Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8680-8700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
58786Αυταρχικός
7801αυταρχικότητα[αὐταρχικότητα] αυ-ταρ-χι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αυταρχικού: πολιτική/στρατιωτική ~. ~, βία και απειλές. Τους αντιμετώπισε με ~. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αυταρχισμός (2)
7802αυταρχισμός[αὐταρχισμός] αυ-ταρ-χι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. προσωποπαγές σύστημα άσκησης εξουσίας με απόλυτο, ανεξέλεγκτο τρόπο: διοικητικός/κρατικός/πολιτικός ~. Αυθαιρεσία και ~. Πβ. απολυταρχ-, δεσποτ-, συγκεντρωτ-ισμός. ΣΥΝ. αυταρχία 2. αυταρχικότητα: Συμπεριφέρεται με ~ό. [< μτγν. αὐταρχία, γαλλ. autoritarisme]
7803αυτασφαλίζομαι[αὐτασφαλίζομαι] αυ-τα-σφα-λί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτασφαλί-στηκε, -στεί, -σμένος, αυτασφαλιζ-όμενος} & (σπάν.) αυτοασφαλίζομαι: κάνω αυτασφάλιση: ~ονται στο ΙΚΑ.|| (ως ουσ.) Οι ~όμενοι.
7804αυτασφάλιση[αὐτασφάλιση] αυ-τα-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.) & αυτοασφάλιση & αυτασφάλεια: ΝΟΜ. ασφάλιση με καταβολή των ασφαλίστρων από τον ίδιο τον ασφαλιζόμενο: αναγκαστική/προαιρετική ~. ~ μισθωτών/συμβασιούχων. Κάνει ~ για να συμπληρώσει τα ένσημά του. [< αγγλ. self-insurance, 1905]
7805αυτενέργεια[αὐτενέργεια] αυ-τε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. ΠΑΙΔΑΓ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτενεργώ: δημιουργική ~. ~ και αυτοεκπαίδευση/ενεργητική συμμετοχή/συνεργατική μάθηση. Ανάπτυξη/ενθάρρυνση/ενίσχυση της ~ας του μαθητή. Περιορίζεται/προάγεται η ~. ΣΥΝ. αυτοβουλία, πρωτοβουλία [< μεσν. αυτενέργεια]
7806αυτενεργός, ός, ό [αὐτενεργός] αυ-τε-νερ-γός επίθ.: (για πράξη, διαδικασία) που γίνεται με αυτενέργεια ή (σπανιότ. για πρόσ.) που αυτενεργεί: (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ός: μάθηση.|| ~ός: πολίτης. Πβ. αυτό-βουλος, -νομος.
7807αυτενεργώ[αὐτενεργῶ] αυ-τε-νερ-γώ ρ. (αμτβ.) {αυτενεργ-εί | αυτενέργ-ησε (λόγ.) αυτενήργησε}: κάνω κάτι με δική μου θέληση, χωρίς την παρότρυνση, την παρέμβαση ή τον εξαναγκασμό άλλου: (ΠΑΙΔΑΓ.) Οι μαθητές κατευθύνουν μόνοι τους τη συζήτηση και ~ούν.|| ~ησε (: πήρε την πρωτοβουλία) ή έδρασε κατόπιν εντολής;
7808αυτεξούσιος, α, ο [αὐτεξούσιος] αυ-τε-ξού-σι-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που είναι κυρίαρχος του εαυτού του, δεν κατευθύνεται άβουλα ή δεν εξαρτάται από άλλον: ~ος: πολίτης. ~ο: κράτος. Πβ. αδέσμευτος, αυτόνομος, ελεύθερος. ΣΥΝ. ανεξάρτητος (1) ΑΝΤ. υπεξούσιος (1), υποτελής (1) ● Ουσ.: αυτεξούσιο (το): το δικαίωμα επιλογής με βάση την προσωπική βούληση και σκέψη: το ~ του ανθρώπου. ΣΥΝ. αυτεξουσιότητα [< μτγν. αὐτεξούσιον, γαλλ. libre arbitre] ● επίρρ.: αυτεξούσια & (λόγ.) αυτεξουσίως [< μτγν. αὐτεξούσιος]
