Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8560-8580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7681ατσαλένιος, ια, ιο βλ. ατσάλινος
7682ατσάλι[ἀτσάλι] α-τσά-λι ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΑΛΛ. ανθεκτικό μέταλλο, κράμα κυρ. σιδήρου με άνθρακα (λιγότερο από 1,8%)· συνεκδ. όπλο που είναι κατασκευασμένο από αυτό· κατ' επέκτ. για κάποιον ή κάτι ανθεκτικό, σκληρό: ανοξείδωτο/γαλβανισμένο/ματ/μαύρο ~. Κτίριο από ~ και γυαλί. ΣΥΝ. χάλυβας.|| (λογοτ.) Το κρύο ~ (ενν. μαχαίρι, ξίφος).|| (μτφ.) Θέληση από ~ (= άκαμπτη· πβ. πέτρα, σίδερο). Είναι φτιαγμένος από ~ και δεν αγαπά/δεν πληγώνεται. ● ΣΥΜΠΛ.: γερά/ατσάλινα νεύρα βλ. νεύρα ● ΦΡ.: θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι βλ. μύγα [< μεσν. ατσάλιν]
7683ατσαλίνα[ἀτσαλίνα] α-τσα-λί-να ουσ. (θηλ.) 1. λεπτό σύρμα που χρησιμοποιείται ως οδηγός καλωδίων μέσα σε σωλήνες. 2. λεπτή σπάτουλα.
7684ατσάλινος, η, ο [ἀτσάλινος] α-τσά-λι-νος επίθ. & (προφ.) ατσαλένιος ΣΥΝ. χαλύβδινος 1. που έχει κατασκευαστεί από ατσάλι: ~ος: σωλήνας. ~η: βάση/πόρτα. ~ο: σύρμα (= ατσαλόσυρμα). ~ες: βίδες. ~α: εξαρτήματα. 2. (μτφ.) που έχει τη δύναμη, την αντοχή ή τη σκληρότητα του ατσαλιού: ~ος: χαρακτήρας. ~η: άμυνα/αποφασιστικότητα/γροθιά/δύναμη/θέληση/καρδιά/πυγμή/υπομονή. ~α: μπράτσα. Πβ. ανθεκτικός, σθεναρός. ● ΣΥΜΠΛ.: γερά/ατσάλινα νεύρα βλ. νεύρα [< 2: γαλλ. d'acier]
7685άτσαλος, η, ο [ἄτσαλος] ά-τσα-λος επίθ. (προφ.): αδέξιος, απρόσεκτος: ~ος: χειρισμός. ~η: προσπάθεια/πτώση. ~ο: περπάτημα. ~ες: κινήσεις.|| (για πρόσ.) Είναι πολύ ~. Πβ. άγαρμπος, ακατάστατος, απρόσεκτος, ατσούμπαλος, άχαρος, τσαπατσούλικος. ΑΝΤ. προσεκτικός (1) ● επίρρ.: άτσαλα [< μεσν. άτσαλος]
7686ατσαλοσύνη[ἀτσαλοσύνη] α-τσα-λο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (προφ.): αδεξιότητα, τσαπατσουλιά. Βλ. -οσύνη. ΣΥΝ. αγαρμποσύνη
7687ατσαλόσυρμα[ἀτσαλόσυρμα] α-τσα-λό-συρ-μα ουσ. (ουδ.): ατσαλένιο συνδετικό σύρμα υψηλής ελαστικότητας.
7688ατσαλώνω[ἀτσαλώνω] α-τσα-λώ-νω ρ. (μτβ.) {ατσάλω-σε, ατσαλώ-θηκε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. (μτφ.) καθιστώ ανθεκτικό και σκληρό όπως το ατσάλι, ενισχύω: (κάτι) ~ει (= δυναμώνει, ενδυναμώνει) τη θέληση/τον χαρακτήρα. Η αδικία τον πείσμωσε και τον ~σε. Η σχέση τους ~θηκε (= ισχυροποιήθηκε).|| ~μένο: ηθικό/φρόνημα. ΣΥΝ. χαλυβδώνω (1) 2. (σπάν.) επενδύω επιφάνεια με ατσάλι.
