Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8640-8660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7763αυξανόμενος, η, ο [αὐξανόμενος] αυ-ξα-νό-με-νος επίθ.: που αυξάνεται, μεγαλώνει, πολλαπλασιάζεται: ~ος: ανταγωνισμός. ~η: ανησυχία/επιρροή/ζήτηση/κυκλοφορία/πίεση. ~ο: κόστος/μέγεθος/πλήθος. ~ες: ανάγκες/απαιτήσεις. ~α: έξοδα/χρέη. Διαρκώς/προοδευτικά/συνεχώς ~ αριθμός επισκεπτών. Ολοένα (και) ~ο το ενδιαφέρον (= εντεινόμενο) για ... Με ~ους ρυθμούς συνεχίζεται ο ... Βλ. αυξημένος. [< αρχ. αὐξανόμενος]
7764αυξάνω[αὐξάνω] αυ-ξά-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αύξ-ησα (λόγ.) ηύξησα, -ήθηκε, -ημένος, αυξαν-όμενος, -οντας}: κάνω κάτι μεγαλύτερο ή περισσότερο από ό,τι είναι, γίνομαι μεγαλύτερος ή περισσότερος: ~ την απόσταση (ΑΝΤ. μικραίνω)/τη διαφορά (ΑΝΤ. ψαλιδίζω)/τη δύναμη (= δυναμώνω, ενισχύω)/την ένταση (= ανεβάζω, εντείνω)/τις επιδόσεις (= βελτιώνω, καλυτερεύω)/τον όγκο (= διογκώνω)/την όρεξη (πβ. ανοίγω)/τις πωλήσεις/την ταχύτητα (= επιταχύνω, ΑΝΤ. επιβραδύνω)/την τιμή (= ακριβαίνω). Μου ~ησαν τον μισθό (= πήρα αύξηση). Βαθμιαία/ραγδαία/σταδιακά/σταθερά/ταχύτατα ~εται/(σπανιότ.) ~ει η ανεργία/το βάρος/η θερμοκρασία (= ανεβαίνει. ΑΝΤ. πέφτει)/ο πληθυσμός (ΑΝΤ. λιγοστεύει)/ο πληθωρισμός/η χρήση (= διευρύνεται, επεκτείνεται). ~ονται οι δαπάνες/τα κέρδη (= πληθαίνουν, πολλαπλασιάζονται, αβγατίζουν)/τα τέλη (ΑΝΤ. ελαττώνονται, μειώνονται). Τα καθαρά έσοδα προβλέπεται να ~ηθούν κατά ...%. Πβ. μεγαλώνω. Βλ. επ~, προσ~, υπερ~. ● Μτχ.: αυξημένος , η, ο 1. που έχει αυξηθεί, πολύ μεγάλος: ~ος: κίνδυνος. ~η: ζήτηση/κίνηση/πλειοψηφία/χρέωση. ~ο: ενδιαφέρον. ~ες: ανάγκες/ευθύνες/πιθανότητες/προσδοκίες. Βλ. αυξανόμενος. 2. ΓΡΑΜΜ. (για ρηματικό τύπο) που παίρνει αύξηση: Ο ~ τύπος προστακτικής "παρήγγειλέ", αντί "παράγγειλέ μου έναν καφέ" είναι λανθασμένος. ΑΝΤ. αναύξητος ● ΦΡ.: αυξάνεσθε και πληθύνεσθε: προτροπή για τεκνοποιία (από την ΠΔ)· (με χιουμορ. συνυποδ.) σε περιπτώσεις εντυπωσιακής αύξησης: ~ ~, γιατί χανόμαστε!|| (εμφατ. για κάτι μη αναμενόμενο ή αρνητ.) ~ονται και ~ονται τα αυτοκίνητα στις μεγαλουπόλεις (: γίνονται ολοένα και περισσότερα). [< αρχ. αὐξάνω, γαλλ. augmenter, αγγλ. increase]
