| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7660 | άτρακτος | [ἄτρακτος] ά-τρα-κτος ουσ. (θηλ.) {ατράκτ-ου} 1. ΑΕΡΟΝ. -ΜΗΧΑΝ.-ΤΕΧΝΟΛ. το κύριο μέρος, ο σκελετός του αεροσκάφους που περιλαμβάνει τον θάλαμο πλοήγησης, τους χώρους των επιβατών, του φορτίου και των οργάνων ελέγχου: ~ αεροπλάνου/ελικοπτέρου. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. επιμήκης, συνήθ. κυλινδρικός άξονας που μεταδίδει περιστροφική κίνηση στις μηχανές: ~ ηλεκτροκινητήρα. 3. ΓΕΩΜ. τμήμα της επιφάνειας μιας σφαίρας μεταξύ δύο μέγιστων ημικυκλίων με κοινή διάμετρο. 4. ΒΙΟΛ. ατρακτοειδές σχήμα που παρατηρείται κατά τη μετάφαση της κυτταρικής διαίρεσης και το οποίο αποτελείται από μικροσωληνίσκους που συνδέονται με τα χρωμοσώματα: μιτωτική/πυρηνική ~. 5. (λόγ.) αδράχτι. ● Υποκ.: ατρακτίδιο (το) (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: μυϊκή άτρακτος & (σπάν.) νευρομυϊκή άτρακτος: ΙΑΤΡ. μια από τις αισθητήριες απολήξεις των σκελετικών μυών που αποτελούν τους υποδοχείς των ερεθισμάτων και είναι υπεύθυνοι για το παθητικό τέντωμα του μυός. [< γαλλ. fuseau (neuro)musculaire] , ωριαία άτρακτος: ΓΕΩΓΡ. ζώνη ώρας. [< γαλλ. fuseau horaire, 1911] [< 1: γαλλ. fuselage, 1908 2-4: γαλλ. fuseau 5: μτγν. ἄτρακτος] | |
| 7661 | ατράνταχτος | , η, ο [ἀτράνταχτος] α-τρά-ντα-χτος επίθ. & ατράντακτος 1. (μτφ.) που δεν μπορεί να κλονιστεί, να αναιρεθεί, να ανατραπεί: ~η: αλήθεια/απόδειξη (πβ. τρανταχτός)/πίστη. ~ο: άλλοθι/τεκμήριο. ~α: επιχειρήματα (= αδιάσειστα, ΑΝΤ. σαθρά). Πβ. ακλόνητος, ακράδαντος, αδιαμφισβήτητος, αδιάψευστος. 2. (σπάν.) που δεν έχει ή δεν είναι δυνατό να κλονιστεί: ~α: θεμέλια. 3. (σπάν.-μτφ.) πολύ μεγάλος, τεράστιος: ~η: περιουσία. ● επίρρ.: ατράνταχτα & ατράντακτα [< γαλλ. inébranlable] | |
| 7662 | ατραξιόν | [ἀτραξιόν] α-τρα-ξιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: οτιδήποτε προσελκύει το ενδιαφέρον, την προσοχή και ειδικότ. θεαματικό νούμερο ή ο καλλιτέχνης που το εκτελεί: τουριστική ~. Η ~ της έκθεσης/της πόλης. Με την εκκεντρική της εμφάνιση έγινε η ~ της βραδιάς. [< γαλλ. attraction] | |
| 7663 | ατραπός | [ἀτραπός] α-τρα-πός ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) δρόμος, πορεία: η ~ της αρετής/γνώσης. Οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν εισέλθει σε δύσκολη/επικίνδυνη ~ό. Εκτρέπεται σε ολισθηρές ~ούς. 2. μονοπάτι. [< αρχ. ἀτραπός] | |
