Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8580-8600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7700άτυπος, η, ο [ἄτυπος] ά-τυ-πος επίθ. 1. που δεν γίνεται σύμφωνα με τους καθιερωμένους τύπους, κανόνες ή νόμους, ανεπίσημος: ~ος: διάλογος/ηγέτης. ~η: εκεχειρία/εξουσία/επαφή/επιτροπή/συνάντηση/συνεδρίαση/συνεργασία/σύνοδος. ~ο: έγγραφο/συμβούλιο.|| ~η: κόντρα/συμφωνία. Η αποδοχή της κληρονομίας, τυπική ή ~η, είναι αμετάκλητη. Βλ. παρ~. ΑΝΤ. επίσημος (1) 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που δεν παρουσιάζει τα τυπικά γνωρίσματα μιας φυσιολογικής ή παθολογικής κατάστασης: ~η: κατάθλιψη/πνευμονία/υπερπλασία. ~α: κύτταρα/συμπτώματα (ΑΝΤ. τυπικά). Βλ. -τυπος1. ● επίρρ.: άτυπα & (λόγ.) ατύπως ● ΣΥΜΠΛ.: άτυπη εκπαίδευση/μάθηση βλ. εκπαίδευση, άτυπη ομάδα βλ. ομάδα [< πβ. μτγν. ἄτυπος ‘που δεν έχει διακριτικό γνώρισμα’, γερμ. informell]
7701ατύπωτος, η, ο [ἀτύπωτος] α-τύ-πω-τος επίθ. 1. που δεν (εκ)τυπώθηκε: ~η: σελίδα. 2. που δεν εκδόθηκε: ~η: εργασία. ~ο: βιβλίο. ΣΥΝ. αδημοσίευτος, ανέκδοτος [< μτγν. ἀτύπωτος 'ασχημάτιστος', γαλλ. non imprimé]
7702ατύχημα[ἀτύχημα] α-τύ-χη-μα ουσ. (ουδ.) {ατυχήμ-ατος | -ατα}: δυσάρεστο, τυχαίο συμβάν που επιφέρει βλάβη, τραυματισμό: αυτοκινητι(στι)κό/βιομηχανικό/θαλάσσιο/θανατηφόρο/ναυτικό/πυρηνικό/σιδηροδρομικό/σοβαρό/τραγικό ~. Προσομοίωση ~ατος (πβ. κρας τεστ). Οδικά/περιβαλλοντικά/τεχνολογικά ~ατα. Αντιμετώπιση/μείωση/πρόληψη ~άτων. ~ σε αγώνα/εργοστάσιο. Οδική βοήθεια σε περίπτωση ~ατος (= τροχαίου). Έγινε/έπαθε/συνέβη ~. Το ~ αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή/προκλήθηκε από μηχανική βλάβη. Εκφράζω τη λύπη μου/ευθύνομαι για το ~. Πβ. δυστύχημα. Βλ. καραμπόλα, τρακάρισμα.|| Είχε το ~ (= την ατυχία) να χάσει τη δουλειά του. Το ~ είναι ότι ... (= το δυσάρεστο, ΑΝΤ. ευτύχημα). Βλ. μικρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: εργατικό ατύχημα & εργατικό δυστύχημα: ΝΟΜ. που συμβαίνει κατά την ώρα εργασίας. [< γαλλ. accident du travail] , τροχαίο ατύχημα/δυστύχημα βλ. τροχαίος [< αρχ. ἀτύχημα, γαλλ. accident]
7703ατυχής, ής, ές [ἀτυχής] α-τυ-χής επίθ. {ατυχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ατυχέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ακατάλληλος, άστοχος: ~ής: χαρακτηρισμός. ~ής: διατύπωση/επιλογή/σύγκριση. ~ές: παράδειγμα (= ανεπιτυχές)/σχόλιο (ΑΝΤ. εύστοχο, πετυχημένο). Σειρά από ~είς χειρισμούς. Πβ. απρόσφορος. 2. που δεν έχει επιτυχία, αίσιο τέλος, αποτυχημένος: ~ής: γάμος/έρωτας (: που δεν βρίσκει ανταπόκριση). ~ής: απόπειρα/έκβαση/προσπάθεια. ΣΥΝ. ανεπιτυχής, άτυχος (3) ΑΝΤ. επιτυχημένος (1) 3. δυσάρεστος, κακός ή λυπηρός: ~ής: εξέλιξη/συγκυρία/σύμπτωση. ~ές: περιστατικό/συμβάν. ΣΥΝ. δυστυχής (2) ΑΝΤ. ευχάριστος 4. που δεν έχει τύχη, κακότυχος. ΣΥΝ. άτυχος (1) ΑΝΤ. ευτυχής (3), καλότυχος, τυχερός (1) ● επίρρ.: ατυχώς (λόγ.): δυστυχώς. ΑΝΤ. ευτυχώς [< αρχ. ἀτυχής]