7765αύξηση[αὔξηση] αύ-ξη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ποσοτική άνοδος: αλματώδης/ανησυχητική/απότομη/γενναία/εκρηκτική/επικείμενη/ετήσια/καθαρή/κατακόρυφη/μηδενική/νόμιμη/ονομαστική/ποσοστιαία/σημαντική/σταδιακή/υψηλή ~. ~ της ανταγωνιστικότητας/των αποδοχών/του αφορολόγητου/βάρους (= πάχυνση)/της εγκληματικότητας/του ελλείμματος/των εξαγωγών/των επιτοκίων/της ζήτησης (ΑΝΤ. πτώση)/του κόστους/των μέτρων ασφαλείας (= ενίσχυση)/της παραγωγής/των ωρών διδασκαλίας. ~ του περιθωρίου (= μεγάλωμα). ~ στα καταναλωτικά δάνεια της τάξης του ...%. Ρυθμός ~ης.|| (ειδικότ., για μισθολογική ~:) Αναστολή/καταβολή/πάγωμα/χορήγηση αυξήσεων.|| (Για ~ των τιμών:) Νέες αυξήσεις. Αυξήσεις-φωτιά. Κύμα αυξήσεων (= ανατιμήσεων) σε προϊόντα. Βλ. επ~, προσ~, υπερ~. ΑΝΤ. ελάττωση, μείωση. 2. ΒΙΟΛ. φυσιολογική ανάπτυξη οργανισμού ή ανεξέλεγκτος κυτταρικός πολλαπλασιασμός: ~ της μυϊκής μάζας.|| ~ των καρκινικών κυττάρων. 3. ΓΡΑΜΜ. μεταβολή του ρηματικού θέματος στην οριστική παρατατικού και αορίστου, συλλαβική, όταν το θέμα αρχίζει από σύμφωνο (γράφω – έγραφα –έγραψα), χρονική ή, αλλιώς, φωνηεντική, όταν το θέμα αρχίζει από φωνήεν (ελπίζω – ήλπιζα – ήλπισα) και εσωτερική, συλλαβική ή χρονική, όταν το ρήμα είναι σύνθετο με προθετικό πρόθημα (προβάλλω – προέβαλα, απευθύνω – απηύθυνα). ● ΣΥΜΠΛ.: αύξηση πληθυσμού: ΔΗΜΟΓΡ. άνοδος του αριθμού των ατόμων που ζουν σε μία χώρα ή περιοχή σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: αναιμική/ραγδαία/ταχεία/φυσική ~ ~. [< αγγλ. population growth, 1927] ● ΦΡ.: δίνω/παίρνω/ζητώ αύξηση: παρέχω, λαμβάνω ή αξιώνω μεγαλύτερο μισθό: Η κυβέρνηση έδωσε ~ ... % στους μισθωτούς. Προήχθη και πήρε ~.|| (κατ' επέκτ.) Τα ασφάλιστρα πήραν ~. [< 1: αρχ. αὔξησις, γαλλ. augmentation, αγγλ. increase 2: γαλλ. augmentation, αγγλ. growth 3: μτγν. σημ.]
7766αυξητικός, ή, ό [αὐξητικός] αυ-ξη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που προκαλεί, επιτρέπει, συμβάλλει στην αύξηση: ~ός: παράγοντας/ρυθμός (ΑΝΤ. πτωτικός)/(ΑΝΑΤ.) χόνδρος (βλ. συζευκτικός). ~ή: πορεία των επιτοκίων. ~ές: ουσίες (βλ. διογκωτικά)/τάσεις (= ανοδικές).|| (ως ουσ.) ~ή στήθους (= προσθετική). Βλ. προσ~. ● επίρρ.: αυξητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αυξητική/σωματοτρόπος ορμόνη βλ. ορμόνη [< αρχ. αὐξητικός]
7767αυξίνη[αὐξίνη] αυ-ξί-νη ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. φυτοορμόνη, που διεγείρει τη δραστηριότητα του καμβίου και καθορίζει την επιµήκυνση και µεγέθυνση των κυττάρων του φυτού. Βλ. -ίνη. [< γερμ. Auxin, γαλλ. auxine, περ. 1931, αγγλ. auxin, 1934]
7768αυξομειώνω[αὐξομειώνω] αυ-ξο-μει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αυξομείω-σα, αυξομειώ-θηκε, κυρ. -ούμενος, αυξομειών-οντας}: αυξάνω και μειώνω διαδοχικά: ~ την απόδοση/τα κέρδη/τον όγκο/την ταχύτητα (= ανεβοκατεβάζω). Το ποσό ~εται (= ανεβοκατεβαίνει, κυμαίνεται). ~ούμενη: ένταση. [< μτγν. αὐξομειῶ]
