| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7743 | αυλακιά | [αὐλακιά] αυ-λα-κιά ουσ. (θηλ.) 1. στενόμακρη τομή στην επιφάνεια της γης από άροτρο ή άλλο εργαλείο κατά το όργωμα και ο χώρος που αυτή καταλαμβάνει: Τις καλλιέργειες τις χωρίζει μια ~ γης. Ανοίγω/σκάβω/χαράσσω (βαθιές) ~ιές (= αυλάκια). Βλ. χαντάκι. 2. (γενικότ.) ράβδωση σε επιφάνεια ή ό,τι δίνει την εντύπωση αυλακιού: ~ιές από τις ρόδες.|| ~ιές στο πρόσωπο (= ρυτίδες, ζάρες). Βλ. χαρακιά. | |
| 7744 | αυλάκωμα | [αὐλάκωμα] αυ-λά-κω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυλακώνω. | |
| 7745 | αυλακώνω | [αὐλακώνω] αυ-λα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {αυλάκ-ωσε, -ώθηκε, -ωμένος} 1. σχηματίζω αυλάκι ή αυλακιές στη γη. 2. δημιουργώ τομή σαν αυλάκι σε επιφάνεια, χαράσσω: ~ωμένο: μέτωπο/πρόσωπο (βλ. ζαρωμένο, ρυτιδιασμένο, χαρακωμένο). | |
| 7746 | αυλάκωση | [αὐλάκωση] αυ-λά-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ. σχηματισμός αυλακιών στην επιφάνεια της γης και ειδικότ. γραμμωτή διαμόρφωση εδάφους με σχισμές λόγω διάβρωσης, ρηγμάτων. 2. {συνήθ. στον πληθ.} ράβδωση, χαραγματιά, αυλακιά: ~ώσεις δίσκων/ελαστικών/κιόνων.|| ~ώσεις του προσώπου (βλ. ρυτίδες). 3. ΒΙΟΛ. σειρά διαδοχικών μιτωτικών διαιρέσεων του γονιμοποιημένου ωαρίου (ζυγωτού) σε μικρότερα κύτταρα. Βλ. οντογένεση. ΣΥΝ. κατάτμηση (2) [< 1,2: γαλλ. cannelure 3: αγγλ. cleavage] | |
| 7747 | αυλακωτήρας | [αὐλακωτήρας] αυ-λα-κω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): γεωργικό εργαλείο που σκάβει το χώμα δημιουργώντας αυλάκια. Βλ. -τήρας, αλέτρι. | |
| 7748 | αυλακωτός | , ή, ό [αὐλακωτός] αυ-λα-κω-τός επίθ.: που έχει αυλακώσεις, ραβδώσεις: ~ή: επιφάνεια. ~ό: εργαλείο/χαρτόνι (= οντουλέ). ΣΥΝ. ραβδωτός | |
| 7749 | αυλάρχης | [αὐλάρχης] αυ-λάρ-χης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ο επικεφαλής της βασιλικής αυλής, ανώτατος αξιωματούχος των Ανακτόρων. Βλ. -άρχης. [< μτγν. αὐλάρχης] | |
| 7750 | αύλειος | , α, ο [αὔλειος] αύ-λει-ος επίθ. (επίσ.): που βρίσκεται στην αυλή. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αύλειος χώρος: αυλή: ~ ~ εκκλησίας/σχολείου. Βλ. προαύλιος. [< αρχ. αὔλειος] | |
