Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8660-8680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7783Αυστραλός, Αυστραλή[Αὐστραλός] Αυ-στρα-λός επίθ./ουσ. & (προφ.) Αυστραλέζος, Αυστραλέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Αυστραλία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την αυστραλιανή υπηκοότητα.
7784αυστριακός, ή, ό [αὐστριακός] αυ-στρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Αυστρία ή/και τους Αυστριακούς.
7785αυτ-βλ. αυτο-
7786αυτάδελφος[αὐτάδελφος] αυ-τά-δελ-φος ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. αυταδέλφη} (αρχαιοπρ.): αδελφός από τους ίδιους γονείς. Βλ. όμαιμος. ΣΥΝ. αμφιθαλής ΑΝΤ. ετεροθαλής [< αρχ. αὐτάδελφος]
7787αυταναφλέγεταιβλ. αυτοαναφλέγεται
7788αυτανάφλεξη[αὐτανάφλεξη] αυ-τα-νά-φλε-ξη ουσ. (θηλ.) & αυτοανάφλεξη: ΧΗΜ. αυτόματη ανάφλεξη εκρηκτικού ή εύφλεκτου υλικού χωρίς εξωτερικό σπινθήρα ή φλόγα: ~ καυσίμων/λιγνίτη. Η φωτιά προκλήθηκε από ~. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμοκρασία αυτανάφλεξης: το όριο της θερμοκρασίας πάνω από το οποίο ένα συγκεκριμένο υλικό αναφλέγεται χωρίς εξωτερικό αίτιο. [< γαλλ. inflammation spontanée]
7789αύτανδρος, η, ο [αὔτανδρος] αύ-ταν-δρος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (συνήθ. για πλεούμενο) που βυθίζεται με όσους επιβαίνουν σε αυτό: Το πλοίο χάθηκε ~ο. Βλ. επανδρωμένος. [< μτγν. αὔτανδρος]
7790αυταξία[αὐταξία] αυ-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. εγγενής αξία: η ~ της γνώσης/παιδείας/φύσης. Η ανθρώπινη ζωή αναγνωρίζεται ως ~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Το χρήμα ως ~ (= αυτοσκοπός). 2. αξία που αποδίδει κάποιος στον εαυτό του: αυτοεκτίμηση και ~.
7791αυταπάρνηση[αὐταπάρνηση] αυ-τα-πάρ-νη-ση ουσ. (θηλ.): υπέρβαση των προσωπικών συμφερόντων, φιλοδοξιών και επιθυμιών για κάποιον ανώτερο σκοπό: αίσθημα/παράδειγμα/πράξη ~ης. Σύμβολο θάρρους και ~ης (= αυτοθυσίας). Αγωνίζονται/μάχονται με ~ για ... Πρόσφερε πολλά με ζήλο και ~ (= ανιδιοτέλεια). Πβ. εθελοθυσία. Βλ. αλτρουισμός. [< γερμ. Selbstverleugnung, γαλλ. abnégation]
7792αυταπάτη[αὐταπάτη] αυ-τα-πά-τη ουσ. (θηλ.): πλάνη, παρανόηση, άρνηση της πραγματικότητας ως αποτέλεσμα συναισθηματικής ανάγκης ή επιθυμίας: οπτική (= οφθαλμαπάτη)/τραγική ~. Δεν έχω καμιά ~ για κάτι/πως ... Είναι ~ να νομίζουμε ότι ... Δημιουργούνται/καλλιεργούνται ~ες. Δεν τρέφουν ~ες. Αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με ρεαλισμό και χωρίς ~ες. Ουτοπίες και ~ες (βλ. χίμαιρα). Πβ. εθελοτυφλία. ΣΥΝ. ψευδαίσθηση (1) [< γερμ. Selbsttäuschung, Selbstbetrug]
7793αυταπατώμαι[αὐταπατῶμαι] αυ-τα-πα-τώ-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αυταπατ-άσαι ..., -ώμενος, κυρ. στον ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): εξαπατώ τον εαυτό μου, τρέφω αυταπάτες: ~άται (= απατάται), αν πιστεύει ότι ... Ας μην ~ώμαστε (= γελιόμαστε), δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι. ~ώνται (= βαυκαλίζονται) ότι ελέγχουν την κατάσταση. Πβ. πλανιέμαι. Βλ. εθελοτυφλώ.
7794αυταπόδεικτος, η, ο [αὐταπόδεικτος] αυ-τα-πό-δει-κτος επίθ. & (σπάν.) αυταπόδειχτος (απαιτ. λεξιλόγ.): που αποδεικνύεται από μόνος του, αυτονόητος: ~ος: ισχυρισμός/ορισμός (πβ. αξιωματικός). ~η: αλήθεια/αξία/ενοχή. ~ο: γεγονός. ~α: επιχειρήματα. Είναι φανερό και ~ο ότι ... Πβ. αυτόδηλος.|| (ως ουσ.) Αποδεικνύει το ~ο. [< μτγν. αὐταπόδεικτος]
7795αυταρέσκεια[αὐταρέσκεια] αυ-τα-ρέ-σκει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): άντληση ικανοποίησης, ευχαρίστησης που παίρνει κάποιος από τον ίδιο του τον εαυτό· αυτοθαυμασμός: υπερβολική ~ και αλαζονεία. Πβ. ναρκισσισμός, φιλαυτία, ωραιοπάθεια. Βλ. φιλαρέσκεια. [< μτγν. αὐταρέσκεια]
7796αυτάρεσκος, η, ο [αὐτάρεσκος] αυ-τά-ρε-σκος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από ή φανερώνει αυταρέσκεια: ~η: στάση. ~ο: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο. Υπερόπτης και ~. Πβ. νάρκισσος, φίλαυτος, ωραιοπαθής. ● επίρρ.: αυτάρεσκα [< μτγν. αὐτάρεσκος]
7797αυτάρκεια[αὐτάρκεια] αυ-τάρ-κει-α ουσ. (θηλ.) 1. η δυνατότητα κάποιου να αυτοσυντηρείται· γενικότ. αίσθημα επάρκειας, πληρότητας: διατροφική/επαγγελματική/οικονομική/υλική ~. Ζει με ~. Βλ. ανεξαρτησία, αυτονομία, εξάρτηση, ολιγάρκεια.|| (μτφ.) Εσωτερική/πνευματική ~. 2. ΟΙΚΟΝ. οικονομική ανεξαρτησία ως εθνική πολιτική και πρακτική· επάρκεια σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους και περιορισμένες εμπορικές συναλλαγές με άλλα κράτη για την κάλυψη αναγκών: ενεργειακή ~. ~ παραγωγής/τροφίμων. ~ σε πρώτες ύλες. Αυτοδυναμία και ~. Βλ. απομονωτισμός, κλειστή οικονομία. [< 1: αρχ. αὐτάρκεια, γαλλ. autarcie, 1931, 2: αγγλ. autarky, 1934]
7798αυτάρκης, ης, ες [αὐτάρκης] αυ-τάρ-κης επίθ. {ουδ. αύταρκες, γεν. αυτάρκ-ους | -εις (ουδ. -η)}: που ικανοποιεί μόνος τις ανάγκες του, χωρίς να εξαρτάται από άλλον· ειδικότ. που αρκείται σε όσα έχει: ~ης: χρήστης (μιας γλώσσας: επίπεδα γλωσσομάθειας Γ1, Γ2). ~ης: κοινότητα. Χώρα ~ σε ενέργεια/σε οικονομικά αγαθά. Είναι οικονομικά/συναισθηματικά ~. Πβ. ανεξάρτητος, αυτόνομος, αυτοσυντήρητος. Βλ. εξαρτημένος.|| Αισθάνεται πλήρης και ~. Βλ. ολιγαρκής. [< αρχ. αὐτάρκης, αγγλ. autarkic, 1936, γαλλ. autarcique, 1938]
7799αυταρχία[αὐταρχία] αυ-ταρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. ανεξέλεγκτη, απόλυτη εξουσία: ~ και ολοκληρωτισμός. Πβ. απολυταρχία, δεσποτισμός, Βλ. -αρχία, δικτατορία, ολιγαρχία, τυραννία. ΣΥΝ. αυταρχισμός (1) [< μτγν. αὐταρχία, γαλλ. autocratie, αγγλ. autarchy]
52530Αυταρχικός