7769αυξομείωση[αὐξομείωση] αυ-ξο-μεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διαδοχική αύξηση και μείωση: ~ βάρους/έντασης (ήχου)/θερμοκρασίας. Βαθμιαία ~ του φωτισμού. ~ώσεις των βάσεων/ποσοστών. ~ώσεις στις τιμές των καυσίμων. Πβ. ανεβοκατέβασμα, διακύμανση. Βλ. προσθαφαίρεση. ΑΝΤ. σταθερότητα (1) [< μτγν. αὐξομείωσις]
7770αύξων, ουσα, ον [αὔξων] αύ-ξων επίθ. {αύξ-οντος | -οντες (ουδ. -οντα), - όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.) & (προφ.) αύξοντας (επίσ.): που αυξάνει: ~ων: ρυθμός. ~ουσα: ανάγκη (= εντεινόμενη)/κλίμακα (= προϊούσα)/τάση (= ανοδική). Οι σελίδες έχουν ~ουσα αρίθμηση. Ταξινόμηση κατ' ~ουσα σειρά. Πβ. αυξανόμενος.|| (ΜΑΘ.) ~ουσα: ακολουθία/συνάρτηση. ΑΝΤ. φθίνων ● ΣΥΜΠΛ.: αύξων αριθμός βλ. αριθμός [< μτγν. αὔξων, γαλλ. croissant]
7771αϋπνία[ἀϋπνία] α-ϋ-πνί-α ουσ. (θηλ.): αδυναμία, δυσκολία να κοιμηθεί κάποιος ή έλλειψη ύπνου: παροδική/χρόνια ~. Ηρεμιστικά (χάπια) για την ~. Το άγχος/η καφεΐνη προκαλεί ~ (ΑΝΤ. υπνηλία). Έχει ~ες. Πάσχει/υποφέρει από ~ες.|| Μάτια κατακόκκινα από την ~ (πβ. ξενύχτι). Βλ. παραϋπνίες. ΣΥΝ. ξαγρύπνια [< αρχ. ἀϋπνία]
7772άυπνος, η, ο [ἄυπνος] ά-υ-πνος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπόρεσε να κοιμηθεί: Είναι δυο μέρες ~. Έμεινε ~η (= ξύπνια) όλη νύχτα. Η ταινία με άφησε ~ο ως αργά.|| ~ες: νύχτες. ΣΥΝ. άγρυπνος (2), ξάγρυπνος [< αρχ. ἄυπνος]
7773αύρα[αὔρα] αύ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ελαφρύ αεράκι: απόγεια/θαλασσινή (βλ. μπάτης)/καλοκαιρινή/πρωινή ~. ~ δροσιάς. Βλ. αγέρι. 2. (μτφ.) η αίσθηση που αποπνέει κάποιος ή κάτι, η εντύπωση, τα συνήθ. θετικά συναισθήματα που προκαλεί: αρνητική/κοσμοπολίτικη ~. ~ αισιοδοξίας (= αέρας, άνεμος, ατμόσφαιρα)/γοητείας/μυστηρίου (= νότα). Πβ. αρνητική/θετική ενέργεια. 3. (στον αποκρυφισμό) φωτεινή ενέργεια, βιοενεργειακό πεδίο που περιβάλλει κάθε έμψυχο σώμα, ανάλογα με τη νοητική, ψυχική και συναισθηματική του κατάσταση: τα χρώματα της ~ας. Βλ. φωτοστέφανο.|| (προφ.) Τον συμπαθώ πολύ, φαίνεται ταιριάζουν οι ~ες μας (= τα χνότα μας). 4. ΙΑΤΡ. σύμπτωμα που προηγείται παροξυσμικού επεισοδίου: αισθητική/επιληπτική/κινητική/οπτική/υστερική ~. Ημικρανία με/χωρίς ~ (βλ. ημικρανική ~).αύρες (οι): τεθωρακισμένα αυτοκίνητα της Αστυνομίας. [< 1: αρχ. αὔρα 2-4: γαλλ.-αγγλ. aura]
7774αυριανός, ή, ό [αὐριανός] αυ-ρι-α-νός επίθ. 1. που θα συμβεί την επόμενη μέρα: ~ός: αγώνας/καιρός. ~ή: μέρα. ~ό: πρόγραμμα. Βλ. μεθ~. ΑΝΤ. σημερινός (1), χθεσινός (1) 2. μελλοντικός: ~ή: νεολαία. ~οί: πολίτες. Βλ. -ιανός.