7689ατσερόλαβλ. ασερόλα
7690ατσίδα[ἀτσίδα] α-τσί-δα ουσ. (θηλ.) 1. & ατσίδας (ο): (μτφ.) πρόσωπο πολύ έξυπνο ή πονηρό, καπάτσο: Είναι ~ στις κατασκευές/στα νομικά (= αετός, ξεφτέρι, ξουράφι, σαΐνι, σπίρτο, τσακάλι, φισέκι). (προφ.-ενίοτε ειρων.) ~ είσαι! ~ μου εσύ, με την πρώτη τα πιάνεις!|| (ειρων.) Οι ~ες της «αρπαχτής»/της πολιτικής.|| (ως επίθ.) ~ δημοσιογράφος. ~ες: έμποροι. Πβ. καπάτσος, μάρκα. 2. (διαλεκτ.) νυφίτσα. [< μεσν. ατσίδα]
7691ατσούμπαλος, η, ο [ἀτσούμπαλος] α-τσού-μπα-λος επίθ. (προφ.): αδέξιος, άγαρμπος, άτσαλος ή απεριποίητος: ~ο: περπάτημα/σώμα. Είναι αρκετά ~ (ΑΝΤ. επιδέξιος) στις κινήσεις του. Πβ. απρόσεκτος, άχαρος, χοντροκομμένος. ● επίρρ.: ατσούμπαλα
7205Ατσούμπαλος

, η, ο [ἀσουλούπωτος] α-σου-λού-πω-τος επίθ. (προφ.): άκομψος, απεριποίητος: αξύριστος/αχτένιστος και ~. Ατσούμπαλη και ~η. Πβ. ακαλαίσθητος, αμπλαούμπλας, ατημέλητος, κακοφτιαγμένος. ● επίρρ.: ασουλούπωτα

7692αττικάρχης[ἀττικάρχης] ατ-τι-κάρ-χης ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α, επίσ.): ο διοικητής των αστυνομικών διευθύνσεων Αττικής. Βλ. -άρχης.
7693αττικίζω[ἀττικίζω] ατ-τι-κί-ζω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στον τ. της μτχ.} (σπάν.-λόγ.): μιμούμαι τη γλώσσα και το ύφος των αττικών συγγραφέων της κλασικής περιόδου. Βλ. κλασικίζω. ● Μτχ.: αττικίζων , ουσα, ον: ~ων: λόγος. ~ουσα: κωμωδία. ~ον: ύφος. ● ΣΥΜΠΛ.: αττικίζουσα (γλώσσα): αρχαΐζουσα τεχνητή μορφή της ελληνικής γλώσσας κατ' απομίμηση αυτής των αττικών συγγραφέων της κλασικής αρχαιότητας. Βλ. καθαρεύουσα. [< μτγν. ἀττικίζω]
7694αττικισμός[ἀττικισμός] ατ-τι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) ΦΙΛΟΛ. 1. τάση για μίμηση της γλώσσας και του ύφους των αττικών συγγραφέων της κλασικής περιόδου, η οποία εμφανίστηκε στους ελληνιστικούς χρόνους και συνεχίστηκε στο Βυζάντιο και στα νεότερα χρόνια. Βλ. γλωσσικό ζήτημα, διγλωσσία. 2. γραμματικός τύπος ή φράση που έχει τα χαρακτηριστικά της αττικής διαλέκτου. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἀττικισμός, αγγλ. Atticism, γαλλ. atticisme]
7695αττικιστής[ἀττικιστής] ατ-τι-κι-στής επίθ./ουσ.: ΦΙΛΟΛ. χαρακτηρισμός συγγραφέα που εμιμείτο τη γλώσσα και το ύφος των αττικών συγγραφέων της κλασικής περιόδου. [< μτγν. ἀττικιστής]
7696αττικιστικός, ή, ό [ἀττικιστικός] ατ-τι-κι-στι-κός επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τον αττικισμό ή τους αττικιστές: ~ή: γλώσσα (= αττικίζουσα). ~ά: λεξικά/στοιχεία.
7697αττικός, ή, ό [ἀττικός] ατ-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με, ανήκει στην ή χαρακτηρίζει την Αττική: ~ός: ουρανός. ~ή: γη. ~ό: άλσος/πάρκο/τοπίο/φως. 2. που αναφέρεται στην αρχαία Αθήνα, κυρ. της κλασικής περιόδου: ~ή: πεζογραφία. ~οί: ρήτορες. ~ά: αγγεία. ● ΣΥΜΠΛ.: αττική (διάλεκτος): ΓΛΩΣΣ. μία από τις διαλέκτους της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, όπως διαμορφώθηκε κυρ. τον 5ο και 4ο π.Χ. αι. Βλ. δωρική, ιωνική., αττική σύνταξη: ΓΛΩΣΣ. χαρακτηριστικό συντακτικό φαινόμενο της αττικής διαλέκτου κατά το οποίο υποκείμενο ουδέτερο πληθυντικού δέχεται ρήμα γ' εν. προσώπου: Η φράση "τα παιδία παίζει" αποτελεί κλασικό παράδειγμα της ~ής ~ης., αττικόν άλας βλ. άλας [< αρχ. Ἀττικός]
7698ατυπία[ἀτυπία] α-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. απόκλιση από το φυσιολογικό: κυτταρική/πυρηνική ~. [< αγγλ. atypia, γαλλ. atypie, περ. 1970]
7699ατυπικός, η, ο [ἀτυπικός] α-τυ-πι-κός επίθ. ΑΝΤ. τυπικός 1. (επιστ.) ασυνήθιστος, που αποκλίνει από το αναμενόμενο, δεν είναι χαρακτηριστικός κάποιας κατάστασης: ~ή: γλωσσική ανάπτυξη/περίπτωση. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. άτυπος: ~ά: κύτταρα. [< αγγλ. atypical, γαλλ. atypique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.