7809αυτεξουσιότητα[αὐτεξουσιότητα] αυ-τε-ξου-σι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα του αυτεξούσιου, ελεύθερη προαίρεση: η ~ ενός λαού/μιας χώρας. Πβ. ανεξαρτησία, αυτοδιάθεση, αυτονομία, ελευθερία. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αυτεξούσιο ΑΝΤ. υποτέλεια [< μτγν. αὐτεξουσιότης]
7810αυτεπάγγελτος, η/ος, ο [αὐτεπάγγελτος] αυ-τε-πάγ-γελ-τος επίθ. 1. ΝΟΜ. που διενεργείται με απόφαση δικαστικής Αρχής χωρίς άλλη προϋπόθεση (εντολή, έγκληση): ~ος: διορισμός συνηγόρου/έλεγχος. ~η: διαδικασία/εξέταση.|| (ΣΤΡΑΤ.) Ο αξιωματικός θα τεθεί σε ~η αποστρατεία (: υποχρεωτική έξοδο από την υπηρεσία)/διαθεσιμότητα (: προσωρινή παύση). 2. (μτφ.) (για πρόσ.) που ενεργεί χωρίς να του ζητηθεί: ~ος: βοηθός. (αρνητ. συνυποδ.) ~οι: σωτήρες (= αυτόκλητοι). ● Ουσ.: αυτεπάγγελτο (το): ΝΟΜ. διεξαγωγή δίκης με πρωτοβουλία του δικαστή, χωρίς να έχει προηγηθεί αίτημα των διαδίκων: το ~ της ποινικής δίωξης. ● επίρρ.: αυτεπάγγελτα & (λόγ.) αυτεπαγγέλτως [< αρχ. αὐτεπάγγελτος ‘που προσφέρεται από μόνος του, αυθόρμητος’, γαλλ. d'office]
7811αυτεπαγωγή[αὐτεπαγωγή] αυ-τε-πα-γω-γή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ανάπτυξη ηλεκτρεγερτικής δύναμης σε κύκλωμα, λόγω μεταβολής στην ένταση του ρεύματος: ~ και χωρητικότητα. Συντελεστής ~ής ενός πηνίου. [< γαλλ. auto-induction]
7812αυτεπίγνωση[αὐτεπίγνωση] αυ-τε-πί-γνω-ση ουσ. (θηλ.) & αυτοεπίγνωση: η ικανότητα του ατόμου να αναγνωρίζει τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις ανάγκες του, τα προτερήματα και τις αδυναμίες του· αυτογνωσία. Πβ. αυτοαντίληψη, αυτοσυνείδηση, γνώθι σαυτόν. Βλ. ενσυναίσθηση. [< γερμ. Selbstbewusstsein]
7813αυτεπιστασία[αὐτεπιστασία] αυ-τε-πι-στα-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): επίβλεψη τεχνικού έργου από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο, άμεση εποπτεία: εκτέλεση εργασιών με ~/(λόγ.) δι' ~ας. [< μεσν. αυτεπιστασία]
7814αυτήκοος, ος/η, ο [αὐτήκοος] αυ-τή-κο-ος επίθ. (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αυτήκοος μάρτυρας & (λογιότ.) μάρτυς: που άκουσε ο ίδιος όσα αναφέρει ή καταθέτει: ~ ~ των γεγονότων. Αυτόπτες και ~οι ~ες. [< αρχ. αὐτήκοος]
7815αυτί[αὐτί] αυ-τί ουσ. (ουδ.) {αυτ-ιού | -ιών} & αφτί 1. ΑΝΑΤ. όργανο της ακοής του ανθρώπου και των σπονδυλωτών ζώων, ειδικότ. το εξωτερικό τμήμα του: αριστερό/βουλωμένο/δεξί ~. Μεγάλα/μυτερά/πεταχτά ~ιά. Το έξω/έσω (= λαβύρινθος) ~. Τα οστάρια του μέσου ~ιού (βλ. σφύρα, άκμονας, αναβολέας). Η κυψελίδα (= το κερί)/ο λοβός/το τύμπανο (του) ~ιού. Ακουστικά/θερμόμετρο ~ιού. Αιμορραγία/πίεση/πόνος/φλεγμονή στο ~. Βουητό (πβ. βούισμα, εμβοή)/λοιμώξεις/παθήσεις (βλ. βαρηκοΐα, ωτίτιδα)/πλαστική (= ωτοπλαστική)/προστατευτικά (λ.χ. σε καπέλα)/τρύπημα (των) ~ιών. Ξύνει τ' ~ του. Κόλλησε το ~ του στην πόρτα, για να ακούσει ... (: αφουγκράζεται). Δεν ακούει από το ένα ~. Βουίζουν/καθάρισα/κλείνω/κοκκινίζουν/ξεβούλωσα τ' ~ιά μου. Μου μπήκε νερό στ' ~. Του είπε/(μτφ.) σφύριξε/ψιθύρισε κάτι στ' ~. Πιάνω κάποιον από το ~ (πβ. τραβώ το ~ κάποιου). Ο θόρυβος μας έσπασε/τρύπησε τ' ~ιά. Έχει ~ιά γαϊδάρου (: πολύ μεγάλα). Πβ. ους.