| 7751 | αυλή | [αὐλή] αυ-λή ουσ. (θηλ.) 1. υπαίθριος χώρος μπροστά, γύρω ή πίσω από κτίριο με πλευρές που ορίζονται από περίφραξη ή άλλα κτίσματα: εσωτερική (πβ. αίθριο)/(ΑΡΧΑΙΟΛ.) περίστυλη/πλακόστρωτη ~. ~ ναού/σπιτιού/σχολείου (= προαύλιο). Χρησιμοποιούν την πίσω ~ σαν κήπο. Ο βασιλικός μοσχομύριζε στις ~ές και τα μπαλκόνια. Πβ. αυλόγυρος, περίβολος. Βλ. άουλα. 2. (κ. με κεφαλ. Α) πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος ηγεμόνα, μονάρχη, αξιωματούχου και συνήθ. (μτφ.-μειωτ.) ισχυρού προσώπου: αυτοκρατορική/βασιλική/βυζαντινή ~. Η επιρροή/εύνοια της ~ής. Πβ. ακόλουθοι, αυλικοί, παλάτι.|| Πατριαρχική ~.|| Η ~ του πρωθυπουργού. Δημιούργησε/έφτιαξε την ~ του. Πβ. αυλοκόλακες, ευνοούμενοι, καμαρίλα, περίγυρος. Βλ. άβουλο όργανο, φερέφωνο. ● Υποκ.: αυλίτσα (η): στη σημ. 1. [< αρχ. αὐλή, γαλλ. cour] | |
| 7752 | αυλητής | [αὐλητής] αυ-λη-τής ουσ. (αρσ.) , αυλητρ-ίδα & αυλήτρια (η): ΑΡΧ. μουσικός που έπαιζε αυλό: ~ίδες, ορχηστρίδες και κιθαρωδοί. [< αρχ. αὐλητής] | |
| 7753 | αυλικός | , ή, ό [αὐλικός] αυ-λι-κός επίθ.: που ανήκει, χαρακτηρίζει ή σχετίζεται με την αυλή ηγεμόνα: ~ός: αξιωματούχος/ποιητής. ~ή: ιεραρχία. Βλ. βασιλικός.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ή: κυβέρνηση. ● Ουσ.: αυλικός (ο) 1. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που ανήκει στο περιβάλλον ηγέτη ή ισχυρού παράγοντα: δουλοπρεπής ~. ~οί και λακέδες του καθεστώτος. 2. πρόσωπο που είναι μέλος Αυλής: Ο βασιλιάς και οι ~οί του. ~οί και ακόλουθοι/κυρίες επί των τιμών. Βλ. παλατιανός. ΣΥΝ. αυλή (2) [< μτγν. αὐλικός] | |
| 7754 | αυλόγυρος | [αὐλόγυρος] αυ-λό-γυ-ρος ουσ. (αρσ.): τοίχος που περιβάλλει ανοιχτό χώρο και συνεκδ. περιφραγμένη αυλή: πέτρινος/ψηλός ~. ~ σχολείου. Βλ. μάντρα, μαντρότοιχος.|| Ο ~ (= περίβολος) της εκκλησίας. Ξενώνας περιτριγυρισμένος από ~ο (= προαύλιο). | |
| 7755 | αυλοκόλακας | [αὐλοκόλακας] αυ-λο-κό-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: κόλακας άρχοντα και γενικότ. ισχυρού πολιτικά προσώπου με στόχο την εξασφάλιση της εύνοιάς του: Περιστοιχίζεται από ~ες. Βλ. γλείφτης, παρατρεχάμενος, χειροκροτητής. | |
| 7756 | αυλόπορτα | [αὐλόπορτα] αυ-λό-πορ-τα ουσ. (θηλ.): πόρτα που οδηγεί σε αυλή: ξύλινη/πέτρινη/σιδερένια ~. Ανοιγόμενες/συρόμενες ~ες. ~ αρχοντικού/κτήματος/Μονής. ~ με οικόσημο. Κάγκελα/κατώφλι/ρόπτρο/σύρτης ~ας. Πβ. πορτόνι. Βλ. γκαραζό-, μπαλκονό-πορτα. | |
| 7757 | άυλος | , η, ο [ἄϋλος] ά-υ-λος επίθ. 1. που δεν έχει υλική μορφή ή υπόσταση: ~η: φύση (των Αγγέλων). ~ο: πνεύμα. ~α: όντα. Ο ~ χαρακτήρας της πνευματικής ιδιοκτησίας.|| (ΘΕΟΛ.) Ο Θεός είναι ~ και ασώματος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~η: αξία/επένδυση. ~οι: τίτλοι. ~ες: μετοχές. ~α: περιουσιακά στοιχεία. ΑΝΤ. ενσώματος (2), υλικός 2. (μτφ.) εξωπραγματικός, αιθέριος, εξαϋλωμένος: ~η: φιγούρα. ~ες: μορφές. ● ΣΥΜΠΛ.: άυλα αγαθά 1. ΝΟΜ. βασικά ανθρώπινα δικαιώματα (ζωή, υγεία, σωματική ακεραιότητα, ελευθερία, παιδεία, πνευματική ιδιοκτησία) που προστατεύονται αστικά και ποινικά· σπανιότ. υπηρεσίες. 