| 7664 | ατραυματικός | , ή, ό [ἀτραυματικός] α-τραυ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που δεν προκαλεί τραύμα, κάκωση ή βλάβη: ~ή: θεραπεία/μέθοδος. Βελόνα με ~ό άκρο. [< αγγλ. atraumatic, 1934] | |
| 7665 | άτρεπτος | , η/ος, ο [ἄτρεπτος] ά-τρε-πτος επίθ. (λόγ.): ΘΕΟΛ. αμετάβλητος: Ο Θεός είναι ~ και αναλλοίωτος. ● επίρρ.: ατρέπτως [< αρχ. ἄτρεπτος] | |
| 7666 | ατρησία | [ἀτρησία] α-τρη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εκ γενετής ή επίκτητη απουσία ή απόφραξη φυσιολογικού σωματικού ανοίγματος ή σωληνώδους σχηματισμού: βρογχική/πνευμονική ~. ~ δωδεκαδακτύλου/οισοφάγου/ρινικών χοανών/χοληφόρων. ~ες και στενώσεις του πεπτικού σωλήνα. [< γαλλ. atrésie, αγγλ. atresia] | |
| 7667 | άτριο | [ἄτριο] ά-τρι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. αίθριο σε σπίτια με ρωμαϊκό αρχιτεκτονικό πρότυπο. [< διεθν., λατ. atrium] | |
| 7668 | άτριχος | , η, ο [ἄτριχος] ά-τρι-χος επίθ.: που δεν έχει τρίχες, μαλλιά: ~ο: στήθος. ~ες: περιοχές (του σώματος). ΑΝΤ. δασύτριχος, τριχωτός [< μτγν. ἄτριχος] | |
| 7669 | ατρόμητος | , η, ο [ἀτρόμητος] α-τρό-μη-τος επίθ.: που δεν φοβάται ή δεν δείχνει τρόμο: ~η: καρδιά/στάση/ψυχή. ~οι: ήρωες/πολεμιστές. Πβ. λεοντόκαρδος. ΣΥΝ. άτρομος, άφοβος, γενναίος (1) ΑΝΤ. δειλός, φοβητσιάρης ● επίρρ.: ατρόμητα [< μτγν. ἀτρόμητος] | |
| 7670 | άτρομος | , η, ο [ἄτρομος] ά-τρο-μος επίθ.: ατρόμητος. [< αρχ. ἄτρομος] | |
| 7671 | ατροπίνη | [ἀτροπίνη] α-τρο-πί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. κρυσταλλικό αλκαλοειδές (σύμβ. C17H23NO3) με αντισπασμωδική δράση, εκχύλισμα κυρ. του φυτού μπελαντόνα: θειική ~. Βλ. σκοπολαμίνη, (αντι)χολινεργικός, -ίνη. [< γερμ. Atropine, γαλλ.-αγγλ. atropine < νεολατ. Atropa < η Μοίρα Ἄτροπος] | |
| 7672 | άτροπος | [ἄτροπος] ά-τρο-πος ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μπελαντόνα. | |
| 7673 | ατροφεί | [ἀτροφεῖ] α-τρο-φεί ρ. (αμτβ.) {ατρόφ-ησε} 1. ΙΑΤΡ. μειώνεται ως προς το μέγεθος λόγω ατροφίας. 2. (μτφ.) υπολειτουργεί, παρουσιάζει μειωμένη ανάπτυξη: Η έμπνευση/κριτική σκέψη ~. Πβ. αποδυναμώνομαι, ατονώ, εξασθενώ. [< μτγν. ἀτροφῶ ‘δεν έχω τροφή, μαραζώνω’, αγγλ. atrophy, γαλλ. atrophier] | |