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Βιονικό/ηλεκτρονικό ~. 2. ακουστική ή μουσική αντίληψη: Έχει γερό/εξασκημένο/καλό/μουσικό ~ και σωστή φωνή. Λόγια που ακούγονται απειλητικά/ευχάριστα στ' ~ιά. Πβ. ακοή. 3. (κατ' επέκτ.) μέρος αντικειμένου που μοιάζει με το εξωτερικό πτερύγιο του οργάνου της ακοής: ντοσιέ με ~ιά (: για άκρα που γυρίζουν προς το εσωτερικό). Τα ~ιά του βιβλίου.|| (ΝΑΥΤ.) Τα ~ιά του πλοίου (= πανιά· πβ. λατίνι). ● Υποκ.: αυτάκι (το): Τα ~ια της γάτας.|| Σκουφί με ~ια.|| (προφ.) Διπλά (")/μονά (') ~ια (= εισαγωγικά). ● Μεγεθ.: αυτάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αυτί της θάλασσας: ΒΙΟΛ. οστρακοειδές θαλάσσιο μαλάκιο με σχήμα αυτιού (επιστ. ονομασ. Haliotis asinina/tuberculata). Βλ. γαστερόποδα. [< γαλλ. oreille de mer] , πτερύγιο του αυτιού βλ. πτερύγιο ● ΦΡ.: (και) οι τοίχοι έχουν αυτιά: υπάρχει κίνδυνος να μας ακούσουν: Μην κουτσομπολεύεις, γιατί ~ ~. [< πβ. γαλλ. les murs ont des oreilles] , άκουσα με τα ίδια μου τ' αυτιά/με τ' αυτιά μου (εμφατ.): είμαι απόλυτα βέβαιος για όσα άκουσα, ήμουν αυτήκοος μάρτυρας: Το ~ ~, δεν μπορεί κανείς να με διαψεύσει (βλ. είδα με τα ίδια μου τα μάτια)., ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί (μτφ.): είμαι σε εγρήγορση, για να ακούσω, να μάθω: Τεντώνει ~, για ν' ακούσει τι θα πούμε (= στήνει/βάζει αυτί). [< γαλλ. prêter l' oreille] , από το ένα αυτί μπαίνει (και) από το άλλο βγαίνει: για να δηλωθεί ότι κάποιος αδιαφορεί για ό,τι του λένε: Δεν του δίνω καμία σημασία, ό,τι κι αν μου λέει ~ ~. ΣΥΝ. (ο) μπαινάκης (και) (ο) βγαινάκης [< γαλλ. cela lui entre par une oreille et lui sorte de l' autre] , είμαι όλος αυτιά & γεμάτος αυτιά: περιμένω να ακούσω με προσοχή και ενδιαφέρον: Αν έχεις καμιά καλή ιδέα, ~ ~., θα σου/θα στα βγάλω τ' αυτιά!: ως απειλητ. έκφραση για επικείμενη τιμωρία: Άμα σε πιάσω στα χέρια μου, ~ ~! Βλ. τραβάω τ' αυτί., κάτι πήρε/έπιασε τ' αυτί μου & κάτι έφτασε στ' αυτιά μου (μτφ.): (για ανεξακρίβωτη πληροφορία) έμαθα κάτι, υπέπεσε στην αντίληψή μου: ~ ~, αλλά δεν ξέρω αν είναι αλήθεια. Πήρε ~ ~ ότι χώρισαν., κλείνω τ' αυτιά μου & (σπανιότ.) βουλώνω/σφραγίζω: αποφεύγω, αρνούμαι να ακούσω κάτι που θα με δυσαρεστήσει ή δελεάσει. [< γαλλ. fermer l' oreille à ...] , μέχρι/ως τ' αυτιά: πάρα πολύ, υπερβολικά: Είναι μπλεγμένος/χρεωμένος ~ ~. Κοκκίνισε ~ ~ (: συνήθ. λόγω μεγάλης ντροπής).|| Μπήκε μέσα με ένα χαμόγελο ~ ~. [< αγγλ. up to the ears] , μου έφαγε/μου 'φαγε τ' αυτιά: για κάποιον που επιμένει με ενοχλητικό τρόπο, με έπρηξε: ~ ~ να πάμε εκδρομή. Μας ~ ~ με τη γκρίνια του., μου παίρνει/ζαλίζει τ' αυτιά: με κουράζει, μου προκαλεί δυσφορία: Μου πήρε ~ με την πολυλογία της!, ρίχνω στ' αυτιά 1. βάζω κάποιον στη θέση του, του ασκώ σκληρή κριτική: Ήρθε για έλεγχο και τους έριξε ~. 