7704ατυχία[ἀτυχία] α-τυ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. κακή τύχη: Με δέρνει/με κυνηγάει μεγάλη ~ τελευταία (= γκαντεμιά, γκίνια, γρουσουζιά)! Η ~ χτύπησε την πόρτα του. Τι ~! τον καημένο, τι του ΄μελε να πάθει! Έχασε το χρυσό μετάλλιο από καθαρή ~. Είχαμε την ~ να ... ΣΥΝ. κακοτυχία ΑΝΤ. καλοτυχία 2. δυσάρεστο γεγονός: Με βρήκαν πολλές ~ες τα τελευταία χρόνια. Βλ. αποτυχία, ήττα.|| Η ~ (= το ατύχημα) ήταν ότι ... ΣΥΝ. αναποδιά (1) ● ΦΡ.: τυχερός (μέσα) στην ατυχία του βλ. τυχερός [< αρχ. ἀτυχία]
7705άτυχος, η, ο [ἄτυχος] ά-τυ-χος επίθ. 1. (για πρόσ. σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο) που δεν έχει τύχη, κακότυχος: Στάθηκε ~ στη ζωή/στον έρωτα/με τον τραυματισμό του. Εξέπνευσε τελικά ο ~ πυροσβέστης. ΣΥΝ. ατυχής (4) ΑΝΤ. καλότυχος, τυχερός (1) 2. δυσάρεστος, κακός: ~η: μέρα/στιγμή. ~ο: τέλος (ΑΝΤ. αίσιος). ΣΥΝ. ατυχής (3) 3. που δεν έχει επιτυχία, αποτυχημένος: ~ος: γάμος. ~η: εξέλιξη/παρέμβαση (= άκαιρη, άστοχη)/προσπάθεια (= ανεπιτυχής). ΑΝΤ. επιτυχημένος (1), επιτυχής [< μεσν. άτυχος]
7706ατυχώ[ἀτυχῶ] α-τυ-χώ ρ. (αμτβ.) {ατυχείς ...| ατύχ-ησα (λόγ. μτχ. ατυχή-σας, -σασα, -σαν), συνήθ. στο γ' πρόσ.}: έχω ατυχία, αποτυγχάνω σε κάτι: ~ησε (= δεν είχε τύχη, στάθηκε άτυχος) στον γάμο της/του. ~σας υποψήφιος. ~σασα γυναίκα (: χήρα ή χωρισμένη). ΑΝΤ. ευτυχώ, πετυχαίνω.|| Αν κάποιοι περιμένουν ν' απαντήσω στις κατηγορίες, έχουν ~ήσει (: έχουν πέσει έξω). [< αρχ. ἀτυχῶ]
7707αυγ- & αυγο- & αυγό-βλ. αβγ- & αβγο- & αβγό-
7708Αυγείας[Αὐγείας] Αυ-γεί-ας κύριο όν. (αρσ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: η κόπρος του Αυγεία βλ. κόπρος [< αρχ. Αὐγείας]
7709Αυγερινός[Αὐγερινός] Αυ-γε-ρι-νός ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. ο πλανήτης Αφροδίτη που εμφανίζεται λίγο πριν την ανατολή του Ήλιου: η Πούλια κι ο ~. ΣΥΝ. Εωσφόρος. Πβ. Αποσπερίτης.|| (ως επίθ., λογοτ.) ~ό: φως (= αυγινό, εωθινό). [< μεσν. Αυγερινός]
7710αυγή[αὐγή] αυ-γή ουσ. (θηλ.) 1. το πρώτο φως της μέρας, προτού ξημερώσει· συνεκδ. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, χάραμα: άστρο (βλ. Αυγερινός)/φως (βλ. λυκαυγές) της ~ής. Από την ~ (= ανατολή, ξημέρωμα) μέχρι το βράδυ. Λίγο πριν/μόλις (ξε)προβάλει/ξημερώσει/ροδίσει/φέξει/χαράξει η ~. Μας βρήκε η ~ διασκεδάζοντας. Θα φύγουμε αύριο με την ~ (= νωρίς το πρωί). Πβ. ηώς, χαρ~. Βλ. ροδ~, χρυσ~. ΑΝΤ. δειλινό, σούρουπο 2. (μτφ.) απαρχή, ξεκίνημα: η ~ της νέας χιλιετίας. Στην ~ του 21ου αιώνα. Βλ. ανατολή, αφετηρία. ● Υποκ.: αυγούλα (η) (λογοτ.): Πρωί πρωί με την ~. ● ΦΡ.: η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη βλ. νύχτα [< 1: αρχ. αὐγή ‘φως του ήλιου’, μτγν. ~ ‘ξημέρωμα’]
7711αυγινός, ή, ό [αὐγινός] αυ-γι-νός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που σχετίζεται με την αυγή: ~ό: φως. Πβ. εωθ-, πρω-ινός.
