό: σώμα (ΑΝΤ. εύρωστο, ευτραφές). ~ά: φυτά. Ζούσε ξυπόλυτος, κουρελής, ~ (= λιπόσαρκος, κοκαλιάρης). ΣΥΝ. καχεκτικός 3. (μτφ.) που παρουσιάζει μειωμένη ανάπτυξη, που λειτουργεί στοιχειωδώς: ~ός: θεσμός. ~ή: κοινωνία. ~ό: μυαλό. ΣΥΝ. υποτυπώδης ΑΝΤ. υπερτροφικός (2) [< γαλλ. atrophique, αγγλ. atrophic]
7676ατρύγητος, η, ο [ἀτρύγητος] α-τρύ-γη-τος επίθ.: που δεν έχει μαζευτεί ο καρπός του: ~α: αμπέλια. [< αρχ. ἀτρύγητος]
7677άτρωτος, η, ο [ἄτρωτος] ά-τρω-τος επίθ. (λόγ.) ΑΝΤ. τρωτός 1. (μτφ.) που δεν μπορεί να προσβληθεί, να επηρεαστεί, να μεταβληθεί: Βγήκε/(παρ)έμεινε ~ από τη δοκιμασία. Πβ. αλώβητος, απρόσβλητος. 2. που δεν του έχουν επιφέρει ή δεν μπορούν να του καταφέρουν πλήγμα: ~ος: αντίπαλος. ~η: (υπερ)δύναμη. Η ομάδα δεν είναι ~η. ~α από τον σεισμό κτίρια. Πβ. αλάβωτος. [< αρχ. ἄτρωτος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.