, ή, ό τυ-ραν-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την τυραννία: ~ό: καθεστώς/πολίτευμα. ~ή: εξουσία. Πβ. απολυταρχ-, δεσποτ-, ολοκληρωτ-ικός. 2. (μτφ.) που ασκεί καταπίεση και κατ' επέκτ. προκαλεί ταλαιπωρίες και βάσανα: ~ός: πατέρας (= αυταρχικός). ~ή: αγάπη/κυριαρχία/συμπεριφορά. Πβ. καταδυναστευτ-, καταπιεστ-, σατραπ-ικός. 3. βασανιστικός, μαρτυρικός: ~ή: ζωή. Η ~ή αναζήτηση της αλήθειας. ● επίρρ.: τυραννικά [< αρχ. τυραννικός, γαλλ. tyrannique, αγγλ. tyrannic]

7800αυταρχικός, ή, ό [αὐταρχικός] αυ-ταρ-χι-κός επίθ.: που επιδιώκει να επιβάλει τη θέλησή του με απόλυτο και καταπιεστικό τρόπο, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη διαλλακτικότητας: ~ός: έλεγχος/ηγέτης/πατέρας/χαρακτήρας. ~ή: αγωγή (ΑΝΤ. φιλελεύθερη)/αντίληψη (ΣΥΝ. δογματική)/διοίκηση/εξουσία/μητέρα/συμπεριφορά. ~ό: καθεστώς (βλ. δικτατορία, ολοκληρωτισμός, τυραννία)/πολίτευμα (ΑΝΤ. δημοκρατικό, φιλελεύθερο)/σύστημα. ~ά: μέτρα. Αλαζονικό/αυστηρό και ~ό ύφος. Πβ. φασιστικός. Βλ. αντι~. ΣΥΝ. δεσποτικός (1) ● επίρρ.: αυταρχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. αυταρχικός, γαλλ. autocratique]
58785Αυταρχικός

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.