Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8600-8620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7720αυθάδικος, η, ο [αὐθάδικος] αυ-θά-δι-κος επίθ. (προφ.): αυθάδης.
7721αυθαιρεσία[αὐθαιρεσία] αυ-θαι-ρε-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του αυθαίρετου και συνεκδ. η αντίστοιχη πράξη: διοικητική/προκλητική ~. ~ και ασυδοσία. Πβ. ετσιθελισμός.|| Πολεοδομικές ~ες. ~ες και παρανομίες. 2. ΓΛΩΣΣ. & το αυθαίρετο του γλωσσικού σημείου: απουσία αιτιακής σχέσης μεταξύ των δύο πλευρών του γλωσσικού σημείου, του σημαίνοντος (της ακουστικής εικόνας και μορφής) και του σημαινόμενου (της σημασίας). [< γαλλ. arbitraire]
7722αυθαίρετο[αὐθαίρετο] αυ-θαί-ρε-το ουσ. (ουδ.) {αυθαιρέτ-ου}: παράνομο κτίσμα που έχει οικοδομηθεί κατά παράβαση ή καθ' υπέρβαση των όρων δόμησης (εκτός σχεδίου πόλεως, σε προστατευόμενη περιοχή, χωρίς άδεια): κατεδάφιση/νομιμοποίηση/πρόστιμα/τακτοποίηση ~ων.
7723αυθαίρετος, η, ο [αὐθαίρετος] αυ-θαί-ρε-τος επίθ.: που δεν συμφωνεί με ισχύοντες κανόνες, νόμους ή με ισχύουσες αρχές, συνήθειες, αλλά διαμορφώνεται σύμφωνα με την προσωπική αντίληψη, βούληση ή προαίρεση: ~ος: ισχυρισμός/ορισμός/χαρακτηρισμός. ~η: απόφαση/άποψη (= αθεμελίωτη, αναπόδεικτη, ατεκμηρίωτη, ΑΝΤ. αποδεδειγμένη, θεμελιωμένη, τεκμηριωμένη)/ερμηνεία/χρήση. ~ο: συμπέρασμα (= αβάσιμο, ανυπόστατο, ΑΝΤ. βάσιμο). ~οι: έλεγχοι/όροι (= καταχρηστικοί). ~ες: κρίσεις. Επιλογή με ~α κριτήρια.|| (ως ουσ.-λόγ.) (ΓΛΩΣΣ.) Το ~ο του γλωσσικού σημείου (πβ. αυθαιρεσία, συμβατικότητα).|| ~η: δόμηση (= παράνομη). ~α: κτίσματα (= αυθαίρετα). ~ες: κατασκευές. Νομιμοποιούνται ~οι οικισμοί. ● επίρρ.: αυθαίρετα & (λόγ.) αυθαιρέτως [< αρχ. αὐθαίρετος, γαλλ. arbitraire]
7724αυθαιρετούχος[αὐθαιρετοῦχος] αυ-θαι-ρε-τού-χος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): κάτοχος αυθαιρέτου. Βλ. -ούχος1.
7725αυθαιρετώ[αὐθαιρετῶ] αυ-θαι-ρε-τώ ρ. (αμτβ.) {αυθαιρετ-είς ... | αυθαιρέτ-ησε, -ήσει, -ώντας}: διαπράττω αυθαιρεσίες: ~ούν ατιμωρητί/ατιμώρητοι σε βάρος των πολιτών.