7775αύριο[αὔριο] αύ-ρι-ο επίρρ.: (χρονικό) την επόμενη ημέρα από τη σημερινή, το επόμενο εικοσιτετράωρο: ~ το απόγευμα. Από ~ δίαιτα! Μείνε μέχρι/ως ~. Τα λέμε ~. ~ πάλι. Θα σε δω ~; Ελάτε (καλύτερα) ~. Ο καιρός ~ αναμένεται αίθριος. Οι εργασίες είναι για ~; (: θα παραδοθούν ~;) Σαν ~ γεννήθηκε ο ... Από ~ σε ~ (: για συνεχείς αναβολές). ~ ξημερώνει μια άλλη μέρα. Βλ. (αντι)μεθ~, (προ)χθές, σήμερα. ● Ουσ.: αύριο (το): το μέλλον: Το ~ είναι αβέβαιο/άγνωστο. Τη φοβίζει το ~. Ο κόσμος του ~ (= ο αυριανός, ο μελλοντικός). Κανείς δεν ξέρει τι μας επιφυλάσσει το ~. Αγωνίζομαι για ένα καλύτερο ~. Σχέσεις χωρίς ~. ● ΦΡ.: (κι/για) αύριο έχει ο Θεός: σε περιπώσεις καθησυχασμού ή αναβολής, για αύριο βλέπουμε: Ας ζήσουμε μ΄αυτά που έχουμε σήμερα και ~ ~., αύριο κλαίνε (προφ.): για επικείμενη τιμωρία ή γενικότ. δυσάρεστη συνέπεια: Άστα να πάνε! ~ ~!, ες αύριον τα σπουδαία (λόγ.-συνήθ. ειρων.): όταν αναμένεται ή αναβάλλεται κάτι για την επόμενη μέρα ή για άλλη στιγμή: Η σημερινή κρίσιμη συνάντηση αναβλήθηκε, ες αύριον λοιπόν τα σπουδαία., σήμερα αύριο/αύριο μεθαύριο: στο άμεσο ή προσεχές μέλλον: ~ ~ αναμένουμε τα αποτελέσματα/την επίσκεψη., σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε: η ζωή είναι σύντομη και απρόβλεπτη: Να απολαμβάνεις το παρόν, γιατί ~ ~., κι αύριο μέρα (του Θεού) είναι βλ. μέρα, μην αναβάλλεις/μην αφήνεις (ποτέ) για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα βλ. αναβάλλω [< αρχ. αὔριον]
7776αυστηροποίηση[αὐστηροποίηση] αυ-στη-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): το αποτέλεσμα του αυστηροποιώ: ~ των διατάξεων/των κριτηρίων/των μέτρων ασφαλείας/του νόμου/των ποινών. ~ και αύξηση των ελέγχων στην αγορά. Πβ. σκλήρυνση. ΑΝΤ. ελαστικοποίηση. Βλ. -ποίηση.
7777αυστηροποιώ[αὐστηροποιώ] αυ-στη-ρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αυστηροποι-εί, -ώντας | αυστηροποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: κάνω κάτι πιο αυστηρό: Το νέο νομοσχέδιο ~εί τις ποινές για τους εμπόρους ναρκωτικών. ~ήθηκαν τα πρόστιμα για τους παραβάτες του ΚΟΚ. Βλ. -ποιώ.