2. ΟΙΚΟΝ. πάγια περιουσιακά στοιχεία (όνομα, ευρεσιτεχνίες, εμπορικά σήματα) που έχουν χρηματική αξία. [< γαλλ. biens incorporels] , άυλη (πολιτιστική) κληρονομιά: που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά και περιλαμβάνει προφορικές παραδόσεις, έθιμα, γλώσσες, μουσική, χορούς, τελετουργίες, εορταστικές εκδηλώσεις, γνώσεις και πρακτικές, παραδοσιακή ιατρική, μαγειρική τέχνη, τεχνογνωσία που συνδέεται με την παραδοσιακή χειροτεχνία καθώς και το σύνολο των εργαλείων, αντικειμένων και των πολιτιστικών χώρων που συνδέονται με αυτά. [< αγγλ. intangible (cultural) heritage] [< μτγν. ἄϋλος, γαλλ. immatériel] | |
| 7758 | αυλός | [αὐλός] αυ-λός ουσ. (αρσ.) 1. ΜΟΥΣ. πνευστό όργανο αρχαίας προέλευσης που αποτελείται από μακρόστενο σωλήνα με οπές, από όπου εξέρχεται ο αέρας, παράγοντας ήχο: διπλός (πβ. δίαυλος)/ποιμενικός ~. Ο ~ του Πάνα (βλ. σύριγγα). ~οί και φόρμιγγες. Βλ. οξύαυλος, σουραύλι, φλογέρα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. σωληνοειδές εξάρτημα μηχανής ή εργαλείου: ~ εκτόξευσης νερού/κάννης (όπλου)/ψεκάσματος (= πιστόλι). ~οί εισαγωγής/εξαγωγής. Βλ. ακροφύσιο. 3. ΑΝΑΤ. κοιλότητα σωληνοειδούς οργάνου: ο ~ της αρτηρίας/του (παχέος) εντέρου/του οισοφάγου/του τραχήλου της μήτρας. Απόφραξη/διάνοιξη/στένωση ~ού. [< 1: αρχ. αὐλός, 2,3: γαλλ. tube] | |
| 7759 | αυνανίζομαι | [αὐνανίζομαι] αυ-να-νί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {-στηκε, αυνανιζ-όμενος} 1. ικανοποιούμαι σεξουαλικά προκαλώντας διέγερση των γεννητικών οργάνων, χωρίς συνουσία. ΣΥΝ. αυτοϊκανοποιούμαι 2. (ειρων.) κάνω ή λέω ανοησίες. ΣΥΝ. μαλακίζομαι (1) | |
| 7760 | αυνανισμός | [αὐνανισμός] αυ-να-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. διέγερση των γεννητικών οργάνων (κυρ. με τα χέρια) και σεξουαλική ικανοποίηση χωρίς συνουσία. ΣΥΝ. αυτοερωτισμός (1), αυτοϊκανοποίηση, μαλακία (2) 2. (μτφ.) επιδίωξη αποκλειστικά προσωπικής ικανοποίησης, εγκλωβισμός στο εγώ: διανοητικός/πνευματικός ~. Βλ. αυτ-, ναρκισσ-ισμός. [< γαλλ. onanisme] | |
| 7761 | αυνανιστής | [αὐνανιστής] αυ-να-νι-στής ουσ. (αρσ.): αυτός που αυνανίζεται. Πβ. μαλάκας. | |
| 7762 | αυνανιστικός | , ή, ό [αὐνανιστικός] αυ-να-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αυνανισμό. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