7726αυθεντία[αὐθεντία] αυ-θε-ντί-α ουσ. (θηλ.) 1. αδιαμφισβήτητο κύρος, γόητρο, το αλάθητο: αμφισβήτηση/άρνηση της ~ας. Επίκληση στην ~. 2. (συνεκδ.) πρόσωπο με αναγνωρισμένο κύρος, ειδικός: επιστημονική/νομική ~. Θεωρείται ~ στα μαθηματικά. Είναι ~ες στο είδος/στον τομέα τους. Πβ. ειδήμων, εξπέρ, σπεσιαλίστας. [< μτγν. αὐθεντία ‘εξουσία, κυριαρχία’, γαλλ. autorité]
7727αυθεντικοποίηση[αὐθεντικοποίηση] αυ-θε-ντι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. -ΠΛΗΡΟΦ. διαδικασία επαλήθευσης της ταυτότητας ενός χρήστη που συνδέεται στο διαδίκτυο ή σε κάποια εφαρμογή: ψηφιακή ~ (των πολιτών στις δημόσιες υπηρεσίες, βλ. ηλεκτρονική διακυβέρνηση). ~ αποστολέα.|| (κατ' επέκτ.) ~ μηνύματος. Πβ. πιστο-, ταυτο-ποίηση. Βλ. ψηφιακή/ηλεκτρονική υπογραφή. [< αγγλ. authentication, γαλλ. ~, 1933]
7728αυθεντικός, ή, ό [αὐθεντικός] αυ-θε-ντι-κός επίθ. ΣΥΝ. γνήσιος 1. που αποτελεί το πρωτότυπο, δεν είναι απομίμηση ή παραλλαγή: ~ή: δημιουργία/εκτέλεση (τραγουδιού). ~ό: λογισμικό/χειρόγραφο. ~ά: προϊόντα (ΑΝΤ. ιμιτασιόν, μαϊμού)/χαρτονομίσματα (ΑΝΤ. πλαστά, ψεύτικα). Αντικαταστάθηκε ο ~ πίνακας με αντίγραφο (βλ. ρεπλίκα). Πβ. ορίτζιναλ. 2. αληθινός, ανεπιτήδευτος: ~ή: αγάπη/ιστορία/ομορφιά/πίστη/φιλία. ~ό: ταλέντο. ~ές: μαρτυρίες/πληροφορίες (= έγκυρες). ~ά: αισθήματα. Πβ. ατόφιος, πηγαίος.|| (για πρόσ.) ~ός: καλλιτέχνης/χαρακτήρας. Πβ. πατεντάτος. [< μτγν. αὐθεντικός, γαλλ. authentique, αγγλ. authentic]
7730αυθημερόν[αὐθημερόν] αυ-θη-με-ρόν επίρρ. (λόγ.): μέσα στην ίδια μέρα: ~ παράδοση (= άμεση). Αποστολή ~. Έρχεται αύριο και αναχωρεί ~. [< αρχ. αὐθημερόν]
7731αυθορμησία[αὐθορμησία] αυ-θορ-μη-σί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): αυθορμητισμός. Πβ. πηγαιότητα.
7732αυθορμητισμός[αὐθορμητισμός] αυ-θορ-μη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ενστικτώδης αντίδραση, ανεπιτήδευτη συμπεριφορά και (συνεκδ. στον πληθ.) η αντίστοιχη πράξη: παιδικός ~. Έλλειψη ~ού, αμεσότητας και φυσικότητας στην επικοινωνία. Σε μια στιγμή ~ού και ειλικρίνειας. Χάνω τον ~ό μου. Βλ. παρορμητισμός.|| Εξάρσεις και ~οί. Παρασύρεται σε ~ούς. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. spontanéité]
7733αυθόρμητος, η, ο [αὐθόρμητος] αυ-θόρ-μη-τος επίθ.: που εκδηλώνεται ενστικτωδώς, με τρόπο πηγαίο και φυσικό, χωρίς προηγούμενη λογική διεργασία ή εξωτερική παρέμβαση: ~ος: ενθουσιασμός/λόγος (= απροσχεδίαστος)/τρόπος (= ανεπιτήδευτος)/χαρακτήρας. ~η: αντίδραση (ΑΝΤ. κατευθυνόμενη, υποκινούμενη)/απάντηση/εκδήλωση/έκφραση (αγάπης)/ενέργεια/ευγένεια (= έμφυτη, φυσική)/κίνηση. ~ο: γέλιο/ξέσπασμα/χαμόγελο (= αβίαστο). ~ες: δραστηριότητες (ΑΝΤ. προγραμματισμένες).|| (για πρόσ.) ~ και αυθεντικός/παρορμητικός.|| (ως ουσ.) Το ~ο είναι πάντα αληθινό (ΑΝΤ. στημένο). ● επίρρ.: αυθόρμητα & (σπάν.-λόγ.) αυθορμήτως [< μεσν. αυθόρμητος, γαλλ. spontané]
7734αυθύπαρκτος, η, ο [αὐθύπαρκτος] αυ-θύ-παρ-κτος επίθ. (λόγ.): που υπάρχει αυτοτελώς, που η ύπαρξή του δεν εξαρτάται από άλλον: ~η: οντότητα/προσωπικότητα/υπόσταση. ~ο: ον. ~η και αυτόνομη λειτουργία. Η τέχνη έχει ~η αξία (= αυταξία). Βλ. ανεξάρτητος, αυτοδύναμος, αυτοτελής.|| (ΘΕΟΛ.) Ο Θεός είναι αιώνιος και ~. ΣΥΝ. αυθυπόστατος ● επίρρ.: αυθύπαρκτα & (λόγ.) αυθυπάρκτως [< μτγν. αὐθύπαρκτος]