2. είμαι, φαίνομαι ανώτερός του: Είναι αχτύπητη, σου ~ει ~! [< γαλλ. frotter les oreilles] , ρίχνω/κατεβάζω/πέφτουν τ' αυτιά μου: ταπεινώνομαι, ντροπιάζομαι: Έριξε ~ του κι έφυγε σιωπηλός. Μόλις άκουσα τα λόγια του, μου 'πεσαν τ' ~ιά. Γύρισαν/ήρθαν με κατεβασμένα ~ιά. Πβ. μου πέφτουν τα μούτρα, ρίχνω τα μούτρα μου. [< γαλλ. avoir l' oreille basse] , στήνω/βάζω (τ') αυτί (μου): ακούω κρυφά ή/και προσεκτικά: Έστησα/έβαλα ~ να ακούσω τι λένε (= κρυφάκουσα).|| Στήσε αυτί και άκου! (= αφουγκράσου)., τραβάω τ' αυτί κάποιου: τον επιπλήττω ή τον τιμωρώ· κυρ. παλαιότ. η αντίστοιχη κίνηση με το χέρι., χαϊδεύω τ' αυτιά κάποιου: του λέω ό,τι θα του άρεσε να ακούσει, τον επαινώ, τον κολακεύω: Θέλουν να ακούσουν μόνο ό,τι ~ει ~ τους. Βλ. χρυσώνω το χάπι., άλλα λέει η θεια μου (κι) άλλα ακούν τ' αυτιά μου βλ. άλλος, από τ' αυτί και στο δάσκαλο βλ. δάσκαλος, δασκάλα, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! βλ. στόμα, γελάνε/γελούν και τ' αυτιά/και τα μουστάκια του βλ. γελώ, δεν ιδρώνει το αυτί (του) βλ. ιδρώνω, δεν πιστεύω στα μάτια/στ' αυτιά μου βλ. πιστεύω, έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά βλ. ανοιχτός, θα του φάω/κόψω το λαρύγγι/τ' αυτί βλ. λαρύγγι, με γελούν τα αυτιά/τα μάτια μου βλ. γελώ, μου μπαίνουν ψύλλοι στ' αυτιά/μου έβαλε ψύλλους στ' αυτιά βλ. ψύλλος, όποιος έχει αυτιά, ακούει βλ. ακούω, περήφανος στ' αυτιά βλ. περήφανος [< μεσν. αυτί(ν), αφτί, αρχ. ὠτίον, γαλλ. oreille, αγγλ. ear]
7816αυτιάς[αὐτιάς] αυ-τιάς ουσ. (αρσ.) & αφτιάς (μειωτ.): για πρόσωπο που έχει μεγάλα αυτιά. Βλ. -άς.
7817αυτισμός[αὐτισμός] αυ-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. αναπτυξιακή διαταραχή που οφείλεται σε νευροβιολογικά αίτια και χαρακτηρίζεται από στροφή του ατόμου στον εαυτό του, αδυναμία επικοινωνίας, μειωμένη κοινωνική αλληλεπίδραση και στερεοτυπική συμπεριφορά: κλασικός/νηπιακός ~. ~ υψηλής λειτουργικότητας. Πβ. σύνδρομο (του) Άσπεργκερ. Εκπαίδευση παιδιών και ενηλίκων με ~ό. Βλ. σύνδρομο (του) Άσπεργκερ, σχιζοφρένεια, -ισμός. 2. (μτφ.) εσωστρέφεια, εγκλωβισμός: ιδεολογικός/κοινωνικός/πολιτικός ~. Βλ. ομφαλοσκόπηση. [< γερμ. Autismus, 1911, γαλλ. autisme, 1913, αγγλ. autism, 1944]
7818αυτιστικός, ή, ό [αὐτιστικός] αυ-τι-στι-κός επίθ. 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. που πάσχει από ή σχετίζεται με τον αυτισμό: ~ή: απομόνωση/διαταραχή/συμπεριφορά/φάση (βλ. συμβιωτικός). ~ό: σύνδρομο/φάσμα. ~ά: άτομα/παιδιά. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που χαρακτηρίζεται από υπερβολική εσωστρέφεια ή έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα: ~ός: μονόλογος. ~ή: πολιτική. Βλ. -ιστικός1. ● Ουσ.: αυτιστικός, αυτιστική (ο/η): πρόσωπο που πάσχει από αυτισμό. [< γερμ. autistisch, γαλλ. autistique, 1913, αγγλ. επίθ. autistic, 1942, ουσ. ~, 1965]
7819αυτό[αὐτό] αυ-τό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΨΥΧΑΝ. το ενορμητικό μέρος της προσωπικότητας κατά τον Φρόιντ: ~, Εγώ και Υπερεγώ. ΣΥΝ. εκείνο ● βλ. αυτός [< γερμ. Es, 1923, αγγλ. id, 1924]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.