7712αυγίτης[αὐγίτης] αυ-γί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτός κρύσταλλος που περιέχει μεγάλη ποσότητα αλουμινίου, σιδήρου και μαγνησίου, έχει χρώμα από σκούρο πράσινο έως μαύρο και συναντάται κυρ. σε εκρηξιγενή πετρώματα. Βλ. βασάλτης, -ίτης1. [< μτγν. αὐγίτης, αγγλ. augite]
7713αυγόβλ. αβγό
7714αυγουστιάτικος, η, ο [αὐγουστιάτικος] αυ-γου-στιά-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με ή γίνεται τον Αύγουστο: ~ος: ήλιος. ~ο: φεγγάρι. Ζεστό/καυτό ~ο μεσημέρι. Βλ. -ιάτικος. ● επίρρ.: αυγουστιάτικα [< μεσν. αυγουστιάτικος]
7715Αύγουστος[Aὔγουστος] Αύ-γου-στος ουσ. (αρσ.) {Αυγούστου}: ο όγδοος μήνας του χρόνου και ο τρίτος του καλοκαιριού. Βλ. δεκαπεντ~. ● ΦΡ.: Αύγουστε, καλέ μου μήνα, να 'σουν δυο φορές τον χρόνο & (σπάν.) μακάρι σαν τον Αύγουστο να 'ταν οι μήνες όλοι (παροιμ.): για να δηλωθεί πόσο αγαπητός είναι ο μήνας αυτός, παλαιότ. για την παραγωγή και κατανάλωση άφθονων φρούτων και τα τελευταία ιδ. χρόνια για την ξεγνοιασιά των διακοπών., από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα βλ. Μάρτης, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) βλ. καιρός [< μτγν. Aὔγουστος]
7716αυθ-βλ. αυτο-
7717αυθάδεια[αὐθάδεια] αυ-θά-δει-α ουσ. (θηλ.): αγενής, προσβλητική, ανάρμοστη συμπεριφορά: προκλητική ~. ~ και αλαζονεία. Δείχνω ~ απέναντι σε/προς κάποιον/κάτι. Είχε την ~ να με προσβάλει. Του μίλησε με ~. Με περισσή ~ είπε ότι ... Πβ. προπέτεια. ΣΥΝ. αναίδεια, θράσος, θρασύτητα [< αρχ. αὐθάδεια]
7718αυθάδης, ης, ες [αὐθάδης] αυ-θά-δης επίθ. {(ουδ. αύθαδες) αυθάδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: αγενής, προσβλητικός: ~ης: απάντηση/στάση/συμπεριφορά. Προκλητικός και ~ (πβ. ανάγωγος, προπέτης). ΣΥΝ. αναιδής, θρασύς [< αρχ. αὐθάδης]
7719αυθαδιάζω[αὐθαδιάζω] αυ-θα-δι-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {αυθαδία-σα} (λόγ.): συμπεριφέρομαι προσβλητικά, με αναίδεια: Τολμάς να ~εις κι από πάνω. Μην ~εις στη μητέρα σου! ΣΥΝ. αντιμιλώ, βγάζει γλώσσα, έχει μεγάλη γλώσσα (1) [< μτγν. αὐθαδιάζομαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.