| 7674 | ατροφία | [ἀτροφία] α-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μείωση του μεγέθους οργάνων, ιστών, κυττάρων: γεροντική/(νωτιαία) μυϊκή (βλ. μυοπάθεια)/οπτική ~. ~ των γεννητικών οργάνων/του δέρματος/του εγκεφάλου/του ήπατος/της μήτρας. Βλ. απλασία, καχεξία. ΑΝΤ. υπερτροφία (1) 2. (μτφ.) μειωμένη ανάπτυξη ή μη αποτελεσματική λειτουργία: πνευματική ~. ~ της φαντασίας. Πβ. αποτελμάτωση, εξασθένηση, κατάπτωση, μαρασμός. [< αρχ. ἀτροφία, γαλλ. atrophie, αγγλ. atrophy] | |
| 7675 | ατροφικός | , ή, ό [ἀτροφικός] α-τρο-φι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που αναφέρεται ή οφείλεται στην ατροφία: ~ός: μυς. ~ό: χέρι. Πόδι ~ό λόγω πολιομυελίτιδας. ΑΝΤ. υπερτροφικός (1) 2. (για ζωντανό οργανισμό) που είναι πολύ αδύνατος και αδύναμος: ~ό: σώμα (ΑΝΤ. εύρωστο, ευτραφές). ~ά: φυτά. Ζούσε ξυπόλυτος, κουρελής, ~ (= λιπόσαρκος, κοκαλιάρης). ΣΥΝ. καχεκτικός 3. (μτφ.) που παρουσιάζει μειωμένη ανάπτυξη, που λειτουργεί στοιχειωδώς: ~ός: θεσμός. ~ή: κοινωνία. ~ό: μυαλό. ΣΥΝ. υποτυπώδης ΑΝΤ. υπερτροφικός (2) [< γαλλ. atrophique, αγγλ. atrophic] | |
| 7676 | ατρύγητος | , η, ο [ἀτρύγητος] α-τρύ-γη-τος επίθ.: που δεν έχει μαζευτεί ο καρπός του: ~α: αμπέλια. [< αρχ. ἀτρύγητος] | |
| 7677 | άτρωτος | , η, ο [ἄτρωτος] ά-τρω-τος επίθ. (λόγ.) ΑΝΤ. τρωτός 1. (μτφ.) που δεν μπορεί να προσβληθεί, να επηρεαστεί, να μεταβληθεί: Βγήκε/(παρ)έμεινε ~ από τη δοκιμασία. Πβ. αλώβητος, απρόσβλητος. 2. που δεν του έχουν επιφέρει ή δεν μπορούν να του καταφέρουν πλήγμα: ~ος: αντίπαλος. ~η: (υπερ)δύναμη. Η ομάδα δεν είναι ~η. ~α από τον σεισμό κτίρια. Πβ. αλάβωτος. [< αρχ. ἄτρωτος] | |
| 7679 | άτσα | [ἄτσα] ά-τσα επιφών. (οικ.): για να δηλωθεί ευχάριστη έκπληξη, θαυμασμός, έγκριση ή ειρωνεία: ~ μαλλί! ~ γνώσεις! ~ ο Σωτήρης! ΣΥΝ. άλα! (1) | |
| 7680 | ατσαλάκωτος | , η, ο [ἀτσαλάκωτος] α-τσα-λά-κω-τος επίθ. 1. (για αντικείμενα) που δεν έχει ζάρες, τσαλακώματα: ~ο: κοστούμι/χαρτί. 2. (μτφ.-προφ.) (για πρόσ., κυρ. άνδρα) που τα ρούχα του δεν είναι ποτέ τσαλακωμένα, κατ' επέκτ. σοβαρός, κορδωμένος, σίγουρος για τον εαυτό του: Καλοχτενισμένος, περιποιημένος και ~. Πάντα στην τρίχα και ~. 3. (μτφ.) τέλειος, άψογος ή άθικτος: ~η: εμφάνιση/ομορφιά. ~ο: ντύσιμο. Προβάλλει μια ~η εικόνα (ΑΝΤ. στραπατσαρισμένος).|| ~ο: ήθος/κύρος. Προσπαθεί να βγει ~ (= σώος) από την αναμέτρηση/την κρίση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