7778αυστηρός, ή, ό [αὐστηρός] αυ-στη-ρός επίθ. 1. ανελαστικός, ανεπιεικής, που δεν επιδέχεται παρέκκλιση από ορισμένες αρχές: ~ός: δάσκαλος (ΑΝΤ. ελαστικός, επιεικής)/δικαστής (πβ. αμείλικτος, άτεγκτος)/έλεγχος/κριτής/νόμος. ~ή: βαθμολογία/επιτήρηση (ΑΝΤ. χαλαρός)/κριτική/πειθαρχία/ποινή/προειδοποίηση/τιμωρία (= σκληρή)/φωνή (ΑΝΤ. ήπια). ~ό: βλέμμα. ~οί: κανόνες (= άκαμπτοι). ~ές: κυρώσεις/ποινές. ~ά: ήθη/μέτρα (πβ. δρακόντεια)/πρόστιμα. ~ών αρχών. ~ και αυταρχικός. ~, αλλά δίκαιος. ~ με τον εαυτό του. ~ στις επιλογές του. Θα τηρηθεί ~ή σειρά προτεραιότητας. Τον επέπληξε με/σε ~ό ύφος.|| ~ή: δίαιτα/εφαρμογή (= απαρέγκλιτη)/νηστεία/τήρηση (διαδικασίας). ~ό: πρόγραμμα (= απαιτητικό, πιεστικό)/χρονοδιάγραμμα/ωράριο (= απαράβατο). ~ές: οδηγίες. ΑΝΤ. επιεικής 2. σαφής, λιτός, απέριττος: ~ός: διαχωρισμός (= ακριβής). ~ή: ερμηνεία (πβ. σχολαστική)/οριοθέτηση. ~ό: περίγραμμα. Με την ~ή έννοια του όρου ...|| ~ός: διάκοσμος/σχεδιασμός (= απλός). ~ό: ντύσιμο (= ανεπιτήδευτο, ΑΝΤ. επιτηδευμένο). Πβ. δωρικός. ● επίρρ.: αυστηρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: (επιτατ.) ~ώς ακατάλληλο (: ιδ. παλαιότ. για κινηματογραφικό έργο)/~ προσωπικό (= απολύτως). ● ΣΥΜΠΛ.: αυστηρός ρυθμός: ΑΡΧΑΙΟΛ. τεχνοτροπία στην αρχαία ελληνική πλαστική της πρώιμης κλασικής περιόδου (480-450 π.Χ.), που χαρακτηρίζεται από τη σοβαρή έκφραση του προσώπου. Βλ. αρχαϊκό μειδίαμα., αυστηρή/ολική χορτοφαγία βλ. χορτοφαγία ● ΦΡ.: είναι παλαιών/αυστηρών αρχών βλ. παλαιός [< αρχ. αὐστηρός, γαλλ. sévère, strict]
7779αυστηρότητα[αὐστηρότητα] αυ-στη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. απουσία επιείκειας, ανελαστικότητα, σκληρότητα: ~ του νόμου. Κρίθηκε/τιμωρήθηκε με ~. Δείχνω/επιδεικνύω (υπερβολική) ~. ΑΝΤ. ελαστικότητα (2), χαλαρότητα 2. εγκράτεια, συμπεριφορά χωρίς παρεκκλίσεις: ~ των ηθών (βλ. πουριταν-, συντηρητ-ισμός). 3. σαφήνεια, ακρίβεια, σχολαστικότητα: επιστημονική/μαθηματική ~. Η ~ της ανάλυσης/της ερμηνείας. Οι κανόνες τηρούνται με ~. Βλ. λεπτολογία. 4. απλότητα, λιτότητα: ~ στη γλώσσα/στην έκφραση/στο ύφος (βλ. λακωνικότητα). Η ~ του δωρικού ρυθμού. Βλ. -ότητα. [< αρχ. αὐστηρότης, γαλλ. sévérité]
7780αυστραλιανός, ή, ό [αὐστραλιανός] αυ-στρα-λι-α-νός επίθ. & (προφ.) αυστραλέζικος: που σχετίζεται με την Αυστραλία ή/και τους Αυστραλούς. ● ΣΥΜΠΛ.: αυστραλιανό αντιγόνο βλ. αντιγόνο [< γαλλ. australien]
7781αυστραλογεννημένος, η, ο [αὐστραλογεννημένος] αυ-στρα-λο-γεν-νη-μέ-νος επίθ.: που έχει γεννηθεί στην Αυστραλία· ειδικότ. παιδί Ελλήνων μεταναστών με τόπο γέννησης και ανατροφής την Αυστραλία: ~α: ελληνόπουλα.|| (ως ουσ.) ~ τρίτης γενιάς.
7782αυστραλοπίθηκος[αὐστραλοπίθηκος] αυ-στρα-λο-πί-θη-κος ουσ. (αρσ.): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. γένος της τάξης των ανθρωπιδών (επιστ. ονομασ. Australopithecus africanus), συγγενές προς τον χιμπατζή, που εμφανίστηκε στη ΝΑ Αφρική πριν από τέσσερα περ. εκατομμύρια χρόνια. Βλ. ανθρωπογένεση, πρωτεύοντα. [< αγγλ. australopithecus, 1924, γαλλ. australopithèque, πριν από το 1955]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.