7735αυθυπαρξία[αὐθυπαρξία] αυ-θυ-παρ-ξί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αυθύπαρκτου: η ~ του Θεού/της ύλης. Το έργο αποκτά/διατηρεί/χάνει την ~ του. Βλ. αυτοτέλεια. [< μεσν. αυθυπαρξία]
7737αυθυποβολή[αὐθυποβολή] αυ-θυ-πο-βο-λή ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο υποβάλλει στον εαυτό του ορισμένη ιδέα, σκέψη ή συμπεριφορά. Βλ. αυτοΰπνωση. [< γαλλ. autosuggestion]
7738αυθυπόστατος, η, ο [αὐθυπόστατος] αυ-θυ-πό-στα-τος επίθ.: που έχει δική του, αυτοτελή υπόσταση, ανεξάρτητος: ~η: οντότητα/ύπαρξη. ΣΥΝ. αυθύπαρκτος [< μτγν. αὐθυπόστατος]
7739αυθωρεί[αὐθωρεί] αυ-θω-ρεί επίρρ. (αρχαιοπρ.): ευθύς αμέσως, την ίδια στιγμή, αυτοστιγμεί. Βλ. -εί. Κυρ. στη ● ΦΡ.: αυθωρεί και παραχρήμα (επιτατ.): χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση: Συγκλήθηκε συνέλευση ~ ~. ΣΥΝ. πάραυτα [< μτγν. αὐθωρεί]
7740αυλαία[αὐλαία] αυ-λαί-α ουσ. (θηλ.): ΘΕΑΤΡ. βαριά κουρτίνα, παραπέτασμα που κλείνει και χωρίζει τη σκηνή θεάτρου από την πλατεία και συνεκδ. αρχή ή τέλος παράστασης: βελούδινη/κατακόκκινη ~. Άνοιγμα/κλείσιμο/πέσιμο της ~ας. Πβ. ριντό.|| Αυλαία (: στο τέλος θεατρικού κειμένου). ● ΦΡ.: κλείνει/πέφτει η αυλαία & ρίχνει/κατεβάζει (την) αυλαία 1. για το τέλος παράστασης ή σειράς παραστάσεων: (κατ' επέκτ., για τον θάνατο δημοσίου προσώπου, κυρ. καλλιτέχνη, συνήθ. στον δημοσιογραφικό λόγο) (Έπεσε η) ~ για τη μεγάλη ηθοποιό. Πβ. τίτλοι τέλους. 2. (γενικότ.) για λήξη θεάματος, εκδήλωσης, διαδικασίας: Πέφτει απόψε η ~ για το/στο φεστιβάλ κινηματογράφου. Έριξε/κατέβασε ~ η δημοφιλής τηλεοπτική σειρά.|| Κλείνει αύριο η ~ της προεκλογικής περιόδου. [< γαλλ. baisser le rideau] , σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία βλ. σηκώνω [< μτγν. αὐλαία]
7742αυλάκι[αὐλάκι] αυ-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. στενόμακρο, φυσικό ή τεχνητό κοίλωμα στην επιφάνεια του εδάφους, συνήθ. για διοχέτευση νερού: αρδευτικό/βαθύ/ποτιστικό/υπόγειο ~. ~ απορροής/αποστράγγισης/εκροής (: για την απομάκρυνση υγρών βιομηχανικών αποβλήτων)/σποράς (= αυλακιά)/ύδρευσης/υπερχείλισης (ομβρίων). (Δι)ανοίγω/σκάβω ένα ~. Πβ. κανάλι. Βλ. ρείθρο, χαντάκι. 2. (κατ΄επέκτ.) επιμήκης κοιλότητα ή χάραξη σε επιφάνεια: ~ κεραμιδιού.|| (ΟΙΚΟΔ. εσοχή με κάλυμμα σε τοίχο οικοδομής π.χ. για σωλήνες, σύρματα:) Τα καλώδια τοποθετήθηκαν μέσα στο ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Σπειροειδές ~ (: νοητή γραμμή στην επιφάνεια μαγνητικών μέσων για εγγραφή δεδομένων).|| (μτφ.-λογοτ.) Αναμνήσεις χαραγμένες στα ~ια του μυαλού. ● ΦΡ.: βάζω/μπήκε το νερό στ' αυλάκι: διευθετώ μια/διευθετήθηκε η κατάσταση, ώστε να έχει ομαλή εξέλιξη: Πέσανε οι υπογραφές και μπήκε ~ ~ για την κατασκευή του έργου., κάτω απ' τ' αυλάκι (λαϊκό, συχνά μειωτ.): στην ή από την Πελοπόννησο (νοτιότερα του Ισθμού της Κορίνθου): Η καταγωγή μου είναι ~ ~., κύλησε/θα κυλήσει πολύ νερό στο/στ' αυλάκι & στο(ν) μύλο: μεσολάβησαν διάφορα γεγονότα ή θα γίνουν πολλές αλλαγές, θα υπάρξουν εξελίξεις: Από τότε όμως κύλησε ~ ~ (του χρόνου). Μέχρι να υλοποιηθεί ένα τέτοιο μεγαλόπνοο έργο, θα κυλήσει ~ ~ (= θα χρειαστεί να γίνουν πολλά)., όλοι κλαίν(ε) τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι βλ. μυλωνάς [< μεσν. αυλάκι(ν) < αρχ. αὖλαξ 2: αγγλ. groove]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.